ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
ΙΟΒΕ: Άλμα 6% στην ελληνική βιομηχανία – Πτώση στην ΕΕ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης
Αύξηση 6% κατέγραψε η ελληνική βιομηχανική παραγωγή τον Αύγουστο του 2026 σε ετήσια βάση, την ώρα που στην Ευρωπαϊκή Ένωση σημειώθηκε κάμψη 0,2%. Η ισχυρότερη επίδοση της Ελλάδας συνοδεύτηκε από άνοδο της μεταποίησης για 16ο διαδοχικό μήνα, με την παραγωγή της να ενισχύεται κατά 4,1%.
Τα στοιχεία του Δελτίου Εξελίξεων στη Βιομηχανία του Οκτωβρίου 2026, με την επιστημονική επιμέλεια του ΙΟΒΕ, αποτυπώνουν την ανοδική πορεία της εγχώριας παραγωγής, αλλά και τις πιέσεις που συσσωρεύονται στο κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων. Οι τιμές παραγωγού αυξάνονται αισθητά ταχύτερα από τις ευρωπαϊκές, το ενεργειακό κόστος ενισχύεται και οι προβλέψεις για την παραγωγή και την απασχόληση τους προσεχείς μήνες υποχωρούν.
Παράλληλα, η αύξηση των βιομηχανικών εξαγωγών δεν αποτρέπει τη διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος, αναδεικνύοντας μια ακόμη αδυναμία πίσω από τη θετική εικόνα της παραγωγής.
Ποιοι κλάδοι ανεβάζουν την παραγωγή
Η άνοδος του Αυγούστου, σύμφωνα με τα ημερολογιακά διορθωμένα στοιχεία που παραθέτει το δελτίο, συνοδεύτηκε από αύξηση 13,3% στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και 1,5% στα ορυχεία και λατομεία.
Στη μεταποίηση, διαφορετικές ταχύτητες καταγράφονται μεταξύ κλάδων υψηλής σημασίας για την ελληνική οικονομία. Η παραγωγή τροφίμων αυξήθηκε κατά 2,4%, για 12ο συνεχόμενο μήνα, ενώ στα φαρμακευτικά προϊόντα η άνοδος έφτασε το 6,6%. Αντίθετα, στα βασικά μέταλλα σημειώθηκε πτώση 4,8%.

Σε σύγκριση με τον Ιούλιο, ο συνολικός δείκτης βιομηχανικής παραγωγής υποχώρησε κατά 14,1%. Το δελτίο διευκρινίζει, ωστόσο, ότι διαχρονικά καταγράφεται μείωση της παραγωγής τον Αύγουστο.
Καλύτερες παραγγελίες, πιο συγκρατημένες προβλέψεις
Μικρή περαιτέρω ενίσχυση παρουσίασαν τον Σεπτέμβριο οι επιχειρηματικές προσδοκίες στη βιομηχανία. Ο σχετικός δείκτης διαμορφώθηκε στις 106,8 μονάδες, από 106,5 τον Αύγουστο και 105,2 μονάδες έναν χρόνο νωρίτερα.
Η βελτίωση, όμως, δεν είναι ομοιόμορφη. Το αρνητικό ισοζύγιο των εκτιμήσεων για τις παραγγελίες και τη ζήτηση περιορίστηκε, φτάνοντας στο καλύτερο σημείο από τον Μάιο, ενώ τα αποθέματα διογκώθηκαν οριακά.
Την ίδια ώρα, επιδεινώθηκαν οι προβλέψεις για την παραγωγή και την απασχόληση τους προσεχείς μήνες, με αύξηση του ποσοστού των επιχειρήσεων που αναμένουν μείωσή τους. Σχεδόν σταθερό παρέμεινε το ισοζύγιο των προβλέψεων για τις τιμές, με περιορισμό των επιχειρήσεων που προσδοκούν ανατιμήσεις.
Ανά κατηγορία αγαθών, ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών υποχώρησε στα καταναλωτικά και στα κεφαλαιουχικά αγαθά, ενώ ενισχύθηκε στα ενδιάμεσα.
Πιο έντονη ήταν η αξιοποίηση των παραγωγικών εγκαταστάσεων: το ποσοστό χρησιμοποίησης του εργοστασιακού δυναμικού αυξήθηκε τον Ιούλιο στο 79,9%, από 75,9% τον Απρίλιο. Ωστόσο, η εξασφαλισμένη παραγωγή περιορίστηκε στους 4,8 μήνες, από 5 μήνες ένα τρίμηνο νωρίτερα.
Οι τιμές παραγωγού ανεβαίνουν πολύ ταχύτερα από την ΕΕ
Ισχυρές πιέσεις καταγράφονται στο μέτωπο των τιμών, με την ενέργεια να αποτελεί βασική πηγή ανόδου.
Τον Αύγουστο, οι τιμές παραγωγού στη βιομηχανία αυξήθηκαν κατά 18,5% σε ετήσια βάση, έναντι 14,9% τον προηγούμενο μήνα. Η αντίστοιχη αύξηση περιορίστηκε στο 5,8% στην ΕΕ και στο 5,9% στην Ευρωζώνη.
Ακόμη και χωρίς τους κλάδους ενέργειας, οι τιμές παραγωγού στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 4,6%, έναντι 4,4% τον Ιούλιο και 3,3% στην ΕΕ.
Αντίστοιχα, ο δείκτης τιμών εισαγωγών στη βιομηχανία ενισχύθηκε κατά 13,5%, από 10% τον προηγούμενο μήνα, κυρίως εξαιτίας της ενέργειας. Στους υπόλοιπους κλάδους η αύξηση ήταν 2,1%, ενώ στην Ευρωζώνη ο συνολικός δείκτης αυξήθηκε κατά 7,9%.
Η ενεργειακή επιβάρυνση αποτυπώνεται και στην αγορά ηλεκτρισμού: η τιμή χονδρικής φορτίου βάσης στην Ελλάδα αυξήθηκε τον Αύγουστο κατά 80,8% σε ετήσια βάση. Το δελτίο καταγράφει επίσης άνοδο της τιμής του Brent τον Σεπτέμβριο κατά 25,3%, στα 114,2 δολάρια το βαρέλι, καθώς και αύξηση της μέσης τιμής των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.
Περισσότερες εξαγωγές, μεγαλύτερο έλλειμμα
Οι εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων ανήλθαν τον Ιούλιο στα 3,1 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 5,8% σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα. Παρά την ενίσχυσή τους, το εμπορικό έλλειμμα των συγκεκριμένων προϊόντων διευρύνθηκε στα 4,2 δισ. ευρώ, από 3,4 δισ. ευρώ.
Τα στοιχεία αφορούν ορυχεία, λατομεία και μεταποίηση, εξαιρουμένων των προϊόντων διύλισης πετρελαίου, σε τρέχουσες τιμές.
Το μερίδιο των βιομηχανικών προϊόντων στο σύνολο των εξαγωγών αγαθών διαμορφώθηκε τον Ιούλιο στο 85,8%, υψηλότερα κατά 1,9 ποσοστιαίες μονάδες από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας.
Στις πρώτες θέσεις των εξαγωγών κατά το δεύτερο τρίμηνο βρέθηκαν το αλουμίνιο, με εξαγωγές 865 εκατ. ευρώ και αύξηση 24,2%, και τα φαρμακευτικά σκευάσματα, με 741 εκατ. ευρώ και άνοδο 8,4%.
Οι ευρωπαϊκές χώρες απορρόφησαν το 80,6% των εξαγωγών βιομηχανικών προϊόντων, με σταθερό μερίδιο έναντι του 2025. Ακολούθησαν η Βόρεια Αμερική με 6,3%, η Μέση Ανατολή και η Βόρεια Αφρική με 5,4% και η Ασία με 4,8%.


Η απασχόληση στο υψηλότερο επίπεδο από το 2011
Η αύξηση της δραστηριότητας συνοδεύεται από ενίσχυση των θέσεων εργασίας. Στη βιομηχανία —ορυχεία, λατομεία και μεταποίηση— οι απασχολούμενοι έφτασαν τα 442,3 χιλιάδες άτομα το δεύτερο τρίμηνο του 2026, αυξημένοι κατά 1,4% σε ετήσια βάση, παραμένοντας στο υψηλότερο επίπεδο από το 2011.
Παράλληλα, ο δείκτης κόστους εργασίας στη μεταποίηση αυξήθηκε κατά 5,8%, στις 132,2 μονάδες. Η αύξηση ήταν χαμηλότερη από το 9,8% που είχε καταγραφεί στο αντίστοιχο τρίμηνο του 2025, αλλά υψηλότερη από την άνοδο 4% στο σύνολο της οικονομίας.
Στη χρηματοδότηση, ο ετήσιος ρυθμός πιστωτικής επέκτασης προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις επιβραδύνθηκε ελαφρά τον Αύγουστο στο 9%, ενώ οι νέες πιστώσεις προς επιχειρήσεις της μεταποίησης έφτασαν τα 37 εκατ. ευρώ. Το μέσο κόστος νέου τραπεζικού δανεισμού για τις ελληνικές επιχειρήσεις αυξήθηκε ελαφρά, στο 4,4%.
Τρόφιμα και ποτά: Εξαγωγές 7,4 δισ. ευρώ
Ξεχωριστή θέση στο δελτίο καταλαμβάνει η βιομηχανία τροφίμων και ποτών, η οποία αποτελεί τον μεγαλύτερο εργοδότη της ελληνικής μεταποίησης.
Η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία του κλάδου έφτασε σχεδόν τα 5,4 δισ. ευρώ το 2024, αντιστοιχώντας στο 27% της μεταποίησης, ενώ οι επιχειρήσεις του ανέρχονται σε περίπου 15,4 χιλιάδες.
Το 2025 απασχολούσε 162 χιλιάδες εργαζομένους, περίπου το 38% του συνόλου της μεταποίησης, έναντι 165 χιλιάδων το 2024.
Οι εξαγωγές μεταποιημένων τροφίμων και ποτών προσέγγισαν τα 7,4 δισ. ευρώ το 2025, αυξημένες κατά 6,7%, καταγράφοντας την υψηλότερη επίδοση της τελευταίας δεκαετίας και υπερδιπλάσια αξία σε σχέση με το 2015. Αντιστοιχούσαν στο 15% των συνολικών εξαγωγών αγαθών, από 14% το 2024.
Ωστόσο, οι εισαγωγές αυξήθηκαν ταχύτερα, κατά 8%, στα 9,2 δισ. ευρώ, διευρύνοντας το εμπορικό έλλειμμα του κλάδου στα 1,8 δισ. ευρώ, από 1,6 δισ. ευρώ.
Ο δείκτης εξωστρέφειας, δηλαδή οι εξαγωγές ως ποσοστό της εγχώριας παραγωγής, ενισχύθηκε στο 44%, από 38% το 2015. Παράλληλα, η εισαγωγική διείσδυση αυξήθηκε στο 49% της κατανάλωσης, σύμφωνα με την εκτίμηση που παρουσιάζεται στο δελτίο.
Κύριοι προορισμοί των ελληνικών τροφίμων και ποτών ήταν η Ιταλία με 17% και η Γερμανία με 13%. Στις εξαγωγές κυριάρχησαν τα επεξεργασμένα φρούτα και λαχανικά, με μερίδιο 27,6%, τα γαλακτοκομικά με 23,3% και τα έλαια και λίπη με 16,2%.
ot.gr
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις
