Νίκος Ράπτης
Περί της πολιτικής αξιοποίησης της πυρπόλησης της Γαλλίας

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης
Γράφει ο Νίκος Ράπτης***
Στη Γαλλία, οι κυβερνήσεις Μακρόν διέλυσαν την οικονομία και το κοινωνικό κράτος. Στα σχολεία, που είναι κάτι σαν οι «ενορίες» της République, «το νερό είναι ακατάλληλο», «καταγγέλλεται η παρουσία αρουραίων», «οι διακοπές ρεύματος είναι συχνές», «λείπουν βασικά έπιπλα», «οι τουαλέτες είναι σε άθλια κατάσταση» και στις τάξεις «η θερμοκρασία πέφτει κάτω από τους 14οC ενώ σε καύσωνα φτάνει τους 40» . Εντωμεταξύ, η μεγαλύτερη κρατική δαπάνη είναι τα 200 δις που δίνονται από τον προϋπολογισμό σαν επιδοτήσεις, φοροαπαλλαγές κ.λπ. στις σαράντα μεγαλύτερες επιχειρήσεις, χωρίς κανένα κοινωνικό αντάλλαγμα. Ταυτόχρονα το μπλοκ Μακρόν, Λε Πεν, κεντροδεξιών και σοσιαλιστών ομνύουν στη μετατροπή της Γαλλίας σε «πολεμική οικονομία». Οι απλοί άνθρωποι αναρωτιούνται «πώς να τα βγάλουν πέρα» όταν «ένα κιλό ντομάτες φτάνει τα 5.5 ευρώ κι ένα διαμέρισμα (sic) τριάντα τετραγωνικών νοικιάζεται 1,200 ευρώ».
Αυτό το φθινόπωρο, στη Γαλλία ξέσπασαν λαϊκές διαμαρτυρίες. Στα σχολεία, το μαθητικό κίνημα πήρε φωτιά σαν σε ξερό χωράφι. Τα «κίτρινα γιλέκα» επανεμφανίστηκαν. Εκατοντάδες χιλιάδες βγήκαν επανειλημμένα στον δρόμο. Το κράτος τους αντιμετώπισε εξαρχής «με τρομακτική αστυνομική καταστολή», σαν «εσωτερικό εχθρό». Αντί για «κοιτίδα των ανθρώπινων δικαιωμάτων», η Γαλλία μοιάζει πια «με αυταρχικό καθεστώς που έχει εκτροχιαστεί». Η «Λίγκα των ανθρώπινων δικαιωμάτων», ένας παλιός, αξιοσέβαστος και ακομμάτιστος οργανισμός, καταδίκασε «την κλιμάκωση της βίας κατά των νέων».
Εκτός από την εκτόξευση της περιουσίας και των εισοδημάτων των πλούσιων, οι άθλιες κοινωνικές πολιτικές που εφαρμόζονται εδώ και δεκαετίες, , έχουν δημιουργήσει ένα λούμπεν προλεταριάτο που κατοικεί στα προάστια, βυθισμένο στον πιο απόλυτο κοινωνικό αποκλεισμό. Κάθε μαζική εκδήλωση, από τις λαϊκές γιορτές έως τους οπαδικούς πανηγυρισμούς, αξιοποιούνται από αυτόν τον κόσμο για να κατέβει στο κέντρο, να ξεσπάσει την οργή και την απελπισία του και να λεηλατήσει, αν τα καταφέρει, «καταστήματα πολυτελείας» και καταναλωτικά αγαθά που «δεν θα έχει ποτέ τα μέσα να αποκτήσει». Όλες οι πολιτικές και κοινωνικές οργανώσεις που συμμετέχουν στις διαδηλώσεις -και εξόχως ο «απόβλητος» αριστερός υποψήφιος πρόεδρος της δημοκρατίας Ζακ Λικ Μελανσόν- επαναλαμβάνουν διαρκώς, σε όλους τους τόνους πως το λαϊκό κίνημα «δεν έχει καμία σχέση με λεηλασίες και βανδαλισμούς». Ο δυϊσμός είναι σαφής: «από τη μία, το πλήθος των ειρηνικών διαδηλωτών, από την άλλη οι… ομάδες (που είναι) έτοιμες να συγκρουστούν».
Πριν τα γεγονότα της 17ης Οκτωβρίου 2026, η κυβέρνηση και τα ΜΜΕ πόνταραν στην «εξάντληση» του κινήματος. Έπεσαν έξω. Το Σάββατο, κατέβηκαν στον δρόμο 800,000 διαδηλωτές (500,000 σύμφωνα με την αστυνομία), οι περισσότεροι από κάθε άλλη φορά φέτος. Αντικειμενικά, η κυβέρνηση απέτυχε να τους προστατεύσει. Ίσα ίσα, ευνόησε την ανάφλεξη. Από τη μία παρατηρήθηκε αχρείαστη βία («χρήση δακρυγόνων εναντίον μουσικών»). Όπως γράφει η δημοσιογράφος Rokhaya Diallo, ενθυμούμενη τη δική της συμμετοχή σε νεανικές διαμαρτυρίες (που το 1994 απέτρεψαν να πληρώνονται οι νέοι με μισθό χαμηλότερο από τον… «κατώτατο») αν τότε είχε «να αντιμετωπίσει την τρομακτική καταστολή που εξαπολύθηκε κατά των μαθητών… θα είχε μείνει σπίτι». Από την άλλη, επιστρατεύτηκαν «μόνο 10,000 αστυνομικοί σε ολόκληρη τη Γαλλία, (όταν στη) θεία λειτουργία του πάπα ήταν 14,000». Το αποτέλεσμα είναι πως «κάηκε η Γαλλία».
Δεν ενδιαφέρει αν η κυβέρνηση «έστησε» σκόπιμα αυτό το σκηνικό, ή το υπέστη λόγων των ιδεοληψιών και της ανικανότητάς της. Το σημαντικό είναι πως τώρα αναζητεί τρόπο να «επωφεληθεί από το έγκλημα». Το κάνει προβάλλοντας δύο αμαλγάματα. Κατ’ αρχήν, μπερδεύει τους ειρηνικούς διαδηλωτές με τους ταραξίες. Ο υπουργός εσωτερικών αναφέρθηκε σε «ομάδες ταραχοποιών που υποκινούνται από την ακροαριστερά». Κι ο ίδιος ο Μακρόν -που μόνο να ψηφιστεί η Λε Πεν δεν ζήτησε ευθέως στο κατάπτυστο διάγγελμα της Κυριακής 18/10/2026- μίλησε για «εξτρεμιστές μίας (!) ακροαριστερής ομάδας, μαζί με πολυάριθμους παραβάτες». Το δεύτερο αμάλγαμα αφορά τη σύγχυση μεταξύ κάθε λαϊκής διαμαρτυρίας με τη βία: «οι συζητήσεις (sic) δεν πρέπει (sic) να διεξάγονται στους δρόμους με βία», είπε ο Μακρόν. Κι όμως, στις δημοκρατίες η διαδήλωση είναι μία κατοχυρωμένη, θεσμική λειτουργία. Μέχρι κι η Μελόνι το ξέρει αυτό.
Όταν πυρπολήθηκε από το ναζιστικό παρακράτος το Ράιχσταγκ, το 1933, το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα κάλεσε τον λαό του Βερολίνου σε λαϊκό προσκύνημα στα αποκαΐδια του κοινοβουλίου, για να δει με τα μάτια του το «κομμουνιστικό έγκλημα». Δεκάδες χιλιάδες Βερολινέζοι ανταποκρίθηκαν, σίγουρα γεμάτοι «οργή και ντροπή» που λέει και ο Μακρόν. Οι περισσότεροι πίστευαν πως γίνονταν αυτόπτες μάρτυρες του «τι περιμένει την Ευρώπη αν επικρατήσουν οι μπολσεβίκοι», όπως είχε παρατηρήσει στη Βουλή ο καγκελάριος. Ενώ όμως οι ουρές σέρνονταν γύρω από το καμένο Ράιχσταγκ, φυλακίζονταν από παρακρατικές ομάδες και βασανίζονταν άγρια (με χτυπήματα με σιδηρολοστούς κ.λπ.) χιλιάδες μέλη συνδικάτων και εργατικών κομμάτων. Όποιος ρίξει μια ματιά στα κινηματογραφημένα ντοκουμέντα της εποχής, διαπιστώνει πως, στην πραγματικότητα αυτή ήταν η πρόγευση του τι θα σήμαινε η επικράτηση των ναζί. Θέλετε όμως η εμπεδωμένη πια ηγεμονία, θέλετε ο κομφορισμός των ΜΜΕ, θέλετε ο τρόμος και η εθελοδουλία της κοινωνίας, κανείς δεν ασχολήθηκε με τη βία της εξουσίας. Έτσι και τώρα. Οι εικόνες του φλεγόμενου δημαρχείου της Λιμόζ φροντίζεται να σφραγίσουν τις συνειδήσεις, ενώ εξαφανίζονται τα θύματα της αστυνομικής βίας (οι αρκετοί ακρωτηριασμένοι έφηβοι και ο ένας νεκρός).
Στην περίπτωση της Γαλλίας, αποδεικνύεται πως το «κέντρο» είναι η παράταξη που πρεσβεύει το «ούτε αριστερά, ούτε αριστερά». Ειδικά στις μέρες μας, λειτουργεί σαν ο βατήρας για τον φασισμό. Κι αν οι κεντρώοι κυβερνητικοί μιλάνε για «ούλτρα» (sic) ή «άκρα» αριστερά, μην αυταπατάστε πως το κάνουν για να νομιμοποιηθεί κάποια δήθεν «ήπια», «εποικοδομητική», «λογική» κ.λπ. αριστερά. Ο στόχος είναι να πάψει κάθε κοινωνική διεκδίκηση, να σιωπήσει κάθε προοδευτική φωνή. Μετά τη «νύχτα των κρυστάλλων», ο Γκέμπελς διακήρυξε θριαμβευτικά πως «τέλειωσαν ανεπιστρεπτί οι ημέρες της “υπερβολικής” (sic) επιρροής της ιουδαϊκής διανόησης στη Γερμανία». Αυτό βέβαια δεν σήμαινε πως θα ανεχόταν κάποια… «λελογισμένη»!
***Ο Νίκος Ράπτης είναι εκπαιδευτικός, περιφερειακός σύμβουλος Θεσσαλίας.
ΥΓ: Σε εισαγωγικά είναι φράσεις από τα ρεπορτάζ της Κίττυ Ξενάκη και της Αλεξίας Κεφαλά και το άρθρο της Rokhaya Diallo από τη σελίδα 9 του φύλλου των Νέων της 19ης Οκτωβρίου 2026
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις

