ΛΑΡΙΣΑΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ
«Θα καούμε ζωντανοί»: Συγκλονίζουν οι επιβάτες του τρίτου βαγονιού στα Τέμπη – «Δεν μπόρεσα να της πω πως το πρώτο βαγόνι δεν υπήρχε»

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης
Συγκλονιστικές μαρτυρίες επιζώντων από το τρίτο βαγόνι της μοιραίας επιβατικής αμαξοστοιχίας ακούστηκαν κατά την 48η συνεδρίαση της δίκης για την τραγωδία των Τεμπών, την Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2026. Επιβάτες που κατάφεραν να βγουν ζωντανοί από τα συντρίμμια περιέγραψαν τις στιγμές της σύγκρουσης, τη φωτιά που έκαιγε δίπλα τους, τις απεγνωσμένες προσπάθειες απεγκλωβισμού και τη διαφυγή μέσα στο σκοτάδι. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε από αρκετούς μάρτυρες στην έντονη, ασυνήθιστη οσμή που επικρατούσε στον χώρο, στην αφόρητη θερμοκρασία και στο αίσθημα καύσου στον λαιμό που τους προκαλούσε δυσκολία στην αναπνοή.
Στη δικαστική αίθουσα βρέθηκαν οι κατηγορούμενοι Παύλος Κουζής και Σπυρίδων Πατέρας, ενώ στη διαδικασία κατέθεσαν επιβάτες που ταξίδευαν στο βαγόνι Β3, περιγράφοντας όσα έζησαν το βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου 2023.
«Ένιωθα ότι έπεφτα από αεροπλάνο – Σκέφτηκα ότι θα πεθάνω»
Η Ευλαμπία Τζικοπούλου, η οποία ταξίδευε μαζί με την αδελφή της και τη φίλη τους Στέλλα, περιέγραψε ότι μετά την αναχώρηση από τη Λάρισα η αμαξοστοιχία πραγματοποίησε μια απρογραμμάτιστη στάση μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Λίγο αργότερα, ενώ είχε κλείσει τα μάτια της, αισθάνθηκε ένα εξαιρετικά έντονο φρενάρισμα και ακολούθησε η σύγκρουση. «Σε δευτερόλεπτα χάος. Ένιωθα να στροβιλίζομαι. Ένιωθα ότι έπεφτα από αεροπλάνο. Σε κάθε τράνταγμα χτυπούσα δεξιά και αριστερά. Πετάγονταν θραύσματα από παντού. Ήταν μεγάλη η θερμοκρασία εκείνη τη στιγμή. Σκέφτηκα ότι θα πεθάνω», κατέθεσε, περιγράφοντας παράλληλα την αγωνία της για την τύχη της αδελφής της.

Όπως ανέφερε, όταν το βαγόνι ακινητοποιήθηκε, προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί της, ενώ η φωτιά βρισκόταν ήδη πολύ κοντά. «Δεν μπορούσα να πάρω ανάσα, έτσουζε πολύ ο λαιμός μου. Είπα στην αδελφή μου ότι πρέπει να βγούμε, θα γίνει έκρηξη». Η αδελφή της είχε εγκλωβιστεί με το πόδι της ανάμεσα στα καθίσματα και χρειάστηκε η βοήθεια άλλου επιβάτη για να απελευθερωθεί. Τελικά οι τρεις κοπέλες κατάφεραν να βγουν από σπασμένο παράθυρο, με άλλους επιβάτες να τις βοηθούν να κατέβουν. Η μάρτυρας περιέγραψε τη διαφυγή τους κατά μήκος των σιδηροδρομικών γραμμών, την προσπάθεια να ανέβουν στο ύψωμα και την επικοινωνία με τον πατέρα της. «Του είπα πως είμαστε σε έναν γκρεμό, πήραν φωτιά τα μαλλιά μου». Όταν κατάφεραν να φτάσουν στον δρόμο, ζήτησαν βοήθεια από αστυνομικούς και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν με λεωφορείο στη Θεσσαλονίκη. Η ίδια νοσηλεύτηκε στο ΑΧΕΠΑ, έχοντας τραυματιστεί και στο κεφάλι. «Όταν κάποια στιγμή έκλεισα τα μάτια, είδα πως ήμουν στο τρένο», ανέφερε. Απαντώντας σε ερωτήσεις της προέδρου, στάθηκε ιδιαίτερα στην οσμή και στις συνθήκες που επικρατούσαν. «Είχε μια μυρωδιά, ήταν κάτι καμένο, αλλά μάλλον ήταν κάτι καυστικό. Όταν πιάναμε τις λαμαρίνες, κολλούσαν τα χέρια μας. Η φωτιά έξω από το βαγόνι ήταν μεγάλη. Ο καπνός είχε επισκιάσει τα πάντα».
«Δεν μπόρεσα να της πω πως δεν υπήρχε το πρώτο βαγόνι»
Από τις πλέον συγκλονιστικές στιγμές της διαδικασίας ήταν η κατάθεση της Πολυξένης Τζικοπούλου, επίσης επιβάτιδας του Β3. Περιέγραψε ότι καθόταν στην τελευταία τετράδα καθισμάτων του βαγονιού, το οποίο, όπως είπε, ήταν γεμάτο μετά την αναχώρηση από τη Λάρισα. «Ένιωσα ένα έντονο τράνταγμα και έναν δυνατό ήχο. Έβαλα το χέρι στο κεφάλι μου, καθώς πετάγονταν πάνω μας βαλίτσες, κόσμος. Σκεφτόμουν τους γονείς μου. Ήθελα να σταματήσει αυτό το πράγμα. Δεν ήξερα πώς θα βγούμε ζωντανές», κατέθεσε.

Σύμφωνα με την περιγραφή της, το βαγόνι είχε πάρει κλίση, ενώ το μοναδικό φως προερχόταν από τη φωτιά. Στο δάπεδο υπήρχε μια ολισθηρή ουσία, την οποία παρομοίασε με λάδια. Η θερμοκρασία ήταν αφόρητη και η μυρωδιά προκαλούσε έντονο κάψιμο στον λαιμό. Η ίδια εγκλωβίστηκε όταν το πόδι της σφηνώθηκε στο τραπεζάκι και χρειάστηκε η συνδρομή άλλων επιβατών για να απελευθερωθεί. «Όταν κατεβήκαμε, η φωτιά ήταν τεράστια. Θυμάμαι τον κόσμο να ουρλιάζει, αλλά πιο έντονα θυμάμαι αυτή τη μυρωδιά. Καιγόταν ο λαιμός μας», ανέφερε. Περιέγραψε ακόμη ότι οι επιβάτες προσπαθούσαν να ανέβουν σε έναν απότομο λόφο, σχηματίζοντας μια γραμμή, με τον φόβο πως αν γλιστρούσε ένας θα παρέσυρε και τους υπόλοιπους.
Η μάρτυρας αναφέρθηκε και σε μια συνάντηση που είχε στον σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης, μετά τη μεταφορά των επιζώντων. «Με πλησίασε μια κυρία και μου είπε συγγνώμη. Ήταν η αδελφή μου στο πρώτο βαγόνι, μου είπε. Δεν μπόρεσα να της πω πως δεν υπήρχε το πρώτο βαγόνι».
Διακοπή της διαδικασίας όταν η Στυλιανή – Μαρία Πλατσά λύγισε στην κατάθεσή της
Ιδιαίτερα φορτισμένη ήταν και η κατάθεση της Στυλιανής – Μαρίας Πλατσά, η οποία επέστρεφε στη Θεσσαλονίκη μαζί με τρεις φίλες της. Η μάρτυρας περιέγραψε τις διαδοχικές καθυστερήσεις, την απρογραμμάτιστη στάση μετά τη Λάρισα και τις στιγμές που προηγήθηκαν της σύγκρουσης. Όταν έφτασε στο σημείο της περιγραφής του δυστυχήματος, η φωνή της άρχισε να τρέμει και χρειάστηκε να διακοπεί για λίγα λεπτά η δικαστική διαδικασία.

Όταν συνεχίστηκε η εξέτασή της, περιέγραψε ότι είχε αποκοιμηθεί ελαφρά, όταν αισθάνθηκε απότομο φρενάρισμα. «Ένιωσα σαν να βγαίνουμε έξω από τις ράγες. Ένας έντονος θόρυβος και ένα μεγάλο μπαμ. Άνοιξα τα μάτια μου και είδα έξω από το παράθυρο μια μεγάλη φωτιά. Ένιωσα σαν να πέσαμε στον γκρεμό. Νόμιζα πως έβλεπα εφιάλτη». Η ίδια ανέφερε ότι άρχισε να ψηλαφίζει το σώμα της για να διαπιστώσει εάν είχε τραυματιστεί σοβαρά, ενώ προσπαθούσε να εντοπίσει τις φίλες της. «Είχε απόλυτο σκοτάδι. Μόνο η φωτιά φώτιζε». Κατά την προσπάθεια διαφυγής υπέστη κρίση πανικού και φώναζε ότι δεν μπορούσε να βγει. «Μια κοπέλα με έπιασε από το μπράτσο και μου είπε πως αν δεν βγούμε τώρα θα καούμε όλοι», κατέθεσε. Αφού κατάφεραν να εγκαταλείψουν το βαγόνι, κινήθηκαν ανάμεσα σε μεταλλικά τμήματα των αμαξοστοιχιών και στις σιδηροδρομικές γραμμές, αναζητώντας τρόπο να ανέβουν στον δρόμο. Η κ. Πλατσά ανέφερε ότι οι επιφάνειες γλιστρούσαν έντονα, κάνοντας λόγο για λάδια ή γράσο.
«Ή θα ποδοπατηθώ ή θα καώ ζωντανή» – Το κλάμα ενός μωρού που δεν ξεχάστηκε
Η Βηθλεέμ Κουσίδου, επίσης επιβάτιδα του τρίτου βαγονιού, περιέγραψε ότι κατά τη σύγκρουση έσπασε το κάθισμά της και εκσφενδονίστηκε πάνω σε έναν νεαρό επιβάτη που βρισκόταν απέναντί της. Αντικείμενα έπεφταν πάνω της, ενώ όταν άνοιξε τα μάτια άκουσε φωνές, κλάματα και ένα μωρό να κλαίει.
«Ένα κλάμα μωρού που δεν το έχω ξεχάσει έως τώρα», είπε χαρακτηριστικά. Όπως εξήγησε, αδυνατούσε να σταθεί όρθια και υπέστη κρίση πανικού. «Είχα δύο σκέψεις στο μυαλό μου. Ή θα ποδοπατηθώ ή θα καώ ζωντανή». Τελικά πάτησε πάνω σε βαλίτσες και πήδηξε από το παράθυρο, επιχειρώντας να απομακρυνθεί από το φλεγόμενο βαγόνι.
Η μάρτυρας περιέγραψε μια έντονη, άγνωστη σε εκείνη οσμή, η οποία της προκαλούσε αδυναμία εισπνοής. «Θυμάμαι να σκαρφαλώνω σε ένα κομμάτι του τρένου που είχε λάδια και πίσσα. Μύριζε κάτι που δεν είχα ξαναμυρίσει. Δεν μπορούσα να εισπνεύσω».
Αφού ανέβηκε στον δρόμο μαζί με τις φίλες της, διαπίστωσε ότι τα μαλλιά της ήταν καμένα και είχε αίματα πάνω της, χωρίς να γνωρίζει εάν ήταν δικά της. «Προσευχόμουν όλοι οι άνθρωποι να βγουν ζωντανοί», ανέφερε, προσθέτοντας ότι στη διαδρομή προς τη Θεσσαλονίκη έκλαιγε συνεχώς και δυσκολευόταν να αναπνεύσει.
«Είδα στον αέρα μια μπάλα φωτιάς» – Η μαρτυρία της Χέιζελ Λορραίν Χάγγινς
Η Χέιζελ Λορραίν Χάγγινς ταξίδευε μαζί με τον σύζυγό της, καθισμένη περίπου στη μέση του τρίτου βαγονιού. Όπως κατέθεσε, ξύπνησε από ένα ισχυρό χτύπημα και βρέθηκε εκσφενδονισμένη περίπου τρία μέτρα προς την κατεύθυνση της μηχανής, μπλεγμένη με άλλον επιβάτη. Τα φώτα άναβαν και έσβηναν, ενώ προσπαθούσε να εντοπίσει τον σύζυγό της. «Φώναζα τον άντρα μου. Τον άκουσα να μου λέει είμαι εδώ. Του είπα είμαι μπλεγμένη», ανέφερε. Στη συνέχεια περιέγραψε την κλίση που πήρε το βαγόνι και τη φωτιά που αντίκρισε. «Είδα στον αέρα μια φωτιά, μια μπάλα. Ήταν φοβερό».
Η ίδια είχε εγκλωβιστεί με το πόδι της ανάμεσα σε δύο καθίσματα, αλλά κατάφερε να απελευθερωθεί. «Έπρεπε να επιβιώσω», είπε, εξηγώντας ότι για να φτάσουν στην έξοδο χρειάστηκε να περπατήσουν πάνω στα καθίσματα, καθώς το βαγόνι είχε ανατραπεί υπό γωνία. Στην προσπάθεια διαφυγής, η μάρτυρας περιέγραψε και μια στιγμή κατά την οποία της παρέδωσαν ένα μωρό για να το μεταφέρει με ασφάλεια. «Μου φώναξαν “το μωρό μου”. Το πήρα στα χέρια και το έδωσα στη μαμά του», κατέθεσε. Η ίδια ανέφερε ότι αργότερα συνάντησε έναν νεαρό με εκτεταμένα εγκαύματα στο πρόσωπο, ενώ διαπίστωσε ότι είχε τραυματιστεί στα πλευρά.
Και η συγκεκριμένη μάρτυρας αναφέρθηκε στην έντονη οσμή που επικρατούσε. «Είχε πολλή μυρωδιά που δεν έχω συναντήσει ξανά. Έμπαινε μέσα στα ρουθούνια σου», ανέφερε, προσθέτοντας ότι ακόμη και προσωπικά αντικείμενα που περισυνελέγησαν από το σημείο διατηρούσαν τη δυσάρεστη οσμή.
«Το μόνο φως ήταν από τη φωτιά» – Η κατάθεση του Πέτκου Σταυρόπουλου
Ο Πέτκος Σταυρόπουλος, που επέβαινε επίσης στο τρίτο βαγόνι μαζί με τη σύζυγό του, κατέθεσε ότι περίπου 20 λεπτά μετά την αναχώρηση από τη Λάρισα σημειώθηκε η σύγκρουση. Ο ίδιος έπεσε στον διάδρομο, ενώ η σύζυγός του εγκλωβίστηκε ανάμεσα στα καθίσματα μαζί με άλλους επιβάτες. «Το βαγόνι είχε πάρει κλίση. Η σύζυγός μου είχε πέσει ανάμεσα στα καθίσματα», ανέφερε, περιγράφοντας τις προσπάθειες που ακολούθησαν για τον απεγκλωβισμό της. «Βλέπαμε κάτι φωτεινό. Το μόνο φως που βλέπαμε ήταν από τη φωτιά».
Όπως εξήγησε, κατάφεραν να κινηθούν προς το πίσω μέρος του βαγονιού και να διαφύγουν από ένα σπασμένο παράθυρο. Στη συνέχεια πυροσβέστες τούς έριξαν σχοινιά, προκειμένου να μπορέσουν να ανέβουν στον δρόμο. Οι καταθέσεις της 48ης συνεδρίασης περιλάμβαναν επανειλημμένες αναφορές επιζώντων στη φωτιά, στον καπνό, στην έντονη οσμή και στις δυσκολίες που αντιμετώπισαν κατά την έξοδό τους από το βαγόνι Β3, καθώς και στις προσπάθειες άλλων επιβατών να βοηθήσουν όσους είχαν εγκλωβιστεί στα συντρίμμια.
newsroom onlarissa.gr
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις





