Ανδρέας ΓιουρμετάκηςΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ
Γιώργος Σουφλιάς: Οι άγνωστες ιστορίες πίσω από τη διαγραφή του και η μεγάλη επιστροφή στη Νέα Δημοκρατία

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης
ΓΡΑΦΕΙ Ο Ανδρέας Γιουρμετάκης
Η ΜΕΡΑ που ο Γιώργος Σουφλιάς επέστρεψε στη Νέα Δημοκρατία, μετά από ένα επίπονο για τον ίδιο μεγάλο διάστημα απόστασης από το κόμμα, λόγω της διαγραφής του από τον Κώστα Καραμανλή, πρέπει να ήταν μια από τις πιο ευτυχισμένες στη ζωή του.
ΗΤΑΝ λίγο μετά τη θριαμβευτική υποδοχή του στο συνέδριο του κόμματος, όταν μου τηλεφώνησε για να μοιραστεί μαζί μου τη χαρά του και να με ευχαριστήσει για όσα υποτίθεται ότι έκανα, ώστε να μην ξεχαστεί το όνομά του, το διάστημα που ήταν εκτός του κομματικού προσκηνίου. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα κάνει τίποτα σπουδαίο. Ένα δυο ρεπορτάζ σε αθηναϊκές εφημερίδες για τη μοναξιά του διαγραφέντος εκείνη την περίοδο και μια ερώτηση στον Κώστα Καραμανλή στη συνέντευξη Τύπου στη Θεσσαλονίκη, σχετικά με το εάν επρόκειτο να τον καλέσει στο επικείμενο συνέδριο. Δεν είχαμε συνεννοηθεί προηγουμένως και κατάλαβα από τις συζητήσεις που κάναμε μετά την υποβολή της ερώτησης, ότι ήθελε στις συνεντεύξεις του Καραμανλή κάποιος να υπενθυμίζει την παρουσία του. Ή μάλλον την απουσία του από τα νεοδημοκρατικά δρώμενα.
Η ΔΙΑΓΡΑΦΗ του από τη Νέα Δημοκρατία, ήταν άλλωστε, η μοναδική ποινή που του επιβλήθηκε κατά τη διάρκεια της πολιτικής του παρουσίας. Μιας παρουσίας που ποτέ δεν ήταν ταυτισμένη με την κομματική ρητορική, καθώς ο Σουφλιάς δεν ήταν ποτέ διατεθειμένος να λειτουργεί ως κασετόφωνο του κομματικού λόγου της Νέας Δημοκρατίας.
Έτσι άλλωστε, πρωτογνωριστήκαμε. Και τολμώ να πω, ότι αναπτύξαμε μια έντιμη σχέση η οποία άντεξε στον χρόνο. Μερικά επεισόδια αυτής της μακρόχρονης σχέσης λοιπόν, έρχομαι να καταθέσω σήμερα. Περισσότερο ως αυτόπτης μάρτυρας και λιγότερο ως δημοσιογράφος.
ΗΤΑΝ το μακρινό 1984 λοιπόν, όταν η Νέα Δημοκρατία, με πρόεδρο τότε τον Ευάγγελο Αβέρωφ, έχασε τις ευρωεκλογές (τις πρώτες μετά την ένταξη της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ), από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. Ο Αβέρωφ δεν αποδέχτηκε εκείνη την ήττα και έσπευσε σε μια συνέντευξή του να καταγγείλει νοθεία. Νέος τότε, ακόμη στην πολιτική, ο Γιώργος Σουφλιάς ήταν ο μόνος από τα στελέχη του κόμματος που αποφάσισε να διαφοροποιηθεί και μάλιστα ευθέως από τις δηλώσεις του αρχηγού του κόμματος. Ζήτησε λοιπόν, ο ίδιος μια συνέντευξη στην «Ελευθερία» της Λάρισας και τόνισε ευθαρσώς ότι δεν έγινε καμιά νοθεία και ότι η ήττα του κόμματος είχε να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο κινήθηκε στις ευρωεκλογές.
ΗΤΑΝ η αρχή μιας πορείας με συχνές διαφοροποιήσεις και με εμφανή διάθεση άρνησης του στείρου κομματικού λόγου. Με δηλώσεις out of the box. Θυμάμαι μόνο μία τέτοια δήλωση που την έφαγε το σκοτάδι και δεν δημοσιοποιήθηκε ποτέ. Ήταν μια «ανοιχτή επιστολή» προς τον διάδοχο του Ευάγγελου Αβέρωφ, πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, που συνέταξε ο Γιώργος Σουφλιάς με την ευκαιρία ενός συνεδρίου του κόμματος, νομίζω για την υγεία, που έγινε, αν δεν κάνω λάθος, το 1987, στο ξενοδοχείο Αστόρια. Ήταν τόσο σκληρή εκείνη η «ανοιχτή επιστολή», που όσοι την είδαμε σπεύσαμε να τον προειδοποιήσουμε ότι τις επιπτώσεις δεν θα μπορούσε να τις αποφύγει. Παρά την επιμονή του και το παρασκήνιο που προηγήθηκε για αρκετές ώρες, πείστηκε τελικά και η επιστολή δεν δημοσιεύτηκε, αλλά αρχειοθετήθηκε στο χρηματοκιβώτιο του τότε εκδότη της εφημερίδας Τάκη Δημητρακόπουλου.
ΔΕΝ ΗΤΑΝ εύκολος χαρακτήρας ο Σουφλιάς. Δεν τον ενδιέφερε να είναι αρεστός στους οπαδούς του κόμματος. Δεν δεχόταν να απαγγέλει αρεστές στο κομματικό ακροατήριο κοινοτυπίες για να επιβιώνει πολιτικά. Επένδυε σ’ έναν σοβαρά τεκμηριωμένο πολιτικό λόγο που δεν κολάκευε. Είχε τη δική του πολιτική σκέψη. Δεν ήταν εξάλλου, συμβιβασμένος με τη μετριότητα. «Οποιοσδήποτε», έλεγε όταν τον ρωτούσαν για τις ηγετικές του φιλοδοξίες, «πάει στο στράτευμα, θέλει να γίνει στρατηγός»! Δεν έκρυψε ποτέ τη φιλοδοξία του να γίνει αρχηγός της παράταξής του. Δεν χρησιμοποίησε ποτέ τα γελοία μισόλογα των υποταγμένων στην κομματική μοίρα. Ούτε τα δήθεν μετριοπαθή «αν κρίνει ο λαός», ή «αν βοηθήσουν οι συγκυρίες».
ΔΕΙΓΜΑ της ιδιαιτερότητάς του ήταν και οι διαπραγματεύσεις που κάναμε για να εμφανιστεί στην τηλεόραση σε μια πολιτική εκπομπή.
-Θα έρθω στην εκπομπή σου, αλλά θέλω να είμαι μόνος μου. Δε θέλω debate ή κονταρομαχίες με άλλους.
-Μα, δεν έχουν ενδιαφέρον οι εκπομπές μονολόγου… Θα φέρω μαζί σου κάποιο πρωτοκλασάτο στέλεχος της κυβέρνησης Παπανδρέου. Ένα ισότιμο πολιτικό, μιας λογικής που δεν θα ρίξει το επίπεδο της συζήτησης, ώστε να ανταλλάξετε επιχειρήματα…
-Θα σου πω γιατί θέλω μόνος μου. Αν έρθω μόνος μου, απαντώντας στις ερωτήσεις σου, θα έχει τη δυνατότητα ο κόσμος να ακούσει και μια γενναία αυτοκριτική για την πολιτική μας, δεν θα ακούσει δηλαδή μόνο το τι έχω να καταλογίσω στους αντιπάλους. Αν έχω απέναντί μου όμως, έναν αντίπαλο θα μαζευτώ. Θα αναγκαστώ να περιοριστώ στην κριτική του δικού τους έργου, για να μην του δώσω την ευκαιρία να εκμεταλλευτεί τα στοιχεία της αυτοκριτικής μου. Το αποτέλεσμα είναι να μιλάω σαν κομματόσκυλο και αυτό δε μ’ αρέσει καθόλου. Ούτε η εκπομπή σου θα κερδίσει κάτι. Θα έχει κάνει αναπαραγωγή της γνωστής αντιπαραγωγικής διαδικασίας ανταλλαγής συνθημάτων εις βάρος μιας σοβαρής συζήτησης.
ΜΝΗΜΕΙΩΔΗΣ θα μείνει και η αντιπαράθεσή του με τον άλλο Σαρακατσάνο βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας στο νομό Λάρισας, Νίκο Κατσαρό. Ξεκίνησε όταν ο Νίκος Κατσαρός του χρέωσε το παρασκήνιο του αποκλεισμού του από το ψηφοδέλτιο της Νέας Δημοκρατίας στα τέλη της δεκαετίας του 80, για να μην μοιραστούν τη δεξαμενή των Σαρακατσάνων ψηφοφόρων που μέχρι εκείνη τη στιγμή μονοπωλούσε ο Σουφλιάς. Σχεδόν δεν αντάλλαξαν για χρόνια ούτε μια τυπική καλημέρα. Ή ίσως την αντάλλασσαν με μεγάλη απροθυμία. Όταν ωστόσο, ο Σουφλιάς αποφάσισε να διεκδικήσει την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, μου τηλεφώνησε και ζήτησε ένα ραντεβού μαζί μου:
-Θέλω να με βοηθήσεις σε κάτι που θεωρώ πως μπορείς να το κάνεις. Θέλω να κάνεις ένα ραντεβού με τον Κατσαρό και να τον πείσεις να είναι μέσα στην αρχική ομάδα των βουλευτών που θα υπογράψουν τη στήριξη της υποψηφιότητάς μου!
«Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα», του είπα γελώντας, «εκτός αν θέλεις, να φάω εγώ το ξύλο…»
-Μα, δεν θα πας έτσι, θα επιχειρηματολογήσεις σοβαρά: θα του πεις πρώτον, ότι μ’ αυτή την κίνηση θα δείξει ανωτερότητα. Και μετά, ότι αν εκλεγώ αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας με τη δική του στήριξη, ο ίδιος θα απαλλαγεί από μένα ως ανταγωνιστή και σχεδόν θα μονοπωλεί -έχοντας πλέον, και την υποστήριξη των ψηφοφόρων μου- μια εκλογική περιφέρεια που θα ψηφίζει σε μεγάλα ποσοστά Νέα Δημοκρατία ως γενέτειρα του αρχηγού της.
Πρόσθεσε μερικά ακόμη επιχειρήματα ως προς την αναβάθμιση της πολιτικής καριέρας του ανταγωνιστή του με υπουργικούς θώκους και λοιπά και ζήτησε τη γνώμη μου.
-Ωραία, έσπευσα να τον προκαλέσω, «αλλά υπάρχει ο κίνδυνος να πουν ότι στη χρόνια αντιπαράθεσή σας αυτός που εν τέλει, έδειξε ανωτερότητα είναι ο Κατσαρός!
Την επόμενη μέρα κιόλας έσπευσα να συναντήσω τον Νίκο Κατσαρό. Του μετέφερα την επιχειρηματολογία. Ήταν κοφτός και σύντομος: αν το κάνω αυτό, θυμάμαι ότι μου είπε, πρέπει να ξεχάσω τους δικούς μου ψηφοφόρους. Και δεν το έκανε.
Ο ΣΟΥΦΛΙΑΣ πιστεύω ότι δεν ξεπέρασε ποτέ την ήττα τους τις εσωκομματικές εκλογές νέας Δημοκρατίας. Όχι γιατί δεν ήξερε να χάνει, αλλά γιατί το παρασκήνιο εναντίον του ήταν έντονο. Κινήθηκε γη και ουρανός για να εκλεγεί εντέλει ο Κώστας Καραμανλής. Δεν έγινε επιθετικός λοιπόν, μόνο εναντίον του νικητή εκείνων των εκλογών, αλλά και εναντίον όποιων τον βοήθησαν ή έπαιξαν ακόμη και περιφερειακό ρόλο στην εκλογή του. Έτσι, ήρθε η διαγραφή του από τον Κώστα Καραμανλή, που ήθελε εκείνη την περίοδο να ενισχύσει το προεδρικό του προφίλ και να κόψει κάθε φωνή αμφισβήτησής του. Απότοκο της διαγραφής του ήταν και η διακοπή των σχέσεών του με παραδοσιακούς φίλους, όπως ήταν ο εκδότης της εφημερίδας «Ελευθερία» Τάκης Δημητρακόπουλος. Ο Σουφλιάς θεώρησε ότι ο Δημητρακόπουλος δεν υποστήριξε την υποψηφιότητά του, λόγω της σχέσης που είχε αναπτύξει ο ευρωβουλευτής τότε γιος του, Γιώργος Δημητρακόπουλος, με τον Κώστα Καραμανλή. Τους βασικούς συνεργάτες του Καραμανλή επίσης, δεν τους αποδέχτηκε ποτέ. Τον Γιώργο Αλογοσκούφη τον κράτησε σε απόσταση, γιατί θεωρούσε ότι του πήρε το χαρτοφυλάκιο που ήθελε περισσότερο στην πενταετία 2004-2009 που η Νέα Δημοκρατία κυβέρνησε τον τόπο. Και έχοντας πλέον, γνώση των καταστάσεων που δημιουργήθηκαν στην οικονομία της χώρας, αναρωτιέμαι: αν ο Γιώργος Σουφλιάς με τον χαρακτήρα που είχε, είχε την ευθύνη της οικονομίας της χώρας εκείνη την περίοδο, θα ζούσαμε τη χρεοκοπία όπως τη ζήσαμε; Θα δεχόταν δηλαδή, να καθυστερεί και να αναβάλει διαρκώς τη λήψη των απαραίτητων μέτρων, όταν ο Κώστας Καραμανλής θα του έλεγε συνεχώς, αυτό που λίγα χρόνια μετά, εξιστόρησε ο Γιώργος Αλογοσκούφης: «ας το για αργότερα»;
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ πάντως, από τους συνεργάτες του Καραμανλή, θύμωσε με τον Προκόπη Παυλόπουλο, στον οποίο ο Καραμανλής, όταν διέγραψε τον Σουφλιά, «χρέωσε» την κομματική οργάνωση της Λάρισας για να την «αποσουφλοποιήσει». Ο Προκόπης Παυλόπουλος έγινε για μερικά χρόνια περιστασιακός κάτοικος Λάρισας κι όταν ο Σουφλιάς ξαναγύρισε στο κόμμα σχεδόν απαίτησε από τον Παυλόπουλο να ξεχάσει τη Λάρισα. Κάποια στιγμή όμως, ο Παυλόπουλος με την ιδιότητα του υπουργού Δημόσιας Διοίκησης της κυβέρνησης κλήθηκε σε μία εκδήλωση στη θεσσαλική πρωτεύουσα, νομίζω της Πανελλήνιας Ένωσης Αστυνομικών. Δεν γνωρίζω το παρασκήνιο, αλλά μπορώ να καταθέσω υπεύθυνα ότι στο τραπέζι των οργανωτών της εκδήλωσης που ακολούθησε ο Προκόπης Παυλόπουλος δεν εμφανίστηκε. Του τηλεφώνησα γιατί ήμουν ο συντονιστής της συζήτησης: «δεν θα το πιστέψεις» μου είπε. Και συμπλήρωσε: «Απαίτησε άνωθεν, να μην κοιμηθώ στη Λάρισα και αναγκάστηκα να πάω στην Καρδίτσα, όπου με φιλοξενεί ο Σιούφας!»
ΕΙΧΕ ΒΙΩΣΕΙ τόσο έντονα το διάστημα της κομματικής του εκτοπίσεως από τα νεοδημοκρατικά δρώμενα ο Γιώργος Σουφλιάς που αυτό καθόρισε και τη μετέπειτα συμπεριφορά του. Ούτε για μία στιγμή ωστόσο, δε σκέφτηκε να αλλαξοπιστήσει. Όταν, μετά από μια έντονα εξομολογητική του συζήτησή μας, στο γραφείο του, ένα χαλαρό κυριακάτικο πρωινό, έγραψα ένα ρεπορτάζ για τις μύχιες σκέψεις του στην εφημερίδα «Εξουσία» με τίτλο «Έχω διαβεί τον Ρουβίκωνα», μου τηλεφώνησε ο Θεόδωρος Τσουκάτος, ο αποκαλούμενος «στρατηγός» τότε του ΠΑΣΟΚ και στενός συνεργάτης του Κώστα Σημίτη, για να μου πει «δεν του λες ρε φίλε να έρθει στο ΠΑ.ΣΟ.Κ., έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν ήταν παθιασμένος δεξιός, ένας μετριοπαθής πολιτικός με εντιμότητα είναι» και μετέφερα τη συζήτηση στον Σουφλιά, αυτός με κοίταξε μάλλον ενοχλημένος και μου είπε: «Ο Σουφλιάς, πες του, θα γυρίσει εκεί που ανήκει και θριαμβευτής!»
ΔΕΝ ΞΕΡΩ πόσο θριαμβευτική ήταν η επιστροφή του. Εκείνο που ξέρω πάντως, είναι ότι στα χρόνια της μεταπολίτευσης ήταν σ’ ό,τι αφορά την πολιτική σκέψη, ο καλύτερος πολιτικός που έβγαλε η Θεσσαλία και ένας από τους καλύτερους που είχε ο τόπος. Με τα καλά του και τα κακά του.
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις





