ΛΑΡΙΣΑΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ

«Η Λάρισα μας πυρπολείται»: Η ιστορία μιας πόλης μέσα από 105 χρόνια καυσώνων

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το onlarissa.gr στη Google

Αν κάποιος Λαρισαίος του 1882 μπορούσε να διαβάσει τα σημερινά πρωτοσέλιδα για την κλιματική κρίση, μπορεί και να απορούσε. Όχι γιατί δεν θα αναγνώριζε τη ζέστη· η ζέστα και ο λίβας είναι γνωστή στους κατοίκους αυτής της πόλης. Αλλά γιατί θα πίστευε πως οι άνθρωποι μόλις τώρα ανακάλυψαν κάτι που εκείνος ζούσε κάθε καλοκαίρι.

Για περισσότερα από εκατό χρόνια οι εφημερίδες της Λάρισας γράφουν για τον καύσωνα. Είναι εντυπωσιακή η χρονολογία που απαντάται για πρώτη φορά η λέξη. Το 1882! Γράφουν και με άλλες λέξεις. Άλλοτε μιλούν για τον λίβα. “Ο ισχυρός λιψ”. Άλλοτε για μια πόλη που έγινε «καμίνι». Άλλοτε για μια Λάρισα που «πυρπολείται». Οι λέξεις αλλάζουν, η εμπειρία όμως παραμένει ίδια.

Της Εύης Μποτσαροπούλου

Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες του τοπικού Τύπου, δεν διαβάζει κανείς μόνο την ιστορία των υψηλών θερμοκρασιών. Διαβάζει την ιστορία μιας πόλης που αναγκαζόταν κάθε καλοκαίρι να αλλάξει ρυθμό. Να προσαρμόσει την καθημερινότητά της. Να επινοήσει τρόπους για να αντέξει. Γιατί οι πραγματικοί πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας δεν είναι τα θερμόμετρα, είναι οι άνθρωποι…

Ο χωροφύλακας που λιώνει μέσα στη χειμερινή στολή του.

Ο μαθητής που δίνει εξετάσεις σε μια αίθουσα που βράζει.

Ο εργάτης που περιμένει να κοπάσει ο λίβας για να ξαναβγεί στο χωράφι.

Η μητέρα που βρέχει τα παιδιά της με νερό από το πηγάδι.

Ο οικογενειάρχης που στήνεται στην ουρά για ένα κομμάτι πάγου.

Οι οικογένειες που μεταφέρουν τα κρεβάτια στις αυλές.

Και, έναν αιώνα αργότερα, οι Λαρισαίοι που εγκαταλείπουν την πόλη αναζητώντας λίγη δροσιά στον Πλαταμώνα.

Η πρώτη μέχρι σήμερα γνωστή αναφορά στον καύσωνα στον λαρισινό Τύπο δεν αφορά κάποιο εντυπωσιακό θερμοκρασιακό ρεκόρ. Δεν αφορά καν τον καιρό. Είναι 11 Ιουλίου 1882. Η εφημερίδα «Ανεξαρτησία» ενημερώνει τους αναγνώστες της ότι εγκρίθηκε θερινή στολή για τη Χωροφυλακή, επειδή οι άνδρες «υπέφεραν πολύ εκ του καύσωνος» φορώντας τις βαριές χειμερινές στολές.

Λίγες εβδομάδες αργότερα η ίδια εφημερίδα χρησιμοποιεί ξανά τη λέξη. Αυτή τη φορά ο «υπερβολικός καύσων» ευθύνεται για την καθυστέρηση των εργασιών της σιδηροδρομικής γραμμής Λάρισας-Βόλου.

Από την πρώτη κιόλας εμφάνισή του στις εφημερίδες, ο καύσωνας δεν παρουσιάζεται ως ένα μετεωρολογικό φαινόμενο. Είναι κάτι που αλλάζει την καθημερινότητα της πόλης. Σταματά έργα…, δυσκολεύει την εργασία, επηρεάζει την οικονομία. Μπαίνει αθόρυβα στη ζωή των ανθρώπων.

Όσο περνούν τα χρόνια, οι αναφορές πληθαίνουν. Στις αρχές της δεκαετίας του 1890 ο καύσωνας αποκτά πλέον μόνιμη θέση στις καλοκαιρινές στήλες των εφημερίδων.

Η «Σάλπιξ» περιγράφει έναν αφόρητο καύσωνα που είχε προηγηθεί από ισχυρό λίβα  και σύννεφα σκόνης τα οποία σκέπαζαν την πόλη… «Επί δύο ημέρες υπήρχε ισχυρός λίβας και νέφη κονιορτού μας αποτύφλωσαν» γράφεται επί λέξη.

Εφημερίδα Σάλπιξ , 9-8-1892

Δεν είναι τυχαίο ότι οι παλιές εφημερίδες χρησιμοποιούν συχνά τη λέξη λίβας. Για τους Λαρισαίους της εποχής ο Λίβας δεν ήταν απλώς ένας θερμός άνεμος. Ήταν σχεδόν ημερολογιακό γεγονός. Το σημάδι ότι η πόλη έμπαινε στην πιο δύσκολη περίοδο του καλοκαιριού.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μ. Καραγάτσης, περιγράφοντας τη Λάρισα των νεανικών του χρόνων, δεν γράφει για καύσωνα. Γράφει για τον λίβα. Και μέσα σε μία μόνο πρόταση αποτυπώνει καλύτερα από οποιοδήποτε δημοσίευμα τη σχέση της πόλης με τη ζέστη. «Η Λάρισα νεκρώθηκε…». Μια ολόκληρη πόλη που σταματά να κινείται μέχρι να δύσει ο ήλιος.

 «Η Λάρισα νεκρώθηκε όταν από τον ολόχρυσο κι αθέριστο κάμπο φύσηξε ο πρώτος Λίβας του καλοκαιριού…»
Μ. Καραγάτσης, Ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν

Οι παλιές εφημερίδες δεν φαίνεται να ενδιαφέρονται για τη θερμοκρασία αυτή καθαυτή. Την παίρνουν ως δεδομένη. Δεν είναι είδηση. Είδηση είναι τι αποκαλύπτει αυτή.

Τον Μάιο του 1893 η «Σάλπιξ» δεν γράφει για τους βαθμούς Κελσίου. Γράφει για τη δυσοσμία. Για τους δρόμους που είναι γεμάτοι ακαθαρσίες. Για την ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζεται άκρως μολυσμένη. Οι κάτοικοι των Σουφλαρίων διαμαρτύρονται γιατί η λειτουργία ενός εργαστηρίου, μέσα στον καύσωνα και με τα παράθυρα αναγκαστικά ανοιχτά, κάνει την ατμόσφαιρα ανυπόφορη….

Εφημαρίδα Κήρυξ, 16-7-1937

Ο επερχόμενος καύσωνας δεν θεωρείται επικίνδυνος επειδή θα ανεβάσει το θερμόμετρο. Θεωρείται επικίνδυνος επειδή θα κάνει αδύνατο να κρυφτούν τα προβλήματα της πόλης. Είναι λες και η ζέστη λειτουργεί σαν μεγεθυντικός φακός. Δεν δημιουργεί τα προβλήματα. Τα αποκαλύπτει.

Το ίδιο συμβαίνει και στα σχολεία. Τότε τον Ιούλιο του 1983 που οι μαθητές που περιμένανε τα αποτελέσματα των εξετάσεων των πανεπιστημίων που καθυστέρησαν και…  «οι υποψήφιοι είναι υποχρεωμένοι να παραμείνουν επί πολλές ίσως ακόμη μέρες στην πόλη υποφέροντας από τον αφόρητο καύσωνα της Λαρίσης και υπό το κράτος της φοβίας της αγωνίας την οποία γεννάει η αμφιβολία περί της τύχης των»

Λίγο αργότερα οι εφημερίδες ζητούν την ανέγερση νέου διδακτηρίου που να προστατεύει τους μαθητές από το «λαρισαϊκό ψύχος» αλλά και από τον «λαρισαϊκό καύσωνα».  Η διατύπωση προκαλεί εντύπωση ακόμη και σήμερα. Ο «λαρισαϊκός καύσωνας». Σαν να πρόκειται για στοιχείο της ταυτότητας της πόλης. Σαν να ήταν ήδη τότε τόσο αυτονόητος ώστε να χρειάζεται δικό του επίθετο.

Εφημερίδα Ελευθερία, 15-7-1932

Ο Μεσοπόλεμος…

Όσο προχωρά κανείς στις δεκαετίες του Μεσοπολέμου, οι αναφορές στον καύσωνα αλλάζουν χαρακτήρα. Οι εφημερίδες δεν καταγράφουν πλέον απλώς ένα καιρικό φαινόμενο. Καταγράφουν τον τρόπο με τον οποίο μια ολόκληρη κοινωνία προσπαθεί να προσαρμοστεί.

Και τότε συνειδητοποιεί κανείς κάτι που σήμερα μοιάζει σχεδόν αδιανόητο. Υπήρξε μια εποχή που η επιβίωση στον θεσσαλικό καύσωνα δεν εξαρτιόταν από ένα κλιματιστικό. Εξαρτιόταν από ένα κομμάτι πάγου. Το καλοκαίρι του 1936 οι εφημερίδες της Λάρισας παρακολουθούν σχεδόν καθημερινά την αγορά πάγου. Η ζήτηση έχει εκτοξευθεί, η τιμή αυξάνεται και το εργοστάσιο παραγωγής αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες της πόλης. Η κατάσταση γίνεται τόσο δύσκολη ώστε αποφασίζεται να μεταφέρεται πάγος ακόμη και από τον Βόλο, με μεγάλα φορτηγά, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι ελλείψεις.

Εφημερίδα Κήρυξ, 12-7-1936

Σήμερα ακούγεται παράξενο. Τότε όμως ο πάγος ήταν ό,τι είναι σήμερα το ηλεκτρικό ρεύμα σε έναν καύσωνα. Δεν ήταν πολυτέλεια. Ήταν ανάγκη. Αλλά οι παλιές εφημερίδες δεν το περιγράφουν με μελοδραματισμούς. Το θεωρούν σχεδόν αυτονόητο. Κι όμως, μέσα από αυτές τις μικρές ειδήσεις αποκαλύπτεται μια ολόκληρη καθημερινότητα. Μια πόλη που εξαρτάται από την παραγωγή πάγου για να συντηρήσει τρόφιμα, να δροσίσει σπίτια, να προστατεύσει ηλικιωμένους και ασθενείς.

Η μάχη με τη ζέστη δινόταν κάθε μέρα.

Και δινόταν με τα μέσα της εποχής.

Λίγο αργότερα, οι ίδιες εφημερίδες καταγράφουν ακόμη μία όψη αυτής της μάχης. Οι μαθητικές εκδρομές θεωρούνται επικίνδυνες λόγω του αφόρητου καύσωνα, ενώ η ζέστη δημιουργεί προβλήματα ακόμη και στη λειτουργία υπηρεσιών και ιδρυμάτων. Δεν υπάρχει σχεδόν καμία δραστηριότητα που να μην επηρεάζεται. Η Λάρισα προσαρμόζει το πρόγραμμά της στον ήλιο.

Έναν χρόνο αργότερα, το καλοκαίρι του 1937, ο καύσωνας αποκτά για πρώτη φορά έντονο κοινωνικό πρόσωπο. Η εφημερίδα δεν ανησυχεί για τους εύπορους. Ανησυχεί για τα παιδιά. Για τα παιδιά των οικογενειών που δεν μπορούν να εγκαταλείψουν την πόλη. Ο συντάκτης γράφει ότι η Λάρισα έχει μετατραπεί σε «καμίνι» και αναρωτιέται με αγωνία: «Θα αφήσουμε τα φτωχόπαιδα να λιώσουν στο καμίνι της πόλεως;» Ο αρθρογράφος φωνάζει για ένα είδος κοινωνικής μέριμνας της εποχής. Και εκεί, πίσω από τον καύσωνα διακρίνονται οι κοινωνικές ανισότητες. Άλλοι μπορούν να φύγουν στα χωριά ή στα παράλια. Άλλοι μένουν εγκλωβισμένοι στην πόλη. Η ζέστη δεν είναι ίδια για όλους. Ούτε τότε ήταν…

Εφημερίδα Ελευθερία, 12-8-1945

Μεταπολεμικά…

Καθώς περνούν τα χρόνια, οι εφημερίδες καταγράφουν ολοένα και περισσότερες μικρές ιστορίες…  Μια συναυλία της Στρατιωτικής Μουσικής αναβάλλεται επειδή ο κλειστός χώρος του κινηματοθεάτρου δεν μπορεί να φιλοξενήσει το κοινό μέσα σε τέτοια ζέστη…  Οι έμποροι ζητούν την κατασκευή εγκαταστάσεων στο αεροδρόμιο της Λάρισας, επειδή οι επιβάτες περιμένουν μέσα στον αφόρητο καύσωνα το καλοκαίρι και στο δριμύ ψύχος τον χειμώνα… Ακόμη και ένας θάνατος από ηλίαση στη Φαλάνη βρίσκει θέση στις στήλες των εφημερίδων, υπενθυμίζοντας ότι η ζέστη δεν ήταν απλώς δυσάρεστη. Μπορούσε να γίνει θανατηφόρα…

Εφημερίδα Ελευθερία, 9-7-1947
Εφημερίδα Ελευθερία, 7-9-1948

 

Εφημερίδα Θεσσαλικά Νέα, 30-5-1950

Το πιο ολοκληρωμένο όμως πορτρέτο της θερινής Λάρισας το προσφέρει ένα δημοσίευμα του 1951. Στην εφημερίδα «Θεσσαλικά Νέα». Ο τίτλος του γλαφυρός «Η Λάρισα μας πυρπολείται». Δεν πρόκειται για ένα απλό ρεπορτάζ. Είναι μια περιήγηση στην πόλη. Ο δημοσιογράφος περπατά στους δρόμους, μιλά με κατοίκους, καταγράφει εικόνες, συμβουλές, μικρές καθημερινές ιστορίες.

Ξαφνικά η Λάρισα ζωντανεύει μπροστά στον αναγνώστη.

«Θεός φυλάξει που έσκασα», «Ψηθήκαμε αμάν», «Χριστέ μου βρέξε λιγάκι να σβήσει ο φούρνος που μας τσουρούφλισε»… μερικές από τις φράσεις που ακούγονται στην πόλη αφού το θερμόμετρο υπό τη σκιά κυμαίνεται μεταξύ 40 έως 44 βαθμούς.

Οι γιατροί συνιστούν άφθονα υγρά, λεμονάδες, γκαζόζες, γάλα, ελαφριά φαγητά και κυρίως ντοματοσαλάτα. Προτρέπουν τους πολίτες να αποφεύγουν τον ήλιο και το οινόπνευμα, να περιορίζουν τις μετακινήσεις τις μεσημεριανές ώρες και να ξεκουράζονται όσο περισσότερο μπορούν. Οι Λαρισαίοι καρδιολόγοι συνιστούν «ντύσιμο ελαφρό καταργούμενο του σακακιού. Καπέλα οπωσδήποτε».

Κάποιες από αυτές τις συμβουλές δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από εκείνες που ακούμε και σήμερα. Άλλες όμως ανήκουν σε μια άλλη εποχή… Οι γυναίκες στις συνοικίες βρέχονται με νερό από τα πηγάδια για να δροσιστούν. Οι οικογένειες μεταφέρουν τα κρεβάτια στις αυλές και κοιμούνται κάτω από τον νυχτερινό ουρανό. Τα παράθυρα μένουν ανοιχτά μέχρι το ξημέρωμα. Τα σπίτια προσπαθούν να κρατήσουν λίγη από τη δροσιά της νύχτας πριν επιστρέψει ο αδυσώπητος θεσσαλικός ήλιος.

Και στο εργοστάσιο πάγου σχηματίζονται ουρές.

Ένας πολίτης, εξαντλημένος από την αναμονή, παραπονιέται πως έχει μετατραπεί σε στήλη άλατος μέχρι να έρθει η σειρά του. «Εγώ έχω μεταβληθεί σε στήλη άλατος σαν τη γυναίκα του Λωτ εδώ χάμου περιμένοντας σειρά και τώρα μου λες που θα μου δώσεις μισή στήλη;» Η εικόνα είναι σχεδόν κινηματογραφική. Μπορεί κανείς να δει μπροστά του τη σκηνή. Τον ιδρώτα. Την ανυπομονησία. Το μικρό κομμάτι πάγου που τότε άξιζε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Είναι ίσως το πιο πολύτιμο δημοσίευμα ολόκληρης της έρευνας. Γιατί δεν περιγράφει έναν καύσωνα. Περιγράφει έναν τρόπο ζωής.

Και μέσα σε λίγες μόνο στήλες καταφέρνει να διασώσει μια Λάρισα που σήμερα δεν υπάρχει πια. Ούτε τα πηγάδια. Ούτε οι αυλές. Ούτε οι ουρές για τον πάγο. Ούτε οι γκαζόζες ως φάρμακο του καλοκαιριού. Έμειναν μόνο οι εφημερίδες να θυμίζουν πώς μια ολόκληρη πόλη προσπαθούσε, κάθε χρόνο, να συμφιλιωθεί με τη ζέστη.

Εφημερίδα Θεσσαλικά Νέα, 19-8-1951

Το καλοκαίρι που λείπει…

Ανάμεσα στο συγκλονιστικό ρεπορτάζ του 1951 και στον ιστορικό καύσωνα του 1987 υπάρχει ένα καλοκαίρι που μοιάζει να χάθηκε από την αφήγηση. Το καλοκαίρι του 1958.

Οι επίσημες μετεωρολογικές καταγραφές το κατατάσσουν ανάμεσα στους ισχυρότερους καύσωνες που γνώρισε ποτέ η Ελλάδα. Από τις 20 έως τις 26 Αυγούστου η χώρα δοκιμάστηκε από ένα πρωτοφανές κύμα ζέστης, το οποίο προκάλεσε περίπου 600 θανάτους. Το επίκεντρο βρισκόταν στη Θεσσαλία. Στα Τρίκαλα καταγράφηκαν 47,2 βαθμοί Κελσίου και στη Λάρισα 45 βαθμοί, θερμοκρασίες που ακόμη και σήμερα προκαλούν δέος.

Αλλά οι φωνές εκείνων των ημερών απουσιάζουν από αυτό το αφιέρωμα. Όχι επειδή δεν γράφτηκαν. Αλλά επειδή, τις ημέρες που ολοκληρωνόταν η έρευνα, το ψηφιακό αρχείο των εφημερίδων της Βιβλιοθήκης της Βουλής ήταν προσωρινά εκτός λειτουργίας, καθιστώντας αδύνατη την πρόσβαση στα φύλλα του τοπικού Τύπου εκείνης της περιόδου. Κενό λοιπόν.

Είναι ίσως η μοναδική λευκή σελίδα αυτής της ιστορίας. Μου κεντρίζει το ενδιαφέρον. Μου μεγαλώνει την περιέργεια… Τι θα έγραφαν άραγε οι εφημερίδες της Λάρισας εκείνες τις ημέρες; Θα περιέγραφαν μια πόλη άδεια από κόσμο, όπως συνέβη αργότερα το 1987; Θα έγραφαν για τις ουρές στον πάγο, για τους ανθρώπους που αναζητούσαν σκιά κάτω από τα ελάχιστα δέντρα, για τα ανοιχτά παράθυρα και τις αυλές που γέμιζαν κρεβάτια; Θα έγραφαν για ανθρώπους που πέθαναν;

Ίσως…

1987: όταν ο καύσωνας έγινε εθνική είδηση

Αν μέχρι τότε ο καύσωνας ήταν για τους Λαρισαίους μια γνώριμη, έστω και δύσκολη, πραγματικότητα, το καλοκαίρι του 1987 άλλαξε οριστικά τον τρόπο με τον οποίο τον αντιλαμβανόταν ολόκληρη η Ελλάδα. Για πρώτη φορά η ζέστη δεν ήταν απλώς δυσάρεστη. Έγινε θανατηφόρα.

Οι εφημερίδες δεν περιορίζονται πλέον στην περιγραφή της καθημερινότητας. Δημοσιεύουν οδηγίες προστασίας, συμβουλές των γιατρών, προειδοποιήσεις για τις θερμοπληξίες. Η λέξη «καύσωνας» παύει να περιγράφει απλώς μια περίοδο υψηλών θερμοκρασιών. Γίνεται συνώνυμη μιας εθνικής τραγωδίας.

Και στη Λάρισα; Έγινε ότι γινόταν πάντα τελικά. Οι δρόμοι άδειασαν. Όχι όμως μόνο αυτό. Έγινα και άλλα καινούργια. Δεν εξαντλήθηκε ο πάγος, αλλά οι ανεμιστήρες από τα καταστήματα ηλεκτρικών ειδών. Και όσοι μπορούσαν αναζήτησαν λίγη δροσιά στις ακτές του νομού και στον Πλαταμώνα.

Οι εικόνες είχαν αλλάξει.

Η ουσία όμως ήταν η ίδια.

Η πόλη προσπαθούσε για ακόμη μία φορά να προσαρμόσει τον ρυθμό της στη ζέστη.

Εφημερίδα Ημερήσιος Κήρυκας, 6-8-1987
Εφημερίδα Ελευθερία, 18-7-1987
Εφημερίδα Ελευθερία, 19-7-1987
Εφημερίδα Ελευθερία, 21-7-1987
Εφημερίδα Ελευθερία, 22-7-1987
Εφημερίδα Ελευθερία, 30-8-1987
Εφημερίδα Ημερήσιος Κήρυκας, 31-7-1987

Ξεφυλλίζοντας περισσότερα από έναν αιώνα λαρισινών εφημερίδων ανακαλύπτεις πως με κάποιο τρόπο ότι οι καύσωνες δεν αφηγούνται μόνο την ιστορία του καιρού, αλλά την ιστορία μιας πόλης.

Μιας πόλης που άλλοτε ανησυχούσε για τη δυσοσμία των δρόμων.

Που σταματούσε τα δημόσια έργα όταν ο ήλιος γινόταν αβάσταχτος.

Που έδινε εξετάσεις μέσα στη ζέστη.

Που περίμενε με αγωνία το φορτηγό με τον πάγο.

Που έβγαζε τα κρεβάτια στις αυλές.

Που έστελνε τα παιδιά στις εξοχές όταν μπορούσε.

Που κάποτε έβλεπε τη ζέστη σαν αναπόφευκτο μέρος του καλοκαιριού και σήμερα τη βλέπει ως μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής.

Οι θερμοκρασίες άλλαξαν. Άλλαξαν οι πόλεις. Άλλαξαν οι συνήθειες. Άλλαξε ακόμη και η γλώσσα. Ο λίβας έγινε καύσωνας. Ο καύσωνας έγινε κλιματική κρίση.

Κάτι όμως έμεινε ίδιο.

Κάθε φορά που ο υδράργυρος πλησιάζει τους 45 βαθμούς, η Λάρισα εξακολουθεί να κάνει αυτό που έκανε και πριν από εκατόν σαράντα χρόνια. Να αλλάζει τον ρυθμό της. Έτσι κατάφερε να επιβιώσει. Μαθαίνοντας πως είναι να ζεις κάτω από τον αδυσώπητο θεσσαλικό ήλιο…

*Η φωτογραφία εξωφύλλου δημοσιεύτηκε στο άρθρο του Νίκου Παπαθεοδώρου “Το εστιατόριο Έρμής” στην εφημερίδα Ελευθερία στις 9/6/1918. Η λήψη της φωτογραφίας έγινε από την Βούλα Παπαϊωάννου, μια σπουδαία φωτογράφο της Αθήνας. Την φωτογραφία εντόπισε στο φωτογραφικό αρχείο του Μουσείου Μπενάκη ο Αχιλλέας Καλτσάς, μέλος της Φωτοθήκης Λάρισας και την έθεσε υπόψη όλης της ομάδας. Η φωτογράφος Βούλα Παπαϊωάννου είδε στη φωτογραφία αυτή την πόλη από διαφορετική αισθητική άποψη. Επικεντρώθηκε στην καρότσα με τις παγοκολόνες, γι’ αυτό και έδωσε στη φωτογραφία τον τίτλο “Ο Παγοπώλης”, χωρίς κανένα άλλο διευκρινιστικό στοιχείο. 

** Η αναδρομή στον λαρισαϊκό τύπο έγινε από την ψηφιακή βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων 

Ακολουθήστε το onlarissa.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις
Ετικέτες