ΛΑΡΙΣΑΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ

Βασίλης Λιάπης: «Η Λάρισα θα κάνει restart» – Η πόλη που δεν κοιμόταν, το Circus και η διασκέδαση που αλλάζει

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το onlarissa.gr στη Google

Για τον Βασίλη Λιάπη, η νύχτα της Λάρισας δεν είναι μια ιστορία που άκουσε από τους παλιότερους. Είναι ένα μεγάλο κομμάτι της δικής του ζωής. Από τα πρώτα Σαββατοκύριακα που, μαθητής ακόμη, μάζευε ποτήρια σε ένα φοιτητικό μαγαζί της γειτονιάς του, μέχρι το Vintage της Φρίξου και, σήμερα, το Circus, έχουν μεσολαβήσει περισσότερες από δύο δεκαετίες μέσα σε έναν χώρο που άλλαξε όσο λίγοι.

Στα 40 του χρόνια έχει ήδη προλάβει να δει τη Λάρισα να διασκεδάζει μέχρι το πρωί, να γεμίζει τους πεζοδρόμους της και τα παράλιά της, να περνά την οικονομική κρίση, την πανδημία, τους σεισμούς και τον Daniel και, τελικά, να γίνεται πολύ πιο επιλεκτική στον τρόπο με τον οποίο ξοδεύει για τη διασκέδασή της.

Το 2011 έκανε το πρώτο του επιχειρηματικό βήμα με το Vintage. Ένα μαγαζί που συνδέθηκε με την άνοδο της οδού Φρίξου και παρέμεινε για περισσότερο από μία δεκαετία ένα από τα αναγνωρίσιμα στέκια της πόλης. Όταν ο κύκλος του έκλεισε, ο Βασίλης Λιάπης δεν αναζήτησε απλώς το επόμενο μπαρ. Αναζήτησε έναν χώρο όπου θα μπορούσε να φέρει στη Λάρισα όσα ο ίδιος ταξίδευε μέχρι την Αθήνα για να δει.

Έτσι γεννήθηκε το Circus. Ένας χώρος όπου μια βραδιά μπορεί να φιλοξενεί θέατρο, την επόμενη μια μεγάλη συναυλία και λίγο αργότερα ένα μουσικό είδος που απευθύνεται σε μερικές δεκάδες μυημένους. Και ίσως αυτή να είναι η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά του ανθρώπου που βρίσκεται πίσω του: Η παραδοχή ότι δεν χρειάζεται κάθε βραδιά να είναι εμπορικά κερδοφόρα, αρκεί να έχει λόγο ύπαρξης.

Στη συνέντευξή του στο onlarissa.gr και στον δημοσιογράφο Απόστολο Ράιδο, ο Βασίλης Λιάπης μιλά για τη Λάρισα που κάποτε «δεν κοιμόταν ποτέ», για τη μεγάλη αλλαγή στις συνήθειες του κοινού, για το χρήμα και τα όρια που ο ίδιος βάζει στην επιχειρηματικότητα, για την τραπ και τα πρότυπα της νέας γενιάς, αλλά και για το μέλλον μιας πόλης που, όπως εκτιμά, έχει χάσει τα τελευταία χρόνια τη φρεσκάδα της. Δεν πιστεύει, όμως, ότι αυτή η ιστορία έχει τελειώσει. «Η Λάρισα θα κάνει restart», λέει. Και το λέει ως κάποιος που έχει ήδη δει αρκετές φορές τη νύχτα της πόλης να αλλάζει πρόσωπο.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ Απόστολο Ράιδο

Καταρχάς, θέλω να μου πεις πώς προέκυψε η ενασχόλησή σου με τη νύχτα και πότε. Με τον χώρο της διασκέδασης γενικότερα.

Ξεκίνησα από τα εφηβικά μου χρόνια. Στη Β΄ Λυκείου είχε ανοίξει στη γειτονιά ένα φοιτητικό μαγαζί, όπου κάναμε τις κοπάνες μας ως τίμια λυκειόπαιδα. Ο ίδιος ιδιοκτήτης, μαζί με τα παιδιά τότε, είχε και ένα κλαμπ στη Λάρισα, όπου πηγαίναμε και κάναμε τα «λυκειακά μας πάρτι».

Ο άνθρωπος που ήταν υπεύθυνος στο μαγαζί, ο Ντίνος, δούλευε τα βράδια εκεί και, όταν έκλεινε, με έβαζε να μαζεύω τα ποτήρια για να μάθω τη δουλειά. Κάπως έτσι έπιασα δουλειά κάποια Σαββατοκύριακα στο γειτονικό φοιτητικό μαγαζί.

Μετά δεν θέλει και πολύ. Εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ καλά για τη νύχτα της Λάρισας και εύκολα σε συνεπαίρνει όλο αυτό. Σε εκείνη την ηλικία θεωρώ ότι είναι από τις καλύτερες δουλειές που μπορεί να κάνει ένας νέος, από τα 18 μέχρι τα 25 του χρόνια. Και οικονομικά και ως προς τη διασκέδαση.

Ήταν υπερβολή ή πραγματικότητα αυτό που είχε παραφράσει κάποτε ο τέως δήμαρχος Κώστας Τζανακούλης, ότι «η Λάρισα είναι η πόλη που δεν κοιμάται ποτέ»; Τότε, ιδιαίτερα τη δεκαετία του ’90, η πόλη όντως δεν κοιμόταν ποτέ;

Καταρχάς, να σου πω ότι ήμουν πολύ μικρότερος, άρα δεν μπορώ να σου μιλήσω για τη δεκαετία του ’80 ή για το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του ’90. Μπορώ να σου μιλήσω για τη δεκαετία του 2000, γιατί όντως είμαι πολύ μικρότερος απ’ όσο νομίζεις. Είμαι σαραντάρης.

Από όσα άκουγα για τη δεκαετία του ’90 και από αυτά που έζησα μέχρι το 2010, θεωρώ ότι δεν ήταν καθόλου υπερβολικό αυτό που λεγόταν, ότι δηλαδή η πόλη δεν κοιμόταν ποτέ. Αν ανατρέξουμε σε ονόματα μαγαζιών και περιοχών, τόσο στη Λάρισα όσο και στα παράλια του νομού –γιατί δεν πρέπει να τα ξεχνάμε, αφού τότε υπήρχε μια τεράστια καλοκαιρινή σεζόν, εντελώς διαφορετική από τη σημερινή– θεωρώ ότι πράγματι η πόλη δεν κοιμόταν. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας υπήρχαν χώροι όπου μπορούσες να διασκεδάσεις.

Το πρώτο επιχειρηματικό σου βήμα μέσα στον χώρο της διασκέδασης ποιο ήταν και πότε;

Επιχειρηματικά ξεκίνησα το 2011 με το Vintage, μια μπυραρία σε έναν χώρο στον οποίο μεγάλωσα επαγγελματικά, όπως και πολλοί άλλοι άνθρωποι σε αυτή την πόλη. Είχε κλείσει τότε ο κύκλος του Γιώργου με το Bizzar και είχε αφήσει τον χώρο. Έτυχε εκείνη την περίοδο να ψάχνω κι εγώ έναν χώρο για να κάνω το πρώτο μου επιχειρηματικό βήμα.

Είχα κολλήσει στην ιδέα ότι ήθελα να ανοίξω μπυραρία, γιατί δεν υπήρχε τότε στη Λάρισα αυτή η μορφή διασκέδασης, με μεζέδες και πολλές διαφορετικές μπύρες. Η πρώτη μου απόπειρα ήταν στο καινούργιο γήπεδο, αλλά δεν τελεσφόρησε. Στη συνέχεια άρχισα να ψάχνω στο κέντρο. Όταν έκλεισε το Bizzar, το Πορτοκάλι, όπως ξέρουν πολλοί τον χώρο, ανοίξαμε εκεί.

Και τι ακολούθησε;

Ακολούθησαν 13 υπέροχα χρόνια, σε έναν δρόμο στον οποίο τότε πήγαιναν ελάχιστοι και που στη συνέχεια εξελίχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους πεζοδρόμους διασκέδασης της πόλης.

Μιλάμε για τη Φρίξου…

Ναι, για τη Φρίξου. Για αρκετά χρόνια υπήρχαν εκεί δύο μαγαζιά. Μετά έγινε το μεγάλο «μπαμ», άνοιξαν πέντε-έξι καταστήματα και δημιουργήθηκε ένας δρόμος που, όπως έχει ειπωθεί πολλές φορές, σε έκανε να αισθάνεσαι «λες και είσαι σε νησί». Ήταν ένας πολύ στενός δρόμος, με πάρα πολλά τραπεζοκαθίσματα, πολύ κόσμο, έντονη διασκέδαση και διαφορετικά είδη μαγαζιών.

Το Circus πώς προέκυψε;

Το Circus προέκυψε από μια ανάγκη που είχα μέσα μου: Να μπορώ επιτέλους να βλέπω στην πόλη μου αυτά που θέλω και αυτά που μου αρέσουν. Η ιδέα είχε ξεκινήσει λίγα χρόνια νωρίτερα, γιατί είχα κουραστεί να πηγαίνω στην Αθήνα, ειδικά τον χειμώνα, για να δω θέατρο και συναυλίες. Είχα αρχίσει να κάνω κάποιες πρώτες επαφές για να δω πώς θα μπορούσε να αναπτυχθεί όλο αυτό το κομμάτι.

Χρονικά συνέπεσε με το κλείσιμο του Vintage, όμως αυτή η απόπειρα για τη δημιουργία ενός συναυλιακού και θεατρικού χώρου θα γινόταν ακόμη κι αν δεν έκλεινε το Vintage.

Σε μια περίοδο κατά την οποία υπάρχει μια πανθομολογούμενη πτώση στον χώρο των θεαμάτων και της διασκέδασης, βλέπουμε τα καταστήματα να δουλεύουν λιγότερες ημέρες και να είναι πολύ λιγότερα από ό,τι παλαιότερα. Δεν ήταν παράτολμο ένα τέτοιο επιχειρηματικό εγχείρημα;

Ναι. Αλλά δεν πολυσκέφτομαι όταν θέλω να κάνω κάτι. Το ίδιο μου έλεγαν και το 2011: «Ξεκινάει στην Ελλάδα η κρίση, πού πας να ανοίξεις μαγαζί;». Όταν πιστεύω σε κάτι, θεωρώ ότι είτε αργά είτε γρήγορα, με σταθερά βήματα, θα πετύχει. Δεν χρειάζονται μόνο φανφάρες και πυροτεχνήματα. Εάν έχεις ταυτότητα και αυτό που κάνεις είναι αληθινό, θεωρώ ότι, σε οποιαδήποτε εποχή, θα πάρει αυτό που του αξίζει.

Το Circus προέκυψε από μια ανάγκη που είχα μέσα μου: Να μπορώ επιτέλους να βλέπω στην πόλη μου αυτά που θέλω και αυτά που μου αρέσουν.

Εάν παρατηρήσει κάποιος το καλεντάρι των εκδηλώσεων, θα δει αρκετές συναυλίες και άλλα events πραγματικά για μυημένους, για λίγους. Πόσο εύκολο είναι να έρθουν στη Λάρισα ονόματα που δεν κάνουν «γκελ» στο ευρύ κοινό, αλλά είναι περισσότερο εξεζητημένα; Και πόσο εμπορικά ορθολογική είναι μια τέτοια επιλογή;

Αυτό εντάσσεται σε μια μεγαλύτερη κλίμακα που λέγεται πολιτισμός. Ο πολιτισμός απευθύνεται σε όλους. Δίνει χώρο σε όλους τους ανθρώπους και στα ακούσματά τους. Δεν υπάρχουν σύνορα και τοίχοι. Υπάρχει κόσμος που δεν μπορεί να ακούσει, ακόμη και στην Ελλάδα συνολικά και όχι μόνο στην πόλη μας, αυτό που πραγματικά του αρέσει. Σε αυτούς τους ανθρώπους, με σωστές κινήσεις, σωστές συζητήσεις και σωστό χτίσιμο, μπορείς να δώσεις το δικαίωμα, ακόμη κι αν είναι δέκα, δεκαπέντε ή πενήντα άτομα, να χαρούν αυτό που αγαπούν.

Έχουμε κάνει συναυλίες στις οποίες ήμασταν μέσα δέκα ή δώδεκα άτομα. Τουλάχιστον όμως αυτοί οι άνθρωποι χάρηκαν αυτό που τους αρέσει. Μπορεί να είναι από dark wave μουσική μέχρι μπουζούκι. Και μάλιστα ένα διαφορετικό μπουζούκι, γιατί στην πόλη μας θεωρούμαστε και… μπουζουκόβιοι. Κάτι που ίσως να μην ακούγεται στα υπόλοιπα μπουζούκια, γιατί έχει μια διαφορετική προσέγγιση.

Άρα μιλάμε για έναν άνθρωπο ο οποίος στη δουλειά του δεν βάζει πάνω απ’ όλα το χρήμα. Κάνει και πράγματα γνωρίζοντας ότι ενδεχομένως δεν θα του αποφέρουν κάτι ή ακόμη και ότι μπορεί να τον ζημιώσουν.

Να πούμε ξεκάθαρα ότι το χρήμα είναι ο βασικός μοχλός επιβίωσης του ανθρώπου στην εποχή που ζούμε. Δεν θα κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Το θέμα είναι, ακόμη και με λιγότερα χρήματα, να μπορέσεις να προσφέρεις κάτι και να κοιμηθείς ήσυχος το βράδυ.

Πολλές φορές έχουμε κλείσει το μαγαζί και έχουμε πει με τους συνεργάτες μου: «Σήμερα θα κοιμηθούμε ήσυχοι. Κάτι καταφέραμε». Το να προσφέρεις στον κόσμο τη δυνατότητα να διασκεδάζει, ειδικά στις σημερινές εποχές, είναι από μόνο του μια ευχαρίστηση. Γιατί αυτή η χαρά, εξαιτίας όλων όσων συμβαίνουν, μπορεί να λείπει από την καθημερινότητα ενός ανθρώπου. Και ακόμη περισσότερο όταν διασκεδάζει με ποιότητα. Θεωρώ ότι αυτά που κάνουμε είναι ποιοτικά, όσο εγωιστικό κι αν ακούγεται.

Προφανώς ο Λαρισαίος, μέσα στη γενικότερη οικονομική κατάσταση, έχει περιορίσει το μπάτζετ που διαθέτει για τη διασκέδασή του.

Πάρα πολύ. Και είναι πλέον πάρα πολύ επιλεκτικός.

Έχουν αλλάξει όμως και οι συνήθειές του; Δηλαδή αυτά τα λιγότερα χρήματα που θα διαθέσει, τα κατευθύνει σε συγκεκριμένους τομείς της διασκέδασης;

Εδώ το Circus έχει μια τεράστια ιδιαιτερότητα, η οποία το κάνει ακόμη πιο δύσκολο οικονομικά. Υπάρχει και το εισιτήριο και η κατανάλωση. Ο πελάτης που θα έρθει σε ένα event πρέπει να πληρώσει το εισιτήριο, το οποίο συνήθως αποτελεί και το αντίτιμο για τον καλλιτέχνη, και μετά να πληρώσει και την κατανάλωσή του μέσα στον χώρο.

Αυτό δυσκολεύει πάρα πολύ τα πράγματα. Για παράδειγμα, δεν μπορεί εύκολα να πιει λίγο παραπάνω ώστε να διασκεδάσει όπως θα ήθελε. Γι’ αυτό και ο κόσμος έχει γίνει πολύ περισσότερο επιλεκτικός στο πότε και στο πού θα διαθέσει αυτά τα ελάχιστα χρήματα που έχει για τη διασκέδασή του.

Σε ό,τι αφορά τη νεολαία τώρα, Βασίλη, η οποία καλώς ή κακώς γαλουχείται μουσικά και με πρότυπα που πολλές φορές είναι στρεβλά, βλέπεις ανταπόκριση που να σε εκπλήσσει σε κάποιες από τις ποιοτικές επιλογές καλλιτεχνών που κάνεις τον χειμώνα στο Circus; Υπάρχει ελπίδα από τους νέους ανθρώπους;

Κατά κύριο λόγο, όταν κάτι χτίζεται πάρα πολύ γρήγορα και πάρα πολύ έντονα, μπορεί και να γκρεμιστεί εύκολα. Επειδή μιλάμε για ένα συγκεκριμένο είδος μουσικής –ας το αναφέρουμε, την τραπ– το οποίο έχει κυριαρχήσει σε μεγάλο βαθμό στη νεολαία μας, είμαι σίγουρος ότι πολύ γρήγορα η ίδια η νεολαία μπορεί και να το ξεπεράσει. Και να γραφτεί ακριβώς έτσι όπως το λέω, δεν με πειράζει. Υπάρχει όχι απλώς ελπίδα. Ίσως υπάρχει και κάτι περισσότερο.

Θεωρείς δηλαδή ότι είναι μια μόδα που θα φύγει;

Ναι. Και πολύ γρήγορα.

Επειδή μιλάμε για ένα συγκεκριμένο είδος μουσικής –ας το αναφέρουμε, την τραπ– το οποίο έχει κυριαρχήσει σε μεγάλο βαθμό στη νεολαία μας, είμαι σίγουρος ότι πολύ γρήγορα η ίδια η νεολαία μπορεί και να το ξεπεράσει. Και να γραφτεί ακριβώς έτσι όπως το λέω, δεν με πειράζει. Υπάρχει όχι απλώς ελπίδα. Ίσως υπάρχει και κάτι περισσότερο.

Το ερώτημα, βέβαια, είναι ότι ζούμε σε έναν κόσμο με πολύ περισσότερη βία από αυτήν με την οποία μεγαλώσαμε εμείς. Προφανώς αυτό έχει να κάνει με τα πρότυπα, με το διαδίκτυο και με τα ερεθίσματα που δέχονται τα παιδιά μέσα από αυτό, αλλά και με τη μουσική και τα μηνύματα που εισπράττει ένας νέος όταν ακούει ότι η ζωή είναι όπλα, ναρκωτικά, γυναίκες και εύκολο χρήμα. Με αυτή την «αμερικανιά» που έχει κατακλύσει την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Πιστεύεις ότι όλο αυτό μας οδηγεί σε μια κοινωνία ηθικά αλλοιωμένη, με μια πυξίδα που έχει χάσει τον προσανατολισμό της; Μιλάμε για γενιές που μεγαλώνουν με όλα αυτά, απέναντι σε μια προηγούμενη γενιά που μεγάλωσε με καλλιτέχνες που τραγουδούσαν, για παράδειγμα, για την αγάπη.

Εδώ ανοίγουμε μια κουβέντα που νομίζω ότι δεν έχει τελειωμό. Είναι τεράστια, γιατί υπάρχουν πάρα πολλά παραδείγματα. Καταρχάς, σήμερα οι καλλιτέχνες, λόγω του διαδικτύου, είναι πολύ περισσότεροι από ό,τι κάποτε. Ή, για να είμαι ακριβέστερος, γίνονται πολύ ευκολότερα γνωστοί και η μουσική τους μπορεί να φτάσει σε περισσότερο κόσμο, γιατί ο δρόμος προς τη δημοσιότητα είναι πολύ πιο εύκολος.

Σε ό,τι αφορά τα τραγούδια που μιλούν για όπλα και όλα τα υπόλοιπα, ας θυμηθούμε ότι και σε προηγούμενες δεκαετίες υπήρχαν αντίστοιχες αντιδράσεις. Κάποτε έκλαιγαν για τη μέταλ και έβγαιναν εκπομπές που έλεγαν ότι, αν παίξεις ανάποδα τραγούδια του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, ακούς σατανικά μηνύματα.

Άρα κάθε εποχή και κάθε γενιά έχει τις δικές της αντιδράσεις. Απλώς τώρα, λόγω του διαδικτύου, το φαινόμενο είναι πολύ πιο έντονο. Θέλω όμως να πω και κάτι άλλο. Υπάρχουν πάρα πολλά νέα παιδιά που κάνουν χιπ χοπ και μιλούν για την αγάπη. Μιλούν για το πώς μπορείς να αντιμετωπίσεις τις κρίσεις πανικού. Υπάρχουν δίσκοι που μιλούν για ένα καλύτερο αύριο. Υπάρχουν ολόκληροι ποιητικοί στίχοι από νέα παιδιά που μιλούν για το πώς θα αγαπήσεις τον εαυτό σου. Ίσως, λοιπόν, είναι καλύτερο να δημοσιοποιούμε και να αναδεικνύουμε αυτά τα παιδιά, αντί να μιλάμε συνεχώς μόνο για τα κακώς κείμενα της μουσικής.

Επειδή από αυτά που λες καταλαβαίνω ότι έχεις ξεκάθαρη θέση απέναντι στο θέμα, θέλω να μου πεις εάν θα δεχόσουν να φιλοξενήσεις στο Circus έναν τράπερ ο οποίος θα σου έφερνε πολλά χρήματα, αλλά τα μηνύματα που θα εξέπεμπε θα ήταν αυτά που θεωρείς στρεβλά.

Η φετινή χρονιά ήταν η τρίτη χρονιά λειτουργίας μας. Τα δύο πρώτα χρόνια δεν είχα φιλοξενήσει κανέναν τράπερ. Φέτος φιλοξένησα τρεις. Είχαμε και επιτυχίες και αποτυχίες, και δεν εννοώ ως προς τον κόσμο. Αναφέρομαι και στη συμπεριφορά των ίδιων των καλλιτεχνών αυτού του είδους, γιατί ορισμένους τους διακατέχει μια μαγκιά την οποία προσωπικά δεν έχω καταλάβει από πού προέρχεται.

Αυτό που μου κάνει όμως εντύπωση είναι ότι κάποιοι από αυτούς έχουν ήδη αρχίσει να κάνουν στροφή στην καριέρα τους. Και εδώ έρχεται αυτό που έλεγα προηγουμένως, ότι η ίδια η κοινωνία μπορεί πολύ γρήγορα να ξεπεράσει ένα φαινόμενο. Γιατί είδαν και οι ίδιοι πόσο κακό μπορεί να κάνουν στα παιδιά, τα οποία, μάλιστα, δεν βρίσκονται πολύ μακριά από τη δική τους ηλικία. Οι τράπερ είναι κατά κανόνα πολύ μικροί ηλικιακά. Δεν είναι μεγάλοι άνθρωποι. Απλώς, λόγω του διαδικτύου και των social media, μπορούν να γίνουν διάσημοι πάρα πολύ γρήγορα.

Βασίλη, η επιτυχία ενός νέου επιχειρηματικού εγχειρήματος έγκειται σε μεγάλο βαθμό στην ικανότητα κάποιου να δει μια ευκαιρία εκεί όπου δεν τη βλέπουν οι άλλοι. Το Circus είναι ένας χώρος μοναδικός για τη Λάρισα, όχι επειδή το λέω εγώ αλλά γιατί δεν υπήρχε κάτι αντίστοιχο όταν δημιουργήθηκε. Τι οραματίζεσαι για το Circus τα επόμενα χρόνια; Ή πιστεύεις ότι κάποια στιγμή και αυτό θα ολοκληρώσει τον κύκλο του, καθώς μαζί με την κοινωνία εξελίσσεται και η ανάγκη της να διασκεδάζει;

Όλα κάποια στιγμή κάνουν τον κύκλο τους. Και, κυρίως, τον κύκλο τον κάνουμε κι εμείς οι ίδιοι που διαχειριζόμαστε τα μαγαζιά μας. Έρχονται νέες γενιές, νέοι άνθρωποι, με περισσότερες και πιο φρέσκες ιδέες, πιο κοντά στην εποχή τους. Η μοναδικότητα ενός μαγαζιού όπως το Circus είναι ότι εναλλάσσει συνεχώς το αντικείμενο με το οποίο ασχολείται. Άρα δεν κουράζει και κάθε φορά απευθύνεται σε διαφορετικό κοινό.

Κάποιος δεν έρχεται στο Circus για τους τέσσερις τοίχους του, ούτε επειδή βρίσκεται εκεί ο Βασίλης. Έρχεται για να ακούσει τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη ή για να δει τη συγκεκριμένη παράσταση. Αυτό είναι που μπορεί να το κάνει πιο διαχρονικό. Δεν είναι ένα μαγαζί στο οποίο πηγαίνουμε να φάμε και το μενού παραμένει ίδιο. Είναι κάτι που μπορεί να αντέξει στον χρόνο. Αλλά, φυσικά, όλα κάνουν τον κύκλο τους. Και αύριο-μεθαύριο, επειδή δεν υπάρχει παρθενογένεση, μπορεί κάποια νέα παιδιά να δημιουργήσουν έναν άλλο, παρόμοιο χώρο. Δεν το αποκλείω καθόλου.

Θέλω να κλείσω ζητώντας την άποψή σου για τη Λάρισα. Νομίζω ότι, με τόσα χρόνια εμπειρίας, έχεις κάθε δικαίωμα να την εκφράσεις και δημόσια. Είναι πραγματικά σήμερα η Λάρισα μια πόλη στην οποία κάποιος μπορεί να περάσει όμορφες στιγμές, να έχει πολλές επιλογές και μάλιστα επιλογές ανεκτές για την τσέπη του;

Ήταν μια τέτοια πόλη η Λάρισα. Τα τελευταία χρόνια, δυστυχώς, έχει υποστεί μια τεράστια πτώση και υπάρχει στασιμότητα στις νέες ιδέες. Δεν υπάρχει η φρεσκάδα που υπήρχε παλαιότερα. Θεωρώ ότι όσα έζησε ολόκληρη η Ελλάδα την προηγούμενη δεκαετία, η Λάρισα τα ζει εντονότερα τα τελευταία χρόνια, μετά τον κορωνοϊό, τους σεισμούς και τον Daniel. Πιστεύω όμως ότι σε λίγα χρόνια η Λάρισα θα κάνει ξανά restart.

Σε ευχαριστώ πολύ γι’ αυτή τη συζήτηση.

Κι εγώ σε ευχαριστώ.

Ακολουθήστε το onlarissa.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις
Ετικέτες