ΛΑΡΙΣΑΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ
Ζωή Νταϊλιάνα: Η γυναίκα που έσπασε το ανδρικό άβατο της Ορθοπαιδικής και έκανε τη Λάρισα σπίτι της

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης
Από την Αθήνα στα Γιάννενα, το Παρίσι και το Duke: Η πρώτη γυναίκα καθηγήτρια Ορθοπαιδικής στην Ελλάδα μιλά για τη χειρουργική του χεριού, την επιμονή απέναντι στην αναπηρία, τα στερεότυπα και τη Λάρισα όπου δημιούργησε τη ζωή που ήθελε
Η ηχογράφηση ξεκινάει σε περίεργο σημείο – έχουμε λίγη ώρα που συναντηθήκαμε. Στο σημείο που συζητάμε για την ομορφιά. «Συνηθίζεται η ομορφιά, η θέα;» μόλις την έχω ρωτήσει. «Όχι, αλλά κάποια στιγμή ίσως την αγνοείς την ομορφιά, κάποιες φορές κοιτάς αλλά δεν βλέπεις· κάθε φορά που θα ξαναδείς όμως ξαφνιάζεσαι, σου κόβεται η ανάσα» απαντά και μου δείχνει τη φωτογραφία ταπετσαρία στο κινητό της. Είναι η Ακρόπολη. Σε ένα εντυπωσιακό στιγμιότυπο τραβηγμένο από τη βεράντα του πατρικού της σπιτιού, χαμηλά στο Παγκράτι· πίσω από το νέο Μουσείο Γουλανδρή. «Πάντα, όλα τα χρόνια διάβαζα και δούλευα σε αυτή τη βεράντα. Για αυτή τη θέα». Η Ζωή Νταϊλιάνα είναι Αθηναία. «Grande» σχολιάζω και γελάμε με το υπονοούμενο λογοπαίγνιο.
Είναι η πρώτη γυναίκα καθηγήτρια Ορθοπαιδικής και η πρώτη γυναίκα πρόεδρος της Ορθοπαιδικής Εταιρείας. Μετά το Παρίσι και το Πανεπιστήμιο του Duke, έγινε καθηγήτρια στο Τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Είναι εξειδικευμένη στη Μικροχειρουργική και τη Χειρουργική Χεριού και Άνω Άκρου, μέλος 14 διεθνών και πέντε ελληνικών επιστημονικών εταιρειών, εκπρόσωπος της Ελλάδας στην Παγκόσμια Εταιρεία Χειρουργικής Χεριού και στην Παγκόσμια Εταιρεία Ορθοπαιδικού Τραύματος. Και επέλεξε να ζήσει στη Λάρισα, όπου είναι και Αντιπρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Λάρισας.
Από το 2001 είναι στην πόλη. «Η Λάρισα είναι όμορφη με έναν άλλο τρόπο» μου λέει και με κοιτά ήρεμα. «Θα στο εξηγήσω…». Κάτι έχει στο βλέμμα της που δεν με αφήνει να το αντικρούσω.
Συνέντευξη στην Εύη Μποτσαροπούλου
Η αλήθεια είναι πως μεγαλωμένη στην Αθήνα από μια αστική οικογένεια δεν θα φανταζόταν ποτέ πως θα ζούσε εδώ. Η Λάρισα θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπήρξε το τέταρτο σοκ στη ζωή της για την οικογένειά της. Το πρώτο ήταν η ίδια η ιατρική, το δεύτερο τα Γιάννενα, το τρίτο η ειδικότητα της ορθοπαιδικής. Επιλογές που ανέτρεψαν το προδιαγεγραμμένο σενάριο ζωής για τη Ζωή.
Αυτά τα πρώτα σχόλια για την ίδια και την οικογένειά της με ξαφνιάζουν λίγο. Για την επιμονή και την αποφασιστικότητα. Μέχρι το τέλος της βραδιάς μοιάζουν αυτονόητα. Προαπαιτούμενα μιας πορείας σαν τη δική της. Η Ζωή Νταϊλιάνα είναι μια ήρεμη και γλυκιά φυσιογνωμία. Όσο τη γνωρίζεις και την ανακαλύπτεις, διακρίνεις τη δύναμη και αντιλαμβάνεσαι την έντονη συγκρότηση. Ξέρει που θέλει να πάει και τον τρόπο να το κάνει. Χωρίς θόρυβο και σπατάλη ενέργειας.

Από τη «γυάλινη φούσκα» στην Ιατρική…
Έχει μια αρχική συστολή για την αστική καταγωγή της. Η μητέρα οικονομολόγος που δούλευε παλιά στη ΔΕΘ, ο πατέρας ξεκίνησε ως καθηγητής σε πανεπιστήμιο στην Αμερική και σταδιοδρόμησε ως γενικός διευθυντής στο Υπουργείο Συντονισμού. «Ασχολούνταν πάρα πολύ με διεθνείς οργανισμούς, οπότε το σχέδιο για μένα ήταν ότι θα γίνω δικηγόρος και μετά θα εργαστώ σε κάποιον τέτοιο οργανισμό στο εξωτερικό. Με συγχωρείτε, αλλά θέλω να γίνω γιατρός» τους δήλωσε.
Κάτι την τραβούσε προς την Ιατρική. «Από μικρή όποτε διάβαζα βιβλία που περιέγραφαν νοσοκομεία, χειρουργεία, πώς είναι αυτοί οι χώροι και πώς λειτουργούν, τα ρουφούσα. Το ίδιο συνέβαινε όταν έπεφταν στα χέρια μου ιατρικά βιβλία».
Παραδέχεται ότι όντως ένα αστικό περιβάλλον που μεγαλώνεις, τα ιδιωτικά σχολεία, ο κύκλος παίζει καθοριστικό ρόλο αλλά κινδυνεύεις από μια παραμόρφωση της πραγματικότητας μέσα στο μικρόκοσμό σου. «Εγώ χρειάστηκε να φύγω από την Αθήνα και να πάω στα Γιάννενα για να διαπιστώσω πράγματα που ούτε τα φανταζόμουν. Νόμιζα για παράδειγμα πως μόνο τα παιδιά από τα ιδιωτικά σχολεία ήταν αρκετά καλοί μαθητές για να περάσουν στο πανεπιστήμιο, πόσο μάλλον στην ιατρική. Οπότε, για μένα, ήταν μια πολύ χρήσιμη εμπειρία που πέρασα στα Γιάννενα. Άρχισα να έρχομαι σε επαφή με έναν άλλο κόσμο. Στην αρχή ήταν ένα μεγάλο σοκ· μεγάλο σοκ, αλλά πάρα πολύ χρήσιμη εμπειρία».
Όταν πέρασε στα Γιάννενα χάρηκε για την ιατρική αλλά όχι για την πόλη· σκεφτόταν πότε και πώς θα φύγει. Στο τρίτο έτος πέρασε ο αδελφός της στο Πολυτεχνείο στην Αθήνα και οι γονείς της της είπαν ότι θα κάνουν αίτηση για μεταγραφή. Και η δική της απάντηση ήταν: «Ωραία, να κάνετε και, άμα την πάρετε, να πάτε εσείς». Την έκαναν, την πήραν κι εκείνη δεν πήγε. Έμεινε στα Γιάννενα… και για ειδικότητα. «Το τρίτο σοκ ήταν όταν ανακοίνωσα ότι ήθελα να γίνω ορθοπαιδικός». «Γιατί;» τη ρωτάω,

Μια γυναίκα στην Ορθοπαιδική…
Ήταν η πρώτη γυναίκα ειδικευόμενη στην κλινική, όχι η πρώτη γυναίκα ορθοπεδικός στην Ελλάδα. Η πρώτη γυναίκα καθηγήτρια Ορθοπαιδικής όμως και η πρώτη γυναίκα πρόεδρος της Ορθοπαιδικής Εταιρείας. «Η Ορθοπαιδική ήταν πάρα πολύ ανδροκρατούμενη. Θεωρείται δουλειά που χρειάζεται μυϊκή δύναμη. Δεν είναι ακριβώς έτσι, γιατί όλα τεχνική θέλουν. Είναι όμως μια πιο «μπρουτάλ» ειδικότητα. Έχει σφυριά, έχει χτυπήματα και τέτοια, ανάλογα βέβαια με την εξειδίκευση». Οι γυναίκες ορθοπαιδικοί ήταν ελάχιστες όταν έκανε η Ζωή ειδικότητα. Αναφέρεται σε ένα άρθρο της εποχής που έλεγε ότι ήταν περίπου το 8%, ακόμη λιγότερες και από τις γυναίκες ουρολόγους. Και σήμερα δεν είναι πολλές.
«Εγώ, όμως, είχα την τύχη να βρεθώ κοντά σε έναν φωτισμένο καθηγητή, τον Παναγιώτη Σουκάκο. Πώς να μην ερωτευτείς την Ορθοπαιδική;» Ήταν ο μέντοράς της. «Σου έδειχνε ότι η Ορθοπαιδική δεν ήταν μόνο τα κόκαλα, τα σφυριά και οι γύψοι. Ήταν η αποκατάσταση. Μπορούσες να πάρεις ένα κομμάτι και να το ξαναφέρεις στη ζωή. Γιατί έπρεπε να φτιάξεις τα πάντα: τα οστά, τα αγγεία, τα νεύρα, τους τένοντες, όλους τους ιστούς». Τότε η μικροχειρουργική, η αρθροσκόπηση ήταν εντελώς καινούργιες τεχνικές. «Ήταν σχεδόν στη σφαίρα της φαντασίας. Η κλασική Ορθοπαιδική ήταν να βάλουμε έναν γύψο, να χειρουργήσουμε ένα κάταγμα». Εκείνος τους έδειξε πως η ορθοπαιδική εκτός από τη μηχανική, έχει και πάρα πολλή σχέση με τη λειτουργία. «Αυτό με κέρδισε».

Ως γυναίκα δεν δυσκολεύτηκε τόσο στη συνεργασία με τους άνδρες συναδέλφους, αλλά με τους ασθενείς· κυρίως τα πρώτα χρόνια. Ορισμένοι, ειδικά οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, δυσκολεύονταν να εμπιστευτούν μια γυναίκα. «Μερικές φορές δεν αντιλαμβάνονταν καν ότι ήμουν η γιατρός. Τώρα αυτό έχει αλλάξει γενικώς».
Κάνει μια παύση. Περιμένω.
«Τώρα θυμήθηκα κάτι που μου συνέβη στην Αμερική. Μπήκα μια μέρα σε ένα αεροπλάνο για να ταξιδέψω από το Duke στη Νέα Υόρκη και, όπως κοίταξα προς το πιλοτήριο, μου φάνηκε ότι είδα μια κοτσίδα. Σκέφτηκα: «Μπα, κάποιος άνδρας πιλότος με κοτσίδα θα είναι». Και ξαφνικά ακούστηκε μια γυναικεία φωνή να λέει: «This is your pilot speaking». Η πρώτη μου σκέψη ήταν: «Αυτή η γυναίκα θα οδηγήσει το αεροπλάνο;». Και μετά: «Μα τι λες τώρα; Με σόκαρε το πόσο ριζωμένο είναι το στερεότυπο, ακόμη και σε εμένα την ίδια. Ήταν ένας ολόκληρος εσωτερικός διάλογος».
Κάνει ένα ακόμη σχόλιο. «Ως γυναίκα νιώθεις ότι δεν πρέπει ποτέ να δίνεις δικαίωμα. Σε όλα τα επίπεδα. Ακόμη κι αν υποφέρεις, αν έχεις ημικρανία ή διάφορες ορμονικές διαταραχές, αυτό δεν είναι αποδεκτό. Δεν δικαιούσαι. Δεν δικαιούσαι να έχεις τη δική σου ανθρώπινη διάσταση».

Το χέρι ως προέκταση του εγκεφάλου…
Όσο περνάει η ώρα, αρχίζουμε να μιλάμε πιο συγκεκριμένα. Για την εξειδίκευση της εξειδίκευσής της. Το χέρι. «Το χέρι έχει πάρα πολύ λεπτή και πάρα πολύ ιδιαίτερη λειτουργία. Το να μπορέσεις να το αποκαταστήσεις είναι τεράστια δουλειά. Τα δάχτυλα έχουν απίστευτες κινήσεις. Ο αντίχειρας είναι εντελώς ξεχωριστός – χάρη στη λειτουργία του έχουμε εξελιχθεί ως είδος – ενώ τα υπόλοιπα δάχτυλα κάνουν πολύ διαφορετικές και πολύ λεπτές κινήσεις. Με κάποια πιάνεις δυνατά, με άλλα κάνεις τη λεπτή σύλληψη. Είναι η κίνηση, η αίσθηση, η ομορφιά όλου του πράγματος. Αν δεις πώς λειτουργεί το χέρι, πώς κάνουν κάμψη τα δάχτυλα και πώς ακολουθούν συγκεκριμένες ακολουθίες, είναι απίθανο. Είναι ίσως το πιο ζωντανό μέλος του ανθρώπινου σώματος. Είναι πραγματικά η προέκταση του εγκεφάλου μας. Και είναι μια άλλη μορφή των ματιών. Κλείνεις τα μάτια σου, πιάνεις κάτι και καταλαβαίνεις πού βρίσκεσαι. Έρχεσαι σε επαφή με το περιβάλλον. Και δεν είναι μόνο αυτό. Με τα χέρια τρως, πλένεσαι, εργάζεσαι, αγγίζεις. Εκφράζεις συναισθήματα με ένα χάδι. Είναι η αφή, αλλά είναι και η σύλληψη. Είναι ένα απίθανο εργαλείο». Όλα αυτά τα λέει σχεδόν με μια ανάσα…
«Γι’ αυτό πρέπει να προσπαθήσεις να το σέβεσαι και, όταν υπάρχει κάποιο πρόβλημα, να αποκαταστήσεις όσο περισσότερο μπορείς τη λειτουργία του. Εκεί μπαίνει η μικροχειρουργική. Η χειρουργική του χεριού έχει άμεση σχέση με τη μικροχειρουργική, γιατί δουλεύεις με πολύ μικρές δομές. Πρέπει να βλέπεις πάρα πολύ καλά και να μην τις τραυματίζεις. Η περιοχή στην οποία επεμβαίνεις είναι μικρή και χρειάζονται πάρα πολύ ντελικάτες κινήσεις. Κάθε χειρουργείο είναι ένα τραύμα. Άρα εσύ πρέπει να κάνεις αυτό το τραύμα όσο γίνεται πιο ατραυματικό.»

Η πραγματικότητα του χειρουργείου…
Συνεχίζει να μου εξηγεί για τους ιστούς, τα νεύρα, τους όγκους, για τη χειρουργική διαδικασία. Το βλέπεις πόσο την γοητεύει όλο αυτό. Μου το μεταφέρει. «Αν καθίσεις και το σκεφτείς, είναι συγκλονιστική έννοια: για να θεραπεύσεις, προκαλείς τραύμα» σχολιάζω… «Ναι. Άρα αυτό το τραύμα πρέπει να είναι πάρα, πάρα πολύ περιορισμένο. Πρέπει να σέβεσαι τους ιστούς· δεν τους τραβολογάς, δεν τους σκίζεις, δεν χρησιμοποιείς τεράστια εργαλεία. Τους βλέπεις με μεγέθυνση, κοιτάς πάρα πολύ μικρές δομές και αρχίζεις να τις περιποιείσαι, όχι να τις κόβεις». Είναι σαν να μιλά για ένα έργο τέχνης.
«Αυτό που μου αρέσει περισσότερο είναι να «παίζω» με τα νεύρα. Να είμαι εκεί. Να τα φτιάχνω, να τα αποκαθιστώ. Νομίζω ότι, από ένα σημείο και μετά, πρέπει να αφήνεις να λειτουργούν, πέρα από τη γνώση σου, και η φαντασία και το ένστικτό σου. «Πρέπει να αφήνεσαι και να σκέφτεσαι: “Τι θέλω να κάνω; Θέλω να κάνω το καλύτερο”. Έχεις μελετήσει, εννοείται, τι θα κάνεις. Εκτός αν είναι ένα τραύμα που έρχεται ξαφνικά. Αλλά εκείνη την ώρα υπάρχει πάντα χώρος να αυτοσχεδιάσεις. Όσο λιγότερο άγχος έχεις τόσο πιο ωραία βγαίνει».
Σαν να βλέπω ιατρική σειρά, έτσι νιώθω… Της το λέω. «Εξαρτάται από τη σειρά» απαντά. «Συνήθως έχουν πράγματα που είναι κοντά στην πραγματικότητα. Βρίσκεσαι πράγματι αντιμέτωπος με διάφορα απίθανα πράγματα. Απίθανα πράγματα…»
Συνεχίζει να μου εξηγεί πως με τα χρόνια μαθαίνεις να μη σκέφτεσαι πόσο άσχημη είναι η εικόνα ενός τραύματος και να εστιάζεις στο πρόβλημα. «Λες: Πώς μπορώ να κάνω το καλύτερο για να το αποκαταστήσω;».
Τη ρωτάω για τους χρόνους, για την κούραση και την αδρεναλίνη. Τα μεγάλα σε διάρκεια χειρουργεία που κάνει είναι περίπου δέκα ώρες. «Και οι δέκα ώρες είναι δέκα ώρες. Δευτερόλεπτο προς δευτερόλεπτο. Δεν είναι απλό. Αλλά είναι πολύ σχετικός ο χρόνος εκεί μέσα. Μόλις ξεκινήσει το χειρουργείο, ξεχνάς όλα τα υπόλοιπα. Είσαι αφιερωμένος εκεί. Γι’ αυτό δεν θέλεις και να σε ενοχλούν».
«Να, αυτό που δεν παρουσιάζουν οι σειρές, το παρουσιάζουν αλλά το προσπερνούν, είναι η τεράστια κόπωση που μπορεί να έχεις στο τέλος της ημέρας. Όλοι θεωρούν κάπως γραφικό το να εφημερεύεις επί 24 ή 36 ώρες. Καθόλου γραφικό».

Ο χαρακτήρας απέναντι στον πόνο
«Νομίζω ότι ο πραγματικός χαρακτήρας του ανθρώπου αποκαλύπτεται πάνω στον πόνο. Εκεί φαίνεται». Οι ασθενείς πολλές φορές την εκπλήσσουν. «Έρχονται και μοιράζονται μαζί σου τον πόνο τους. Άλλοι σου εξηγούν ότι δεν μπορούν να χειρουργηθούν, γιατί πρέπει να φροντίσουν κάποιον άλλο ασθενή στο σπίτι τους. Είναι οι ίδιοι ασθενείς, αλλά ταυτόχρονα είναι και φροντιστές. Βάζουν τον εαυτό τους σε δεύτερη μοίρα για να φροντίσουν κάποιον άλλον».
Ακούει καθημερινά ιστορίες που τη φορτίζουν. Δεν νιώθει ματαίωση. «Νιώθω ότι κάθε μέρα πρέπει να λέμε ένα τεράστιο “ευχαριστώ”. Τεράστιο. Για αυτά που έχουμε. Γιατί μόλις δεις τι συμβαίνει γύρω σου, λες: “Κοίτα πόσο καλά είμαι”».
Η συνεχής έκθεση στα προβλήματα των άλλων, ωστόσο, έχει κόστος. Έχει φτάσει αρκετές φορές στο burnout. «Υπάρχουν πάρα πολλές και πολύ διαφορετικές απαιτήσεις. Η κόπωση είναι σωματική, αλλά κυρίως ψυχολογική. Έρχεται μια τεράστια κούραση και φτάνεις στο σημείο που δεν θέλεις να ακούσεις τίποτα. Δεν θέλεις να ακούσεις κανένα άλλο πρόβλημα, ούτε από τους οικείους. Θέλεις να ακούσεις κάτι ευχάριστο. Και τότε καταλαβαίνεις ότι καίγεσαι. Ή αρχίζεις να παρακαλάς να έρθουν οι διακοπές».
«Και όταν το χειρουργείο δεν πάει καλά;» τη ρωτάω. «Το κουβαλάς. Το κουβαλάς πάρα πολύ άσχημα. Γιατί δεν γίνεται να πάνε όλα καλά. Υπάρχουν και πράγματα που είναι αδύνατον να πάνε καλά εξαρχής. Κάνεις ό,τι μπορείς για τη μικρότερη δυνατή απώλεια. Δίνεις όλο σου τον εαυτό και προετοιμάζεις το περιβάλλον ότι αυτό μπορεί να μην έχει καλό τέλος ή καλή εξέλιξη».
Καμιά φορά, εκεί όπου όλα μοιάζουν χαμένα, γίνονται θαύματα. «Ένα πράγμα που κερδίζει πάρα πολύ συχνά είναι η επιμονή. Η επιμονή να πεις: “Ας κάνω άλλη μία προσπάθεια”. Δεν εγκαταλείπω. Ας την κάνουμε την προσπάθεια. Κι ας κάνουμε και δεύτερη. Και τρίτη, αν χρειαστεί». Κάνει μια παύση. Αρχίζει να μου μιλά για ένα περιστατικό από τα πρώτα χρόνια της στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο. Ένας Αλβανός εργάτης είχε τραυματιστεί πολύ σοβαρά σε μηχάνημα. Το χέρι του είχε σχεδόν πολτοποιηθεί. Συζήτησε το περιστατικό με έναν πιο έμπειρο συνάδελφο και εκείνος της είπε «Κόψ’ το». «Πώς μπορώ εγώ να κόψω το χέρι ενός ανθρώπου που ζει από τα χέρια του, χωρίς καν να προσπαθήσω;» σκεφτόμουν. «Είχα μαζί μου μια εξαιρετική συνάδελφο, εξαιρετική αναισθησιολόγο γιατρό και φίλη, που μου είπε: “Είμαι εδώ μαζί σου. Πάμε”. Και κερδίσαμε. Αλλά είχα υποστήριξη. Μου είπε: “Είμαι εδώ μαζί σου. Πάμε”».

Ποιος φροντίζει τον γιατρό…
Το χειρουργείο είναι πολύ πιο ομαδικό από όσο το φανταζόμαστε. «Πάρα πολύ. Η ομάδα έχει τεράστια σημασία». Χρειάζεται έναν καλό αναισθησιολόγο, ο οποίος να μπορεί να ηρεμήσει τον ασθενή και ολόκληρη την κατάσταση, αλλά και μια ομάδα νοσηλευτών που γνωρίζει ανά πάσα στιγμή πού βρίσκεται το καθετί και τι χρειάζεται ο χειρουργός. «Ένας αναισθησιολόγος μπορεί πολύ εύκολα να σου δημιουργήσει χάος ή, αντίθετα, να σε στηρίξει πραγματικά».
Παραδέχεται ότι είναι αυστηρή. Μπορεί ακόμη και να φωνάξει, αλλά κυρίως για τα μικρά. «Για τις χαζομάρες. Στα μεγάλα, όμως, είναι ώρα κρίσης και δεν φωνάζω. Όταν υπάρχει ένα πολύ σοβαρό θέμα, είμαι απόλυτα ήρεμη. Προσπαθώ να διατηρώ την ψυχραιμία μου, για να μη χαθεί εντελώς η ισορροπία. Αλλά στα μικρά τρελαίνομαι». Μου εξηγεί τα όρια… «Άλλο να είσαι αυστηρός και άλλο να είσαι οριακά κακοποιητικός, να είσαι προσβλητικός, να κάνεις bullying ή να πανικοβάλλεις τον άλλον. Έχω εισπράξει τέτοιες συμπεριφορές και σου δημιουργούν τεράστια αναστάτωση. Για μένα είναι στάση ζωής: όσα έχω υποστεί και με στενοχώρησαν ή μου δημιούργησαν πρόβλημα, δεν πρέπει ποτέ να τα κάνω στους άλλους. Ποτέ».
Παύση.
«Υπήρξαν στιγμές στις οποίες άλλοι δεν με βοήθησαν. Ή έβαλαν εμπόδια. Εμένα με ενδιαφέρει η εξέλιξη των νέων ανθρώπων. Άλλωστε, όσο πιο εξελιγμένοι είναι οι άνθρωποι γύρω σου τόσο πιο ικανοί είναι να βοηθήσουν κι εσένα. Τι μπορεί να δει κανείς ανταγωνιστικά σε έναν άνθρωπο που βρίσκεται ακόμη στο ξεκίνημά του; Είναι αστείο».
Παύση.
«Πολύ συχνά ξεχνάμε, όταν μιλάμε για τους γιατρούς και την Ιατρική, τον ίδιο τον γιατρό ως άνθρωπο. Θεωρούμε ότι είναι μια μηχανή που πρέπει να αποδώσει». «Εσένα ποιος σε φροντίζει;» τη ρωτάω. «Ο Νίκος».
Ο Νίκος Γκουγκουλιάς είναι ο σύζυγός της. Λαρισαίος και μηχανολόγος μηχανικός. Τον γνωρίζω προσωπικά πολλά χρόνια. Όσοι τον ξέρουμε τον φωνάζουμε «Grande». Δεν είναι μόνο μια λέξη που χρησιμοποιεί συχνά· είναι μια στάση ζωής. Αφήνεται να μαγεύεται από τα πράγματα.
Η ίδια αναφέρεται πολλές φορές στον Νίκο. «Έχω την τύχη να τον έχω δίπλα μου. Είναι πάρα πολύ σημαντικό να έχεις ένα σταθερό οικογενειακό περιβάλλον, το οποίο να σέβεται τη δουλειά σου. Να μην την ανταγωνίζεται. Να την εκτιμά. Γιατί, άμα δεν την εκτιμά, εκεί αρχίζουν πάντα τα προβλήματα». Πρόσφατα, έπειτα από μια ήδη μεγάλη ημέρα, μπήκε στο χειρουργείο στις εννέα το βράδυ. Στη μιάμιση μετά τα μεσάνυχτα την πήρε τηλέφωνο ο Νίκος και τη ρώτησε: «Να έρθω να σε πάρω;». Το χειρουργείο τελείωσε στις δύο και η ίδια δεν άντεχε να οδηγήσει. «Του είπα Εντάξει, θα πάρω ένα ταξί. Δεν είναι τίποτα. Εκείνος ήρθε. Αυτό είναι φροντίδα. Το ξέρεις ότι ο άλλος είναι εκεί».

Η Ιατρική στη Λάρισα…
Τη ρωτάω για το επίπεδο της Ιατρικής στη Λάρισα. «Είναι εξαιρετικό. Εξαιρετικό. Και δεν το συγκρίνω μόνο με την υπόλοιπη Ελλάδα ή με την Αθήνα, αλλά με την Ευρώπη και την Αμερική. Μπορώ να το συγκρίνω και θεωρώ ότι είναι εξαιρετικά υψηλό».
Δεν αισθάνθηκε ποτέ ότι η εγκατάστασή της εδώ περιόρισε επιστημονικά τις δυνατότητές της. Όταν έφτασε στη Λάρισα, το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο μόλις ξεκινούσε. Μαζί του ξεκινούσε και μια ολόκληρη γενιά νέων επιστημόνων, πολλοί από τους οποίους είχαν επιστρέψει από διαφορετικά μέρη του κόσμου, με πολύ καλή εκπαίδευση και μεγάλη διάθεση να εφαρμόσουν όσα είχαν μάθει. «Ήταν ένα λευκό χαρτί. Είχαμε όλοι πάρα πολύ μεγάλη όρεξη για δουλειά. Δεν μπήκα σε ένα οποιοδήποτε νοσοκομείο. Μπήκα σε ένα Πανεπιστήμιο. Υπήρχε η φροντίδα των ασθενών, αλλά ταυτόχρονα υπήρχαν η εκπαίδευση των φοιτητών, η έρευνα, οι νέες τεχνικές και η εφαρμογή όλων αυτών που είχαμε μάθει. Η Ορθοπαιδική Κλινική είχε από την αρχή ανοιχτό πνεύμα και τη δυνατότητα να εφαρμόσει πρωτοποριακές τεχνικές».
Πάει τη συζήτηση ένα βήμα παρακάτω. Προβληματίζεται για το αν η συμβολή του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου στη Θεσσαλία έγινε αντιληπτή στο πραγματικό της μέγεθος… «Ήταν ένα δώρο για την περιοχή. Υπήρχαν πολλοί νέοι άνθρωποι, με εξαιρετικές σπουδές και τεράστια διάθεση να δουλέψουν».

Οι ευκαιρίες, οι συγκυρίες και το κόστος…
Παραδέχεται ότι στη ζωή της η τύχη και οι συγκυρίες έπαιξαν σημαντικό ρόλο. «Μου ήρθαν ωραία τα πράγματα. Γιατί να μην είμαι θετική; Αν σκεφτείς πόσες ευκαιρίες μου δόθηκαν, ήταν πάρα πολλές». Μία από αυτές ήταν η σχεδόν τυχαία συνάντησή της, ως φοιτήτριας στα Γιάννενα, με μία από τις καλύτερες Ορθοπαιδικές Κλινικές της εποχής. Εκεί επέλεξε την ειδικότητά της και άνοιξε ο δρόμος που την οδήγησε αργότερα στη Γαλλία και στο Duke. «Υπήρξε προσωπική προσπάθεια, αλλά κάποιος με έσπρωξε προς τα εκεί. Κάποιος με βοήθησε να τα κάνω όλα αυτά. Δεν έγινα μόνη μου. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό».
«Κόστος δεν υπάρχει;» αναρωτιέμαι. Μου απαντά… «Πρέπει πάντα να βλέπεις τη συνολική εικόνα. Ναι, είχα στιγμές μοναξιάς, αλλά ταυτόχρονα είχα την ευκαιρία να ζήσω σε μια πανέμορφη πόλη, στο Παρίσι. Επισκεπτόμουν συνέχεια τα μουσεία. Τα Σαββατοκύριακά μου ήταν αφιερωμένα σε αυτό. Γύρισα και άλλες χώρες της Ευρώπης».
«Έχω δημιουργήσει εδώ αυτό που θέλω»…
Ήρθε η ώρα της Λάρισας. Να μου εξηγήσει την ομορφιά της.
Το πιάνει από την αρχή. «Δεν με έπνιγε το μέγεθος της πόλης. Η νοοτροπία με έπνιγε». Είχε μόλις επιστρέψει από ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον και βρέθηκε σε μια πόλη όπου κυριαρχούσε ακόμη έντονα το lifestyle και η ενασχόληση με την εμφάνιση. «Στην Αμερική δεν ασχολούμασταν με τα χτενισμένα μαλλιά. Δεν φανταζόμουν ότι έπρεπε να είμαι κάθε μέρα σαν να έχω βγει από το κομμωτήριο». Οι πρώτες δυσκολίες της δεν είχαν σχέση με το επιστημονικό περιβάλλον, αλλά με την κοινωνική πλευρά της πόλης και τον τρόπο με τον οποίο ένιωθε ότι κρινόταν. Χρειάστηκε ένα-δύο χρόνια μέχρι να γνωρίσει τους κατάλληλους ανθρώπους. «Μετά τα πράγματα έγιναν πολύ πιο ουσιαστικά».
Σήμερα έχει περάσει στη Λάρισα το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της. Εδώ βρίσκονται οι φίλοι της, το σπίτι της και η οικογένειά της. Αναφέρεται ξανά στον Νίκο. Πώς έπαιξε ρόλο σε πολλαπλά επίπεδα, ακόμη και στην απόφαση να αποχωρήσει από την κλινική εργασία στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο. «Ως εδώ. Πρέπει να ζήσω και λίγο».
Προέκυψαν επαγγελματικές προτάσεις για άλλες πόλεις. Εκείνη διάλεξε τη Λάρισα. «Έχω δημιουργήσει εδώ αυτό που θέλω. Μου αρέσει να υπάρχουν καλές συνθήκες. Ή, τουλάχιστον, να προσπαθείς να τις φέρεις σε ένα καλό επίπεδο. Εντάξει, δεν είναι τίποτα εξιδανικευμένο. Παλεύεις κάθε μέρα. Γκρινιάζεις συχνά, φωνάζεις συχνά. Δεν γίνονται όλα από μόνα τους». Και επιστρέφει στην ίδια φράση, σαν να συνοψίζει μέσα της όλα τα χρόνια από το 2001 μέχρι σήμερα: «Αλλά έχω δημιουργήσει εδώ αυτό που θέλω».
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις





