ΛΑΡΙΣΑ

Καζακλάρ, 14 Ιουνίου 1894: Όταν ο Αμπελώνας ήταν η «Κηφισιά» της Θεσσαλίας

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το onlarissa.gr στη Google

Της Κωνσταντινιάς Πατσή *

Κάθε φορά που μελετώ τις στήλες του παλιού ελληνικού Τύπου, η επαφή με τον χρόνο γεννά μια βαθιά, σχεδόν βιωματική συγκίνηση. Είναι σαν να ξεκλειδώνει μια πύλη στο παρελθόν, φέρνοντας στο φως τους ψίθυρους, τους καημούς, τις ελπίδες και την καθημερινότητα των ανθρώπων που έζησαν πριν από εμάς στα ίδια ακριβώς χώματα. Μια τέτοια αίσθηση με κατέλαβε όταν συνάντησα μια εξαιρετικά παραστατική ανταπόκριση στις σελίδες της εφημερίδας «Παλιγγενεσία», με ημερομηνία 14 Ιουνίου 1894. Πρόκειται για μια επιστολή από τη Λάρισα που μας μεταφέρει αυτούσια την ατμόσφαιρα στο Καζακλάρ —τον σημερινό Αμπελώνα— μόλις δεκατρία χρόνια μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας και την ενσωμάτωσή της στον εθνικό κορμό.

Ο ανταποκριτής της εφημερίδας στη Λάρισα, μεταφέροντας τις εντυπώσεις του από τον θεσσαλικό κάμπο, δεν φείδεται εγκωμίων και δεν κρύβει τον ενθουσιασμό του. Χαρακτηρίζει το Καζακλάρ ως το αδιαμφισβήτητα ωραιότερο χωριό ολόκληρης της περιοχής, πλάθοντας μια εικόνα που μοιάζει βγαλμένη από πίνακα ζωγραφικής. Περιγράφει έναν τόπο κατάφυτο, όπου τα δέντρα αγκαλιάζουν κάθε γωνιά μέσα και έξω από τον οικισμό. Ξεχωρίζει, μάλιστα, ένα απέραντο, βαθύσκιο δάσος από γηραιές βελανιδιές, το οποίο αποτελούσε τον απόλυτο προορισμό αναψυχής για τους εκδρομείς της εποχής —μια αληθινή «Κηφισιά» της Θεσσαλίας, όπου ο κόσμος έβγαινε να ανασαίνει τον καθαρό αέρα ανάμεσα στους εκτεταμένους, καταπράσινους αμπελώνες.

Η πολεοδομική και αρχιτεκτονική ταυτότητα του χωριού αποτυπώνεται με μοναδική γλαφυρότητα. Τα σπίτια, όλα πλινθόκτιστα εξαιτίας της έλλειψης πέτρας στην πεδιάδα, διατηρούσαν έναν παραδοσιακό ανατολίτικο ρυθμό, απλωμένα κλιμακωτά σε μια μεγάλη έκταση. Ολόκληρο το Καζακλάρ έμοιαζε με ένα προστατευμένο νησί στη μέση του κάμπου: μπροστά του απλωνόταν ο μεράς, η χέρσα γη για τη βοσκή των ζώων, πίσω βρίσκονταν τα κεσίκια, οι περιφραγμένοι αγροί, και πιο πίσω πάλι ο  μεράς, δημιουργώντας έναν φυσικό, βελούδινο πράσινο τάπητα που το περιέβαλλε απ’ όλες τις πλευρές. Στην είσοδο του χωριού, κάτω από τη βαριά σκιά κολοσσιαίων αιωνόβιων πλατάνων, χτυπούσε η καρδιά της κοινωνικής ζωής στα καφενεία και τα μαγαζιά, ενώ ακριβώς εκεί ορθωνόταν περήφανη η νέα εκκλησία του χωριού, ένα αρχιτεκτονικό κομψοτέχνημα που κοντοζύγωνε να αποπερατωθεί και δεν είχε το ταίρι του σε ολόκληρη τη Θεσσαλία.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μέριμνα που επιδείκνυε η τοπική κοινωνία για την παιδεία των παιδιών της, σε μια εποχή γεμάτη στερήσεις και προκλήσεις. Το Καζακλάρ, παρά τον αμιγώς αγροτικό του χαρακτήρα, διέθετε ένα οργανωμένο Πρωτοβάθμιο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων, όπου ο δημοδιδάσκαλος Παναγιώτης Παπαευσταθίου με τον βοηθό του Δημήτριο Α. Τσαπραλή έδιναν καθημερινά τη δική τους μάχη για τη μόρφωση των νέων. Παράλληλα, λειτουργούσε και Δημοτικό Σχολείο Θηλέων, το περίφημο Παρθεναγωγείο, το οποίο διηύθυνε με απαράμιλλο ήθος και αφοσίωση η δημοδιδάσκαλος Κατίνα Καπελαρί(δ)ου —πρόσωπα που αποτελούσαν τους πραγματικούς σκαπανείς της γνώσης στον θεσσαλικό κάμπο.

Ωστόσο, πίσω από τις εικόνες ομορφιάς και την προκοπή του κάμπου, η καθημερινότητα έκρυβε πάντα το δικό της βαρύ τίμημα: τον ασταμάτητο, εξαντλητικό μόχθο των ανθρώπων της γης και τις αμέτρητες δυσκολίες που πάλευαν να ξεπεράσουν κάθε μέρα. Η ανταπόκριση αποτυπώνει ανάγλυφα την απόγνωση των κατοίκων εξαιτίας της παντελούς απουσίας αγροφυλακής: για δέκα ολόκληρους μήνες, οι καλλιεργητές της περιοχής παρέμεναν χωρίς καμία περιφρούρηση των χωραφιών τους, βλέποντας ανεπιτήρητα κοπάδια να καταπατούν τα σπαρτά και τη σοδειά τους να λεηλατείται από κλοπές, χωρίς κανένα όργανο της τάξης να επιβάλλει τις κυρώσεις.

Πίσω από αυτή τη δύσκολη κατάσταση βρισκόταν μια περίπλοκη διοικητική εμπλοκή, αποτέλεσμα της απουσίας συντονισμού αλλά και της ασάφειας που χαρακτήριζε το νομικό πλαίσιο της εποχής. Το πρόβλημα ξεκίνησε όταν κατέστη αδύνατον να πραγματοποιηθεί η προβλεπόμενη συνέλευση των ίδιων των ιδιοκτητών, η οποία είχε την αρμοδιότητα να υποδείξει τα κατάλληλα πρόσωπα για τη στελέχωση της αγροφυλακής. Στη συνέχεια, ο Αστυνόμος Τυρνάβου και ο Νομάρχης Λάρισας δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν στους διορισμούς, καθώς ο Νομάρχης ερμήνευε διαφορετικά τον νεότερο —και εντελώς ασαφή— νόμο «περί στρατιωτικής αστυνομίας», επιμένοντας στον διορισμό των προσώπων που είχε υποδείξει ο Δήμαρχος. Αυτή η διαφωνία εγκλώβισε τους αγρότες σε αδιέξοδο. Οι ιδιοκτήτες ικέτεψαν επανειλημμένα τις τοπικές αρχές, ενώ έφτασαν στο σημείο να στείλουν τηλεγραφήματα στον ίδιο τον Πρωθυπουργό και στον Αρχηγό της Χωροφυλακής. Όμως, οι εκκλήσεις τους προσέκρουαν σε «τοίχους από μάρμαρο» —σε μια παγωμένη κρατική αδιαφορία που άφηνε τους ανθρώπους του μόχθου χωρίς προστασία.

Κι όμως, παρά τις πικρίες, η γη καλούσε ξανά τους ανθρώπους της στο μεγάλο πανηγύρι του θερισμού. Στα μέσα του Ιούνη του 1894, ο κάμπος πλημμύρισε από ζωή. Όπου κι αν έστρεφε κανείς το βλέμμα, έβλεπε χρυσές θημωνιές να υψώνονται προς τον θεσσαλικό ουρανό, κάρα ξεχειλισμένα από σιτάρι και ανθρώπους ιδρωμένους αλλά χαμογελαστούς, να παλεύουν για το ψωμί της οικογένειάς τους, έχοντας γλιτώσει ευτυχώς από τον καταστροφικό λίβα που εκείνη τη χρονιά δεν προξένησε ζημιές.

Το δημοσίευμα κλείνει με μια τρυφερή, σχεδόν εύθυμη πινελιά που αποτυπώνει την αμηχανία της τοπικής κοινωνίας απέναντι στον εκσυγχρονισμό: στα αλώνια υπήρχε τεράστια έλλειψη αλωνιστικών αλόγων, καθώς κανείς δεν τολμούσε να εμπιστευτεί τις νέες αλωνιστικές μηχανές! Την προηγούμενη χρονιά, εξαιτίας της απειρίας του μηχανικού, η μηχανή αντί να αλωνίσει το σιτάρι… το έκανε αλεύρι! Έτσι, ο ανταποκριτής απευθύνει θερμή έκκληση στους κατόχους αλόγων να σπεύσουν στο Καζακλάρ, βέβαιοι ότι θα βρουν δουλειά και θα ικανοποιηθούν απόλυτα.

Είναι πραγματικά συγκλονιστικό να συνειδητοποιεί κανείς πως πίσω από τις λέξεις μιας παλιάς εφημερίδας δεν κρύβονται απλές ιστορικές πληροφορίες, αλλά η ίδια η ψυχή του τόπου μας: οι χαρές, οι αγώνες, οι αγωνίες, τα λάθη αλλά και το αστείρευτο πείσμα των προγόνων μας να κρατήσουν τη ζωή ζωντανή, όμορφη και ευλογημένη.

Πηγή: Εφημερίδα «Παλιγγενεσία», Φύλλο 14ης Ιουνίου 1894, Ενότητα «Ιδιαίτερη αλληλογραφία της Παλιγγενεσίας – Επιστολή ἐκ Λαρίσης».

* Η Κωνσταντινιά Πατσή είναι Διευθύντρια του Γενικού Λυκείου Τυρνάβου. Πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων ,  κάτοχος Μεταπτυχιακού στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (MBA) από το Staffordshire University και Μεταπτυχιακού στην Οργάνωση και Διοίκηση της Εκπαίδευσης από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Ακολουθήστε το onlarissa.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις