ΛΑΡΙΣΑΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ

Στέμματα, φίδια, κέρατα και αλλόκοτες περούκες – Ο κρυμμένος θησαυρός του Θεσσαλικού Θεάτρου

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το onlarissa.gr στη Google

Με αφορμή την επετειακή έκθεση «Ανθολόγιο», μια διαφορετική περιήγηση στα 50 χρόνια του Θεσσαλικού Θεάτρου μέσα από τα καπέλα, τα στέμματα, τις περούκες και τις παράξενες κατασκευές του ιστορικού του βεστιαρίου

Ένα καπέλο στο θέατρο δεν προστατεύει από τον ήλιο ούτε από τη βροχή. Μπορεί να φανερώσει την κοινωνική θέση ενός προσώπου, να μεταφέρει τον θεατή σε μια άλλη εποχή, να μεταμορφώσει έναν ηθοποιό σε βασιλιά, ζητιάνο, πουλί ή μυθικό πλάσμα. Κάποιες φορές αρκεί να εμφανιστεί επάνω στη σκηνή πριν ακόμη ακουστεί η πρώτη λέξη.

Στα πενήντα χρόνια του Θεσσαλικού Θεάτρου εκατοντάδες τέτοια αντικείμενα σχεδιάστηκαν, κατασκευάστηκαν για να τα φορέσουν οι ηθοποιοί του. Ταξίδεψαν σε πόλεις και χωριά, εμφανίστηκαν σε παιδικές παραστάσεις, κωμωδίες και αρχαίες τραγωδίες και, όταν έπεσε η αυλαία, επέστρεψαν στις αποθήκες και στις ντουλάπες του βεστιαρίου.

Της Εύης Μποτσαροπούλου

Αυτή την πενηντάχρονη διαδρομή επιχειρεί να φωτίσει η έκθεση «Ανθολόγιο», η οποία παρουσιάζεται στη Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας – Μουσείο Γ. Ι. Κατσίγρα. Μαρτυρίες, έγγραφα, αφίσες, μακέτες σκηνικών και κοστούμια συνθέτουν μια επιλεκτική αναδρομή στους ανθρώπους, στις παραστάσεις και στις σημαντικές στιγμές του πρώτου περιφερειακού θεάτρου της χώρας.

Το «Ανθολόγιο» κοιτάζει τη μεγάλη εικόνα και εμείς μια λεπτομέρεια. Αξιοποιούμε το ψηφιακό αρχείο του Θεσσαλικού Θεάτρου, ανοίγουμε τις ντουλάπες του παλιού βεστιαρίου και ψάχνουμε τα καπέλα.  Από τα κομψά πλατύγυρα καπέλα και τα χρυσοποίκιλτα τουρμπάνια μέχρι τα φίδια, τα κέρατα, τα πουλιά και τις αλλόκοτες περούκες, κάθε αντικείμενο αποτελεί ένα μικρό ίχνος της παράστασης για την οποία δημιουργήθηκε.

Το καπέλο ως ταξίδι σε έναν φανταστικό κόσμο…

Στο παιδικό θέατρο το καπέλο δεν χρειάζεται να υπακούει στους κανόνες της πραγματικότητας. Μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το κεφάλι, να γεμίζει φτερά και κοσμήματα ή να προαναγγέλλει έναν τόπο που υπάρχει μόνο στη φαντασία. Ο θεατής αναγνωρίζει τον ήρωα όχι από όσα λέει, αλλά από τη μορφή που υψώνεται επάνω του.

Από τον «Οδυσσεβάχ» του 1989 σώζονται δύο τουρμπάνια που μοιάζουν να έχουν βγει από την ίδια πολύχρωμη περιπλάνηση. Το πρώτο είναι κατασκευασμένο από ριγέ σαντούκ και τιρκουάζ σταμπωτό ύφασμα, με κόσμημα στο κέντρο και μεγάλα τιρκουάζ φτερά. Το δεύτερο συνδυάζει χρυσό σατέν, ριγέ βαμβακερό ύφασμα, φτερά φασιανού και ένα χρυσό υφασμάτινο κλαδί.

Δεν πρόκειται απλώς για εξωτικά στολίδια. Ο όγκος, η λάμψη και η κίνηση των φτερών δημιουργούν γύρω από το πρόσωπο του ηθοποιού έναν ολόκληρο κόσμο. Πριν ακόμη συστηθεί ο χαρακτήρας, το καπέλο έχει ήδη προαναγγείλει το ταξίδι.

Στην «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» του 2008 η φαντασία γίνεται ακόμη πιο ελεύθερη. Ένα φουσκωτό μπουρελέ, καλυμμένο με κόκκινο τούλι, σχηματίζει μια ανάποδη καρδιά. Στην κορυφή του φέρει κόσμημα και στερεώνεται κάτω από το σαγόνι με κορδέλα.

Δίπλα του, μια πολύ πιο σύνθετη κατασκευή συνδυάζει σύρμα και αφρολέξ. Ένα φουσκωτό κυλινδρικό στεφάνι περιβάλλει το κεφάλι, ενώ μαύρη βαμβακερή δαντέλα, χρυσό τούλι, τρέσες, κρύσταλλα και καφέ βελούδινα πλοκάμια δημιουργούν μια μορφή που ισορροπεί ανάμεσα στο καπέλο, την περούκα και το γλυπτό.

Στη Χώρα των Θαυμάτων, άλλωστε, τίποτε δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται. Ούτε καν τα καπέλα.

Το καπέλο ως εποχή και κοινωνική θέση…

Πριν ο θεατής μάθει το όνομα μιας ηρωίδας, το καπέλο της μπορεί να έχει ήδη αποκαλύψει από ποια εποχή προέρχεται, σε ποια κοινωνική τάξη ανήκει και πόσο χώρο θεωρεί ότι δικαιούται να καταλαμβάνει. Στην αστική ενδυμασία το καπέλο δεν ολοκληρώνει απλώς το φόρεμα. Αποτελεί δημόσια δήλωση.

Στην «Ωραία μου κυρία» του 2004 τα πλατύγυρα καπέλα αφηγούνται σχεδόν από μόνα τους τη μετάβαση σε έναν κόσμο κομψότητας και κοινωνικών κωδίκων. Ένα από αυτά είναι φτιαγμένο από βελούδο σε nude απόχρωση και στολίζεται περιμετρικά με εκρού υφασμάτινα τριαντάφυλλα. Στο μπροστινό μέρος, μεγάλα λουλούδια από χρυσή οργάντζα και εκρού σατέν αυξάνουν ακόμη περισσότερο τον όγκο του.

Ένα δεύτερο πλατύγυρο καπέλο, επίσης από nude βελούδο, φέρει λευκά φτερά, χρυσή οργάντζα και λουλούδια κατασκευασμένα από τούλι και σύρμα. Τα υλικά είναι ελαφριά, όμως η εντύπωση που δημιουργούν είναι επιβλητική.

Σε ένα από τα ολοκληρωμένα κοστούμια της ίδιας παράστασης, το καπέλο αποκτά ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις. Είναι πλατύγυρο, από λευκό ύφασμα, με μαύρη σατέν φάσα. Λευκά φτερά και υφάσματα τυλιγμένα με ασπρόμαυρη οργάντζα δίνουν όγκο στο επάνω μέρος, ενώ μια μαύρη σατέν καρφίτσα με στρας τοποθετείται στο ανασηκωμένο μπροστινό τμήμα.

Το ασπρόμαυρο καπέλο συνοδεύει ένα μακρύ φόρεμα από λευκό κρεπ σατέν και δαντέλα. Εδώ φαίνεται καθαρά γιατί ορισμένα αντικείμενα έχουν καταγραφεί στο αρχείο δύο φορές: μία ως αυτοτελή καλύμματα κεφαλής και μία ως μέρη ολόκληρου κοστουμιού. Οι δύο εικόνες δεν επαναλαμβάνουν απλώς το ίδιο έκθεμα. Η πρώτη αποκαλύπτει την κατασκευή του και η δεύτερη τον τρόπο με τον οποίο συνομιλούσε με το σώμα και το υπόλοιπο ένδυμα.

Στέμματα για τις γυναίκες της τραγωδίας…

Στην αρχαία τραγωδία το κάλυμμα του κεφαλιού δεν δηλώνει μόνο εξουσία. Μπορεί να κουβαλά καταγωγή, μνήμη, φόβο, απειλή. Δεν είναι ένα απλό βασιλικό σύμβολο, αλλά μέρος μιας μορφής που συχνά βρίσκεται ήδη παγιδευμένη στη μοίρα της.

Στις «Χοηφόρες» του 1992, ένα κωνικό καπέλο τύπου Νεφερτίτης σχηματίζει μια αυστηρή, σχεδόν αρχιτεκτονική κορυφή επάνω από το πρόσωπο. Είναι πεπιεσμένο στα πλαϊνά και επενδεδυμένο με φλοράλ μπροκάρ υφάσματα και ανάγλυφα χρυσοκέντητα μοτίβα. Αλυσίδες με φλουριά, χάντρες και υφασμάτινα τριαντάφυλλα καλύπτουν την επιφάνειά του, ενώ στην κορυφή υψώνονται κλαδιά από σύρμα και μεταλλικά στοιχεία. Από τους κροτάφους κρέμεται κόσμημα που αγκαλιάζει το οβάλ του προσώπου.

Το αποτέλεσμα δεν επιχειρεί μια ιστορικά πιστή αναπαράσταση. Δανείζεται διαφορετικά σύμβολα και υλικά για να δημιουργήσει μια γυναίκα που μοιάζει να έρχεται από έναν αρχαίο αλλά απροσδιόριστο κόσμο.

Στις «Βάκχες» του 2001 το κάλυμμα κεφαλής γίνεται ακόμη πιο απειλητικό. Μια μισή μάσκα χρυσού χρώματος συνεχίζεται στο μέτωπο και στο επάνω μέρος του κεφαλιού, όπου πολλά μπλεγμένα φίδια, επίσης βαμμένα χρυσά, σχηματίζουν τον διάκοσμο. Η μάσκα είναι ενσωματωμένη σε περούκα με μακριά μαύρα μαλλιά και η κατασκευή έχει γίνει από βαμμένη γυψόγαζα.

Το ανθρώπινο πρόσωπο παραμένει εν μέρει ορατό, αλλά τα φίδια το περικυκλώνουν. Το καπέλο δεν δηλώνει απλώς ποια είναι η μορφή. Προαναγγέλλει τον κίνδυνο που τη συνοδεύει.

Όταν το καπέλο καταπίνει το πρόσωπο…

Υπάρχει μια στιγμή κατά την οποία το καπέλο παύει να στέκεται επάνω από τον ηθοποιό και αρχίζει να τον εξαφανίζει. Καλύπτει το μέτωπο, τα μάτια, το στόμα, τον λαιμό και τελικά ολόκληρο το κεφάλι. Τότε δεν λειτουργεί πια ως αξεσουάρ. Γίνεται το ίδιο το πρόσωπο του χαρακτήρα.

Στο κοστούμι του ποντικιού από τον «Οδυσσεβάχ», το παλτό από ζωγραφισμένο γαλάζιο τζιν συνοδεύεται από μια μεγάλη μάσκα-καπέλο, η οποία καλύπτει ολόκληρο το κεφάλι. Χαρτί, γυψόγαζα, ύφασμα και σίτα ενώνονται και ζωγραφίζονται, ώστε ο ηθοποιός να πάψει να μοιάζει με άνθρωπο και να μεταμορφωθεί πλήρως στο πλάσμα της παράστασης.

Η κατασκευή πρέπει να είναι αρκετά μεγάλη για να διαβάζεται από απόσταση, αλλά και αρκετά ελαφριά ώστε να επιτρέπει στον ηθοποιό να κινηθεί, να βλέπει και να αναπνέει. Πίσω από την παραμυθένια εικόνα κρύβεται επομένως ένα σύνθετο τεχνικό πρόβλημα.

Μια άλλη μάσκα του αρχείου, από χαρτόνι και γύψο, εκτείνεται σε σκέπασμα ολόκληρου του κεφαλιού. Είναι βαμμένη σε ανοιχτό γκρι, φέρει νήματα πλεξίματος σε μωβ και βιολετί αποχρώσεις και χρυσά κρόσια δεξιά και αριστερά. Εσωτερικά είναι επενδεδυμένη με διάτρητο λευκό ύφασμα και συγκρατείται με ελαστική κορδέλα γύρω από τον λαιμό.

Η κατασκευή φανερώνει και όσα συνήθως δεν βλέπει το κοινό: την εσωτερική επένδυση, τα σημεία στερέωσης και τις πρακτικές λύσεις που επιτρέπουν σε ένα παράξενο αντικείμενο να φορεθεί επάνω στη σκηνή.

 

Από τον άνθρωπο στο ζώο…

Στο θέατρο η μεταμόρφωση δεν χρειάζεται ψηφιακά εφέ. Λίγο χαρτόνι, ύφασμα, γάζα και χρώμα μπορούν να αλλάξουν το ανθρώπινο σώμα και να το μετατρέψουν σε ζώο. Το καπέλο γίνεται ράμφος, λειρί, φτερό και λαιμός· μια φορητή κατασκευή που επινοεί ένα καινούργιο είδος επάνω στη σκηνή.

Στην παράσταση «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο» του 2018 εμφανίζεται ένα κάλυμμα κεφαλής με τη μορφή μαύρου πουλιού. Η βάση του είναι φτιαγμένη από χαρτόνι και μαύρη γάζα, ενώ λωρίδες από βαμβακερά και μάλλινα υφάσματα σχηματίζουν τα φτερά. Μαύρα υλικά με διακριτικά πουά και ρίγες αναμειγνύονται με φτερά σε βαθύ μπλε χρώμα, καλύπτοντας ολόκληρο το κεφάλι και τον λαιμό.

Το πουλί δεν αποτελεί μια ρεαλιστική απομίμηση της φύσης. Τα διαφορετικά υφάσματα, οι υφές και τα ανεπαίσθητα μοτίβα το μετατρέπουν σε σκηνικό πλάσμα, φτιαγμένο για να αποκτά μορφή μέσα στην κίνηση και το φως.

Στην ίδια παράσταση συναντάμε και ένα κεφάλι κόκορα με ημίψηλο καπέλο. Το μαύρο καπέλο είναι κατασκευασμένο από χαρτόνι, καλυμμένο με βαμβακερό ύφασμα και επιζωγραφισμένο. Στη μία πλευρά του υψώνεται ένα κόκκινο υφασμάτινο λειρί, ενώ γύρω από τον λαιμό η μπεζ γάζα σχηματίζει πούπουλα.

Η πιο αναπάντεχη λεπτομέρεια είναι το μονόκλ με την αλυσίδα του. Ο κόκορας δεν γίνεται απλώς άνθρωπος. Αποκτά κοινωνικό ρόλο, ύφος και ίσως μια μικρή δόση αλαζονείας. Μια απλή λεπτομέρεια αρκεί για να γεννηθεί χαρακτήρας.

 

Φορητή γλυπτική: η φαντασία επάνω από το κεφάλι…

Ορισμένες κατασκευές του βεστιαρίου δεν χωρούν εύκολα στον όρο «καπέλο». Είναι μικρά γλυπτά σχεδιασμένα να ισορροπούν επάνω σε ένα ανθρώπινο σώμα. Συνδυάζουν υλικά που κανονικά δεν θα συναντούσε κανείς σε ένα ένδυμα και μετατρέπουν το κεφάλι σε κινητή θεατρική σκηνή.

Στην παράσταση «Ο κύριος Τιμόθεος και το χαμένο πετράδι της γνώσης» του 2017, μια λευκή περούκα εποχής ροκοκό κατασκευάζεται από ύφασμα, χαρτί και σίτα. Επάνω της δεν υπάρχουν μόνο κορδέλες ή λουλούδια, αλλά ποτήρια, πιατάκια και κούπες σε λευκό και μεταλλικό καφέ χρώμα. Η περούκα δένει στον λαιμό με κορδέλα, ώστε να μπορεί να συγκρατήσει αυτό το παράδοξο σερβίτσιο.

Το αντίστοιχο ολοκληρωμένο κοστούμι επαναλαμβάνει το ίδιο εύρημα. Κούπες, ποτήρια και πιατάκια εμφανίζονται και επάνω στα φουσκωτά τούλια της βερμούδας, δημιουργώντας μια μορφή στην οποία το κεφάλι και το σώμα αποτελούν μέρη της ίδιας υπερβολικής σύνθεσης.

Στην ίδια παράσταση ανήκει και ένα μαύρο καπέλο από τσόχα, το οποίο καλύπτει τον αυχένα και τα πλαϊνά του λαιμού. Στην κορυφή του εμφανίζονται υφασμάτινα κέρατα, ενώ από πίσω κρέμεται στην πλάτη μια μακριά γούνινη κουκούλα.

Η κατασκευή δεν χρειάζεται να αναπαριστά πιστά ένα συγκεκριμένο ζώο. Τα κέρατα και η γούνα αρκούν για να δώσουν στον ηθοποιό μια ανοίκεια, παραμυθένια μορφή, αφήνοντας το υπόλοιπο στη φαντασία του θεατή.

 

Όσα μένουν όταν πέσει η αυλαία…

Όταν τελειώνει μια παράσταση, τα σκηνικά αποσυναρμολογούνται, τα φώτα σβήνουν και οι ηθοποιοί αποχωρούν. Τα κοστούμια και τα καπέλα επιστρέφουν στο βεστιάριο. Εκεί μπορεί να παραμείνουν για χρόνια, αποκομμένα πλέον από το σώμα, τη φωνή και την κίνηση που τους έδιναν ζωή.

Κοιτάζοντάς τα σήμερα, δύσκολα αντιλαμβάνεται κανείς πόσοι άνθρωποι κρύβονται πίσω από το καθένα. Ο ενδυματολόγος που το σχεδίασε, ο τεχνίτης που έδωσε μορφή στο σύρμα και στο χαρτόνι, η μοδίστρα που στερέωσε το ύφασμα, ο ηθοποιός που έπρεπε να το φορέσει χωρίς να χάσει την ελευθερία των κινήσεών του.

Ένα πλατύγυρο καπέλο μπορεί να διασώζει την εικόνα μιας ολόκληρης κοινωνικής τάξης. Ένα χρυσό τουρμπάνι τη φαντασία μιας παιδικής παράστασης. Ένα στέμμα τη μοναξιά μιας βασίλισσας. Ένα κεφάλι πουλιού τη στιγμή κατά την οποία ο ηθοποιός έπαψε να μοιάζει με άνθρωπο και έγινε μέρος ενός παράξενου σκηνικού κόσμου. Δεν είναι απλώς συμπληρώματα παλιών κοστουμιών. Είναι μικρά φορητά σκηνικά, χειροποίητες κατασκευές και σιωπηλοί μάρτυρες παραστάσεων που κάποτε γέμισαν τις αίθουσες, τις πλατείες και τα υπαίθρια θέατρα της Θεσσαλίας.

Και αν μπορούσαν πράγματι να μιλήσουν, δεν θα διηγούνταν μόνο την ιστορία των χαρακτήρων που τα φόρεσαν. Θα διηγούνταν την ιστορία ενός θεάτρου που γεννήθηκε στη Λάρισα πριν από πενήντα χρόνια και εξακολουθεί να αλλάζει πρόσωπα, εποχές και κόσμους.

Η έκθεση «Ανθολόγιο»

Η επετειακή έκθεση για τα 50 χρόνια του Θεσσαλικού Θεάτρου παρουσιάζεται στο αίθριο του πρώτου ορόφου της Δημοτικής Πινακοθήκης Λάρισας – Μουσείο Γ. Ι. Κατσίγρα έως τις 20 Νοεμβρίου 2026. Την επιμέλεια υπογράφουν ο Αλέξιος Παπαζαχαρίας και ο Γεώργιος Αλέξανδρος Σαμαράς.

Ώρες λειτουργίας: Τρίτη έως Κυριακή, 10:00–14:00 και 18:00–21:00. Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Ακολουθήστε το onlarissa.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις
Ετικέτες