Στο «κόκκινο» τα ταμειακά διαθέσιμα της χώρας μετά τον Μάιο -Δύσκολος μήνας ο Ιούλιος

Δημοσιεύθηκε στις: 13 Ιανουαρίου 2017, 14:55

Μπορεί οι Ευρωπαίοι εταίροι και το ΔΝΤ να μη βιάζονται να επιστρέψουν στην Αθήνα για τις διαπραγματεύσεις, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα στο μεσοπρόθεσμο διάστημα δεν αντιμετωπίζει καμία επείγουσα χρηματοδοτική ανάγκη, ωστόσο τα ταμειακά διαθέσιμα της χώρας επαρκούν έως τον Μάιο.

Η χώρα μπορεί να χρηματοδοτήσει τις υποχρέωσεις χωρίς να λάβει νέο δάνειο από τον μηχανισμό στήριξης για τους επόμενους τέσσερις με πέντε μήνες. Από τον Ιούλιο όμως αρχίζουν τα δύσκολα, καθώς είναι ο πιο απαιτητικός μήνας για την Ελλάδα, δεδομένου ότι χρειάζεται 7,4 δισ. ευρώ για το κόστος εξυπηρέτησης του ελληνικού δημόσιου χρέους.

Σε ειδική μελέτης της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης και Έρευνας Διεθνών Κεφαλαιαγορών της Eurobank για τις χρηματοδοτικές ανάγκες του ελληνικού δημοσίου την περίοδο Ιανουάριος 2017- Αύγουστος 2018 και εντεύθεν και την αξιολόγηση των συμφωνηθέντων βραχυπρόθεσμων μέτρων για το χρέος και αναθεωρημένη ανάλυση βιωσιμότητας επισημαίνεται ότι οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες του ελληνικού δημοσίου αναμένεται να ανέλθουν σε 16,9 δισ. ευρώ το 2017 και 9,6 δισ. την περίοδο Ιανουαρίου-Αυγούστου 2018.

Στο βαθμό που θα αποφευχθούν σοβαρές καθυστερήσεις στις προγραμματισμένες εκταμιεύσεις των δανείων του επίσημου τομέα, οι εν λόγω ανάγκες αναμένεται να καλυφθούν επαρκώς μέσω εγχώριων πόρων (πρωτογενές πλεόνασμα και έσοδα από το πρόγραμμα αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας) καθώς και της διαθέσιμης χρηματοδότησης από το υφιστάμενο πρόγραμμα προσαρμογής.

Ο Ιούλιος αναμένεται να είναι ο πλέον απαιτητικός μήνας του 2017 όσον αφορά το κόστος εξυπηρέτησης του ελληνικού δημόσιου χρέους, με την αντίστοιχη δαπάνη να διαμορφώνεται σε περίπου 7,4 δισ. ευρώ ( 6,6 δισ. ευρώ για την πληρωμή χρεολυσίων και 0,8 δισ. ευρώ για την πληρωμή τόκων).

Η μέση δαπάνη για την πληρωμή τόκων και χρεολυσίων το υπόλοιπο του τρέχοντος έτους (εκτός Ιουλίου) αναμένεται να διαμορφωθεί σε επίπεδα ελαφρώς χαμηλότερα των 0,75 δισ. ευρώ ανά μήνα.

Τα στοιχεία αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα ταμειακά διαθέσιμα του ελληνικού δημοσίου είναι επαρκή για την κάλυψη των δαπανών εξυπηρέτησης του χρέους τους πρώτους 4-5 μήνες του τρέχοντος έτους, ακόμη και χωρίς να υπάρξει νέα εξωτερική χρηματοδότησης της χώρας στο πλαίσιο του υφιστάμενου προγράμματος.

Κρίσιμη η ελάφρυνση του χρέους και η έξοδος στις αγορές

Παράλληλα, η Eurobank εκτιμά ότι ακόμη και σε περίπτωση απουσίας μέτρων μεσομακροπρόθεσμου χαρακτήρα για την ελάφρυνση του ελληνικού δημόσιου χρέους, η Ελληνική Δημοκρατία θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να καλύψει τις καθαρές δανειακές ανάγκες της 5ετούς περιόδου μετά το πέρας του υφιστάμενου προγράμματος (2019-2023) μέσω σχετικά περιορισμένου δανεισμού από τις διεθνείς αγορές (της τάξεως των 7,5 δισ ευρώ ετησίως κατά μέσον όρο).

«Βασική προϋπόθεση για την επίτευξη του προαναφερθέντος στόχου θα ήταν η σταδιακή επανάκτηση της πρόσβασης της Ελλάδας στις αγορές πριν από το πέρας του υφιστάμενου προγράμματος» κατά τη Eurobank.

Ωστόσο, σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η απουσία περαιτέρω σημαντικής ελάφρυνσης του ελληνικού δημόσιου χρέους «θα απαιτούσε την εξασφάλιση σημαντικά υψηλότερου δανεισμού από τις διεθνείς αγορές για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών, εγείροντας σοβαρές αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα της δημοσιονομικής θέσης της χώρας» αναφέρεται στη μελέτη της τράπεζας.

Μάλιστα, οι οικονομολόγοι της επισημαίνουν πως, ενδεικτικά, βάσει του υφιστάμενου μακροοικονομικού σεναρίου, ο δανεισμός αυτός θα έπρεπε να ανέλθει, κατά μέσον όρο, σε επίπεδα άνω των 20 δισ. ευρώ ετησίως την περίοδο 2023-2033, σε περίπου 50 δισ. ευρώ ετησίως την περίοδο 2034-2043 και σε 80 δισ. ευρώ με 110 δισ. ευρώ ετησίως την περίοδο 2044-2060.

Η μελέτη της Eurobank καταλήγει στην αναγκαιότητα περαιτέρω σημαντικής ελάφρυνσης του ελληνικούδημόσιου χρέους από τους πιστωτές του επίσημου τομέα. Αυτό κρίνεται αναγκαίο για την αντιμετώπιση των σημαντικών προκλήσεων χρηματοδότησης που θα αντιμετωπίσει το ελληνικό δημόσιο μετά το 2023.

Η εμπροσθοβαρής εφαρμογή του πλαισίου αυτού θα ήταν προς όφελος όχι μόνον της Ελλάδας αλλά και των διεθνών πιστωτών καθώς θα συνέβαλε στην ταχύτερη εμπέδωση της εμπιστοσύνης των επενδυτών στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, αποτρέποντας την ανάγκη περαιτέρω χρηματοδότησης της χώρας από τον επίσημο τομέα μετά την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος.

iefimerida.gr 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ