ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Eurobank: Αντέχει η οικονομία, πιέζονται τα νοικοκυριά

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης
Αντοχές διατηρεί η ελληνική οικονομία απέναντι στις ενεργειακές ανατιμήσεις και τη γεωπολιτική αβεβαιότητα, ωστόσο η νέα άνοδος του πληθωρισμού πιέζει τα εισοδήματα των νοικοκυριών και αυξάνει τους κινδύνους για τη συνέχεια. Την ίδια ώρα, η επιτάχυνση της ανάπτυξης που προβλέπει ο προϋπολογισμός για το 2027 περνά μέσα από ένα απαιτητικό στοίχημα: τη διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης.
Αυτή είναι η διπλή εικόνα που αποτυπώνει η Eurobank στο εβδομαδιαίο δελτίο «7 Ημέρες Οικονομία». Οι αναλυτές της τράπεζας καταγράφουν θετικές ενδείξεις για την οικονομική δραστηριότητα στο τρίτο τρίμηνο του 2026, αλλά υπογραμμίζουν ότι οι κίνδυνοι παραμένουν ανοδικοί για τον πληθωρισμό και καθοδικοί για την ανάπτυξη.
Στο επίκεντρο βρίσκονται η ακριβή ενέργεια, η απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες επιχειρήσεων και καταναλωτών, αλλά και οι αισθητές αποκλίσεις των κυβερνητικών προβλέψεων από εκείνες του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Η ενέργεια ξαναπιέζει το εισόδημα
Η επιδείνωση των συνθηκών στα πολεμικά μέτωπα Ρωσίας–Ουκρανίας και Μέσης Ανατολής επανέφερε ισχυρές πιέσεις στις τιμές της ενέργειας. Σύμφωνα με την έκθεση, η μέση τιμή του Brent διαμορφώθηκε τον Σεπτέμβριο στα 102 δολάρια το βαρέλι, αυξημένη κατά 15,8% σε μηνιαία βάση και κατά 51% σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα.

Οι εξελίξεις αυτές, σε συνδυασμό με την ισχυρή τουριστική ζήτηση, συνέβαλαν στην επιτάχυνση του εναρμονισμένου πληθωρισμού στην Ελλάδα στο 5,1%, έναντι 3,8% στην Ευρωζώνη, επιβαρύνοντας εκ νέου το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.
Παρότι στο σύνολο του τρίτου τριμήνου ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός υποχώρησε στο 3,8%, από 4,4% το προηγούμενο τρίμηνο, η συνέχεια παραμένει αβέβαιη. Η Eurobank επισημαίνει ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις, τα χαμηλότερα ευρωπαϊκά αποθέματα φυσικού αερίου σε σχέση με πέρυσι και η αυξημένη ζήτηση για θέρμανση δημιουργούν προϋποθέσεις νέων πληθωριστικών πιέσεων στο τέταρτο τρίμηνο.
Οι επιχειρήσεις αισιοδοξούν περισσότερο από τους καταναλωτές
Οι δείκτες συγκυρίας δείχνουν ότι η οικονομία διατήρησε την ανθεκτικότητά της την περίοδο Ιουλίου–Σεπτεμβρίου. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος διαμορφώθηκε στις 107,2 μονάδες, πάνω από τον μακροχρόνιο μέσο όρο των 100 μονάδων και υψηλότερα από τις 97,8 μονάδες της Ευρωζώνης. Πρόκειται για το 17ο διαδοχικό τρίμηνο υπεραπόδοσης έναντι της ζώνης του ευρώ.
Βελτίωση καταγράφηκε στο λιανικό εμπόριο και στις κατασκευές, ενώ οι υπηρεσίες διατήρησαν σχετικά υψηλά επίπεδα εμπιστοσύνης. Ωστόσο, πίσω από τη συνολική εικόνα παραμένει ένα μεγάλο χάσμα: η καταναλωτική εμπιστοσύνη υπολείπεται σημαντικά της επιχειρηματικής.
Όπως εξηγούν οι αναλυτές, η απόκλιση μπορεί να συνδέεται εν μέρει με τη διάβρωση της αγοραστικής δύναμης, ιδιαίτερα για τα νοικοκυριά που στηρίζονται σε μισθούς και συντάξεις. Παράλληλα, η εμπειρία της πολυετούς κρίσης χρέους ενδέχεται να εξακολουθεί να επηρεάζει τις προσδοκίες τους όταν εμφανίζονται νέες οικονομικές διαταραχές.


Η επιφυλακτικότητα αυτή, πάντως, αποτυπώνεται προς το παρόν κυρίως στις προσδοκίες και όχι στις καταναλωτικές δαπάνες, διευκρινίζει η τράπεζα.
Η μεταποίηση αναπτύσσεται, αλλά το κόστος ανεβαίνει
Θετικό σήμα εκπέμπει και η μεταποίηση. Ο δείκτης PMI διαμορφώθηκε στις 54,2 μονάδες το τρίτο τρίμηνο, από 53,2 μονάδες το προηγούμενο, υποδηλώνοντας βελτίωση των λειτουργικών συνθηκών για 15ο συνεχόμενο τρίμηνο.
Τον Σεπτέμβριο, η ενίσχυση της ζήτησης από πελάτες στην Ευρώπη και την Ασία στήριξε τις νέες παραγγελίες, την παραγωγή και την απασχόληση. Παράλληλα, όμως, οι επιχειρήσεις ανέφεραν αυξήσεις τόσο στο κόστος των εισροών όσο και στις τιμές πώλησης, λόγω της ανόδου των τιμών των καυσίμων.
Η χρηματοδότηση, οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις και οι εξαγωγές εξακολουθούν να στηρίζουν τη ζήτηση. Οι δομικές αδυναμίες της οικονομίας, ωστόσο, παραμένουν, αντανακλώμενες σε έναν βαθμό στο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και στον επίμονο πληθωρισμό.
Η απόσταση του προϋπολογισμού από το ΔΝΤ
Για το 2027, το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού προβλέπει επιτάχυνση της ανάπτυξης στο 2,3%, από 2% το 2026. Η αντίστοιχη εκτίμηση του ΔΝΤ, όπως παρατίθεται στην έκθεση, περιορίζεται στο 1,8% και για τα δύο έτη.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόκλιση στον πληθωρισμό. Το προσχέδιο προβλέπει υποχώρηση του εθνικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή στο 2,6% το 2027, από 3,8% φέτος. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί στο 3,6% το 2027 και στο 4,2% το 2026.


Η διαφορά έχει σημασία για την πορεία της κατανάλωσης, καθώς το κυβερνητικό σενάριο στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην ενίσχυση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος μέσω της αποκλιμάκωσης των ανατιμήσεων, της αύξησης των μισθών και των φορολογικών ελαφρύνσεων. Η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να αυξηθεί κατά 1,5% το επόμενο έτος.
Ποιος θα καλύψει το κενό του Ταμείου Ανάκαμψης
Ο βασικός μοχλός της προβλεπόμενης ανάπτυξης είναι οι επενδύσεις. Το προσχέδιο τοποθετεί την αύξησή τους στο 7,9% το 2027, από 7,7% το 2026, με συμβολή περίπου 1,5 ποσοστιαίας μονάδας στην αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ.
Ωστόσο, η Eurobank χαρακτηρίζει απαιτητική την επίτευξη του στόχου λόγω της ολοκλήρωσης του Ταμείου Ανάκαμψης το 2026.
Ο Προϋπολογισμός Δημοσίων Επενδύσεων, χωρίς το Ταμείο Ανάκαμψης, προβλέπεται να αυξηθεί στα 11 δισ. ευρώ το 2027, από 9,8 δισ. ευρώ φέτος. Για να αντισταθμιστεί, όμως, η μείωση των πόρων του Ταμείου και να καλυφθεί το επενδυτικό κενό, απαιτείται σημαντική κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων.
Ακόμη και με την επίτευξη των προβλέψεων, οι επενδύσεις αναμένεται να αντιστοιχούν στο 18,6% του ΑΕΠ, από 17,8% το 2026, παραμένοντας χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Παράλληλα, ο εξωτερικός τομέας προβλέπεται να έχει και πάλι αρνητική συμβολή στην ανάπτυξη: οι εισαγωγές αναμένεται να αυξηθούν κατά 4%, ταχύτερα από τις εξαγωγές, για τις οποίες προβλέπεται άνοδος 3,1%. Η εξέλιξη αντανακλά την υψηλή εξάρτηση της εγχώριας ζήτησης —και ιδιαίτερα των επενδύσεων— από εισαγόμενα αγαθά και υπηρεσίες.
Πλεονάσματα με διαφορετικές εκτιμήσεις
Στο δημοσιονομικό πεδίο, το προσχέδιο προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 3,3% του ΑΕΠ το 2027, από 3,6% το 2026, και συνολικό πλεόνασμα 0,3% του ΑΕΠ.
Το ΔΝΤ είναι πιο συγκρατημένο, εκτιμώντας πρωτογενές πλεόνασμα 2,6% και συνολικό έλλειμμα 0,7% του ΑΕΠ για το επόμενο έτος. Η Eurobank υπενθυμίζει ότι οι ελληνικές δημοσιονομικές επιδόσεις, ιδιαίτερα το 2024 και το 2025, ξεπέρασαν προηγούμενες εκτιμήσεις του Ταμείου, επισημαίνοντας όμως ότι αυτό δεν προδικάζει αντίστοιχη εξέλιξη το 2027.
Οι μεγαλύτερες απειλές για το οικονομικό σενάριο παραμένουν η παρατεταμένη ενεργειακή ακρίβεια, η επιδείνωση των διεθνών χρηματοπιστωτικών συνθηκών, η ασθενέστερη εξωτερική ζήτηση και οι καθυστερήσεις σε επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις. Η διατήρηση της σημερινής ανθεκτικότητας θα εξαρτηθεί τόσο από τις διεθνείς εξελίξεις όσο και από την ικανότητα της οικονομίας να στηρίξει τις επενδύσεις μετά το Ταμείο Ανάκαμψης.
ot.gr
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις
