Ανιχνεύοντας ένα νέο παραγωγικό πρότυπο

Δημοσιεύθηκε στις: 3 Δεκεμβρίου 2012, 14:53

Η ελληνική οικονομία βρίσκεται για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά σε ύφεση, με τις σωρευτικές απώλειες στο εθνικό εισόδημα να ξεπερνούν το 20% και την ανεργία να έχει ξεπεράσει τους 1,3 εκ. άνεργους.

Στο διάστημα αυτό οι επενδύσεις που καθορίζουν τις μελλοντικές προοπτικές της οικονομίας έχουν ουσιαστικά παγώσει εξαιτίας της αβεβαιότητας για τη βιωσιμότητα του χρέους και την παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη.

Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται είναι ποιες είναι οι προοπτικές εξόδου από την ύφεση.

Στη δημόσια συζήτηση κυριαρχεί η άποψη ότι για την ύφεση ευθύνεται η αυστηρή δημοσιονομική προσαρμογή. Είναι γεγονός ότι οι μειώσεις σε εισοδήματα από το 2010 και μετά σε έναν μεγάλο βαθμό εξηγούν τη διάρκεια και την ένταση της ύφεσης.

Μία απλοϊκή ανάγνωση των δεδομένων υπαγορεύει ως λύση για να φύγουμε από την ύφεση να ανασταλεί η εφαρμογή της δημοσιονομικής προσαρμογής. Να αντικατασταθεί από μια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική -οι υποστηρικτές αυτής της άποψης δεν απαντούν από πού θα βρεθούν οι αναγκαίοι πόροι- και η οικονομία θα επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Όμως αυτή η προσέγγιση είναι βραχυπρόθεσμη. Παραγνωρίζει τις διαρθρωτικές αδυναμίες του παραγωγικού προτύπου της χώρας, που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν απλώς με μια αναστροφή της δημοσιονομικής πολιτικής.

Διότι το πραγματικό πρόβλημα της οικονομίας ήταν και παραμένει ο ασύμμετρος διαχωρισμός της οικονομίας μεταξύ του ατροφικού ανταγωνιστικού και εξωστρεφούς τμήματος της οικονομίας και του μη ανταγωνιστικού τμήματος που είναι διογκωμένο αλλά και αντιπαραγωγικό.

Οι αδυναμίες του παραγωγικού προτύπου αποτυπώνονται στην πορεία του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών από την ένταξη στην ΟΝΕ και μετά.

Η πορεία αυτή καταδεικνύει την αδυναμία της ελληνικής οικονομίας να ενταχθεί αποτελεσματικά στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας.

Αυτή είναι η προϋπόθεση για να μπορεί η οικονομία να δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας, που θα διασφαλίζουν ικανοποιητικά εισοδήματα για τους εργαζομένους.

Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι η χώρα για να διασφαλίσει την επιστροφή της σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης πρέπει πρώτιστα να εργαστεί για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των επενδυτών και καταναλωτών στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Οι πρόσφατες αποφάσεις του Eurogroup αποτελούν ένα καθοριστικό βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση, στον βαθμό που βάζει τις προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους.

Είναι, λοιπόν, σημαντικό να προχωρήσει με επιτυχία η προταθείσα επαναγορά του χρέους και να διασφαλιστεί η εκταμίευση των πόρων για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, αναγκαία προϋπόθεση μαζί με την πληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών για να εισρεύσει ρευστότητα στην οικονομία.

Η άρση της αβεβαιότητας θα επηρεάσει τις προσδοκίες και τη συμπεριφορά των επενδυτών.

Εκεί, όμως, που θα κριθεί η συνολική προσπάθεια για μετασχηματισμό της οικονομίας είναι η δέσμη κινήτρων και αντικινήτρων που θα δρομολογήσει η κυβέρνηση, ώστε να διευκολύνει τις επενδύσεις σε νέες οικονομικές δραστηριότητες που θα υποκαταστήσουν τις εισαγωγές ή θα τονώσουν τις εξαγωγές. Κίνητρα που θα αναδεικνύουν τις προοπτικές στον πρωτογενή τομέα αλλά και στη μεταποίηση, σε τομείς όπου έχουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Εδώ, λοιπόν, η αναθεώρηση της δομής αλλά και του ύψους του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων, το υπό συζήτηση φορολογικό νομοσχέδιο, τα μέτρα για την απλοποίηση της έναρξης νέων επιχειρήσεων και την ταχεία υλοποίηση μεγάλων επενδύσεων, η μεταρρύθμιση στη δημόσια διοίκηση και η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης θα καθορίσουν το τελικό αποτέλεσμα, για να διασφαλίσουμε ότι η οικονομία της χώρας θα γίνει ανταγωνιστική και θα δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας.

Και προς αυτήν την κατεύθυνση θα συνεχίσει να συμβάλλει το ΠΑΣΟΚ με τις προτάσεις του ως υπεύθυνος κυβερνητικός εταίρος.

Άρθρο του Φίλιππου Σαχινίδη στο Forum της εφημερίδας «Έθνος» με θέμα : Ανάπτυξη, το μεγάλο στοίχημα

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ