ΛΑΡΙΣΑΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Η σύγχρονη ιστορία της διασκέδασης της Λάρισας μέσα από τη ματιά του «Πρίγκιπα» της Διευκαλίωνος: Ξήλωσαν το μπαρ ενώ έπαιζα μουσική… (φωτο)

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης
Το όνομα Chris Kios (σ.σ. κατά κόσμον Χρήστος Κιος) είναι άμεσα συνυφασμένο με τη διασκέδαση της Λάρισας, γεγονός το οποίο γνωρίζουν καλά όσοι κυκλοφορούν αναζητώντας καλό ποτό και χορό στη νυχτερινή ζωής της πόλης.
Με 14 συναπτά έτη στην πλάτη του ως DJ και με σημαντικές παραστάσεις από τα κορυφαία καταστήματα εστίασης του κάμπου, μέχρι αυτά της Θεσσαλονίκης και των Αθηνών, μπορεί να πει κανείς με βεβαιότητα, πως γνωρίζει πλέον – όσο κανείς άλλος – το ψυχογράφημα της εγχώριας διασκέδασης.
Για αυτό και το onlarissa.gr τον προσέγγισε, ώστε να ρίξει φως σε γεγονότα και κοινωνικά ζητήματα τα οποία έχουν να κάνουν τόσο με τη μουσική όσο και με τον τρόπο που περνάει καλά ο κόσμος, μέσα από μία συζήτηση – ιστορική αναδρομή.

Συνέντευξη στον Αντώνη Νιανιά
«Πρίγκιπας»της Διευκαλίωνος
Αναφορικά με το πως ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως δισκοθέτης, η απάντηση του ήταν αφοπλιστική, αναφέροντας λίγο – πολύ πως αυτό έγινε συγκυριακά: «Υπήρχε ένα μαγαζί στα παράλια της Λάρισας, το Jam Rock, το οποίο μία Κυριακή έμεινε χωρίς DJ και αποφάσισα να αυτοπροταθώ στον ιδιοκτήτη, τον Σάκη. Αυτός αποδέχθηκε την ιδέα και τα υπόλοιπα είναι ιστορία…
Εν συνεχεία μου έδωσε το πάτημα να εργαστώ στο ομώνυμο κατάστημα που διέθετε στην πόλη και συγκεκριμένα στην οδό Διευκαλίωνος. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα με προσέγγισε και ο ξάδερφος μου, ο Νίκος, ο οποίος τυγχάνει να διατηρεί μέχρι σήμερα – στον ίδιο δρόμο – το Κιου, με αποτέλεσμα να εργαστώ παράλληλα εκεί».
Το μεροκάματο επί κρίσεως
Ακολούθως, κλήθηκε να απαντήσει για το πως κυμαίνονταν τα ημερομίσθια του τότε, καθώς ο Χρήστος μπήκε στον εν λόγω στίβο εργασίας κατά τη διάρκειας της οικονομικής κρίσεως (σ.σ. 2012): «Ξεκίνησα με 40 ευρώ, ποσό το οποίο δε φαντάζει μεγάλο, αλλά για εκείνη την περίοδο στη Λάρισα ήταν ικανοποιητικό. Με τόσα λεφτά μπορούσες να φας, να πιεις καφέ και να βγεις για ποτό, καθώς οι τιμές που κυριαρχούσαν στην αγορά της πόλης ήταν πιο φιλικές. Όχι για μία, αλλά για τρεις ολόκληρες μέρες!
Σήμερα η κατάσταση στα μισθολογικά δεν έχει αλλάξει πολύ, με τους νέους συναδέλφους να παίρνουν κατά προσέγγιση 50 ευρώ, ωστόσο τα οικονομικά δεδομένα έχουν αλλάξει». Αξίζει να σημειωθεί πως αναφέρεται κυρίως στα μπαρ και όχι στα κλαμπ, καθώς αυτοί είναι οι χώροι που δραστηριοποιείται κατά βάση.

Αγαπημένα στέκια της Λάρισας
Σε ερώτηση αναφορικά με το ποια μαγαζιά το συντρόφευσαν ως θαμώνα στα νεανικά του χρόνια, η απάντηση ήταν αφοπλιστική, αναφέροντας δύο all time classics: «Το Bollocks στην πλατεία Εβραίων και το Kubrick στην πλατεία Ταχυδρομείου, το οποίο τότε ήταν πολύ μικρό. Αμφότερα έπαιζαν ηλεκτρονική μουσική και… δε ξεκολλούσα. Βρισκόμουν μονίμως εκεί».
Οι θαμώνες ξήλωσαν το μπαρ
Αναπόφευκτα, καθώς η συζήτηση κυλούσε, κλήθηκε ν’ απαντήσει για ένα από τα πιο ακραία περιστατικά που έχει αντικρίσει, παίζοντας μουσική: «Ήταν περίοδος του Πάσχα και ήμουν σε κατάστημα της Διευκαλίωνος. Σε κάποια φάση, ανέβηκαν δύο άνδρες στο μπαρ και από την ορμή τους, ξήλωσαν τη γωνία. Με κάποιον τρόπο έσπασε και βυθίστηκε μισό μέτρο κάτω.
Επί οικονομικής κρίσεως οι καταστάσεις ήταν πιο άγριες, μιλώντας για το κομμάτι της βίας σε συνάρτηση με τη διασκέδαση, γεγονός το οποίο συναντάται πιο σπάνια εν έτει 2026. Προφανώς σε αυτό συντέλεσαν και συντελούν εξωγενείς παράγοντες που διαμορφώνουν τη ψυχοσύνθεση των ανθρώπων», συμπλήρωσε.

Ντίσκο, boogie και γεωγραφικές επιρροές
Το στυλ μουσικής του είναι πλέον αναγνωρίσιμο για όσους και όσες τον έχουν ακούσει περισσότερο από μία φορά, γεγονός το οποίο κλήθηκε να σχολιάσει: «Όταν είμαι μόνος μου στο σπίτι επιστρέφω συνεχώς σε τραγούδια / κομμάτια περασμένων δεκαετιών. Κυρίως ντίσκο της δεκαετίας του 70′ και boogie μουσική, προερχόμενες από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Λατινική Αμερική. Από τη Γηραιά Ήπειρο λαμβάνω επιρροές από την Ιταλία και τη Μεγάλη Βρετανία, ενώ αξιοσημείωτη είναι και η σκηνή της Μέσης Ανατολής.
Υπάρχουν τρεις μουσικές, οι οποίες είναι άμεσα συνυφασμένες μεταξύ τους… αλληλένδετες και έχουν κυρίαρχο ρόλο στα σετ μου. Πρόκειται για τη ντίσκο την οποία προανέφερα, το χιπ – χοπ και τη house. Το τελευταίο είδος πρωταγωνιστεί στα set μου, χωρίς να εκλίπουν τα δύο πρώτα».
Καταχρήσεις και συνέπεια
Καθώς η κουβέντα όδευε προς το φινάλε της, θίχτηκε το ζήτημα του αλκοόλ και των ναρκωτικών, πειρασμοί που βρίσκονται μονίμως εκεί, τόσο για τους εργαζομένους, όσο και για όσους κυκλοφορούν ως θαμώνες στα καταστήματα εστίασης: «Σίγουρα υπάρχουν σε πολύ μεγάλο βαθμό και αυτό δε το λέω εγώ, αλλά το μαρτυρούν τα στατιστικά που βγαίνουν στο φως της δημοσιότητας.
Πέρα από τους προφανείς λόγους, εγώ επιλέγω να απέχω συνειδητά. Ακόμη και στο κομμάτι του ποτού, προσπαθώ να βρίσκω μονίμως μια ισορροπία, διότι έχω αποφασίσει πως θέλω να κάνω αυτό το επάγγελμα για πολλά ακόμη χρόνια. Και οι καταχρήσεις δεν είναι σύμμαχος σε αυτό το εγχείρημα, αλλά εχθρός».
Στο ρεζουμέ και ερωτηθείς για τα συστατικά στοιχεία που τον έκαναν να επιβιώσει και να παραμείνει στην επιφάνεια – έπειτα από τόσα χρόνια – ο ίδιος απάντησε: «Υπάρχει ένα τρίπτυχο: Η συνεχής καλλιτεχνική αναζήτηση, η κοινωνικότητα και η συνέπεια.
Ψάχνω αδιάλειπτα μουσικές, της οποίες αγοράζω. Έχω δαπανήσει πολλά χρήματα τόσο στην αγορά ψηφιακών τραγουδιών ή άλμπουμ, όσο και σε βινύλια, τα οποία αποτελούν ένα ακριβό σπορ. Επίσης, όντας νεότερος, έκανα έξι ακόμη και επτά μεροκάματα την εβδομάδα. Χειμώνα – καλοκαίρι, σταματούσα μόνο για διακοπές. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως εργάστηκα και συνεχίζω να εργάζομαι σε πολλά / διαφορετικά μαγαζιά, γεγονός το οποίο παίζει και αυτό τον ρόλο του».
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις





