ΛΑΡΙΣΑΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ
Δίκη Τεμπών – Συγκλονίζει ο Βαγγέλης Βλάχος: «Ήταν διαρκές και προδιαγεγραμμένο το έγκλημα των Τεμπών»

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης
Σε μια συγκλονιστική κατάθεση, με αναφορές στις τελευταίες ώρες της ζωής του αδελφού του, στις συνθήκες λειτουργίας του σιδηροδρόμου και στις καταγγελίες περί αλλοίωσης του τόπου της τραγωδίας, προχώρησε ο Βαγγέλης Βλάχος, αδελφός του αδικοχαμένου Βάιου Βλάχου, κατά την 46η συνεδρίαση της δίκης για τα Τέμπη, η οποία ξεκίνησε σήμερα Δευτέρα 2 Νοεμβρίου. «Ήταν διαρκές και προδιαγεγραμμένο το έγκλημα των Τεμπών», υπογράμμισε, υποστηρίζοντας ότι οι αρμόδιοι γνώριζαν επί χρόνια τις σοβαρές ελλείψεις στην ασφάλεια του σιδηροδρομικού δικτύου, ενώ περιέγραψε με λεπτομέρειες την προσωπική έρευνα που πραγματοποίησε μετά τον θάνατο του αδελφού του. Από τους κατηγορουμένους παρών στη διαδικασία ήταν ο Σπυρίδων Πατέρας.
«Ο Βάιος ήταν ο μικρός μου αδελφός. Μεγάλωσα μαζί του στο ίδιο δωμάτιο, με τα ίδια παιχνίδια. Μεγαλώσαμε μαζί, σπουδάσαμε μαζί», ανέφερε στην αρχή της κατάθεσής του ο Βαγγέλης Βλάχος, μιλώντας για τον άνθρωπο που έχασε τη ζωή του τη νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου 2023. Θυμήθηκε την τελευταία συνομιλία τους, όταν ο αδελφός του ήταν ιδιαίτερα χαρούμενος καθώς, στο πλαίσιο της εργασίας του σε τεχνική εταιρεία, επρόκειτο να ασχοληθεί με την πιστοποίηση βαγονιών. «Πρέπει να αλλάξει η ασφάλεια. Ο αδελφός μου αυτό έκανε και αυτό τον έκανε χαρούμενο, αλλά από αυτό χάθηκε», είπε, ενώ ιδιαίτερα φορτισμένη ήταν η αναφορά στον γιο του, ο οποίος λάτρευε τον θείο του και δεν κατάφερε να τον αποχαιρετήσει. «Ο γιος μου τον λάτρευε τον Βάιο, αλλά δεν μπόρεσε να τον ξαναδεί. Πήγαμε ένα κλειστό φέρετρο», κατέθεσε, εξηγώντας ότι έκτοτε η οικογένειά του έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής της στην αναζήτηση απαντήσεων για τις συνθήκες της τραγωδίας.

Ο μάρτυρας περιέγραψε την προσπάθεια ανασύνθεσης της τελευταίας διαδρομής του αδελφού του, μέσα από στοιχεία και καταγραφές καμερών. Όπως ανέφερε, ο Βάιος έφτασε στον Σταθμό Λαρίσης στην Αθήνα, όπου παρέμεινε περίπου μισή ώρα, ενώ αργότερα εντοπίστηκε από κάμερα στο Παλαιοφάρσαλο. Εκεί, σύμφωνα με την κατάθεσή του, ήταν εκνευρισμένος εξαιτίας της καθυστέρησης, είχε κατέβει από το τρένο και συνομιλούσε με άλλους επιβάτες. Ο κ. Βλάχος συνέδεσε όσα συνέβησαν στο Παλαιοφάρσαλο με τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιούνταν τα σιδηροδρομικά δρομολόγια, υποστηρίζοντας ότι παρά τα προβλήματα που είχαν παρουσιαστεί, δεν ελήφθησαν τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας. «Δεν πήραν κανένα μέτρο σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες για να εξασφαλίσουν την ασφάλεια. Πάλι πήγαιναν με 160-170. Υπήρχε μια ανασφαλής κανονικότητα καθημερινά, όχι μόνο εκείνη την ημέρα», ανέφερε χαρακτηριστικά. Στάθηκε ιδιαίτερα στις καταγεγραμμένες συνομιλίες των εμπλεκομένων, χαρακτηρίζοντάς τες ντροπιαστικές. «Τα άκουσα όλα αυτά τα ηχητικά. Είναι ντροπιαστικά. Δεν υπήρχε καμία σοβαρή επικοινωνία. Ήταν διαρκές και προδιαγεγραμμένο το έγκλημα των Τεμπών», τόνισε.
Η κατάθεσή του συνεχίστηκε με την περιγραφή των δραματικών ωρών που ακολούθησαν τη σύγκρουση, όταν ο ίδιος βρισκόταν στο εξωτερικό και προσπαθούσε απεγνωσμένα να εντοπίσει τον αδελφό του. «Θυμάμαι το πρώτο τηλεφώνημα του πατέρα μου με βιντεοκλήση. Εκεί κατάλαβα πως δεν ήταν καλά τα πράγματα. Μου εξήγησε τι είχε γίνει με τον αδελφό μου. Ο γιος μου μόλις άκουσε άρχισε να ουρλιάζει», είπε. Παρακολουθούσε στην τηλεόραση τις εικόνες με τα λεωφορεία που μετέφεραν επιβάτες από το σημείο της τραγωδίας, προσπαθώντας να διακρίνει ανάμεσά τους τον Βάιο, ενώ το κινητό του αδελφού του δεν απαντούσε. Ο πατέρας τους βρισκόταν ήδη στο νοσοκομείο και τον είχε ενημερώσει ότι στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών έφταναν πλέον νεκροί. «Έπαιρνα με αγωνία σε όλα τα νοσοκομεία για να βρω τον Βάιο. Ο πατέρας μου μου είπε πως θα κάτσει εκεί να βλέπει τους σάκους για να αναγνωρίσει τον σωματότυπο του Βάιου. Εμένα μου ζήτησε να ψάχνω και από τότε αυτό κάνω για τον αδελφό μου», κατέθεσε. Μάλιστα, κάποια στιγμή πληροφορήθηκε ότι σε νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης υπήρχε ένας άνδρας με το όνομα Βάιος, ο οποίος είχε πάρει εξιτήριο και ήταν καλά, για να αποδειχθεί τελικά ότι επρόκειτο για άλλον άνθρωπο, από τα Τρίκαλα. Χρειάστηκε τρεις ημέρες για να επιστρέψει από το εξωτερικό και να παραστεί στην κηδεία, ενώ οι επόμενες εικόνες που αντίκρισε από τον αδελφό του ήταν οι φωτογραφίες της ιατροδικαστικής εξέτασης. «Είδαμε τις φωτογραφίες, έφριξα. Δεν μπορώ να το δεχθώ, είναι πολύ άδικο αυτό», ανέφερε.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε ο κ. Βλάχος στις ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν στον τόπο της σύγκρουσης τις πρώτες ημέρες μετά την τραγωδία, καταγγέλλοντας ότι υπήρξε οργανωμένη προσπάθεια αλλοίωσης του χώρου και κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων. «Όταν εμείς μαθαίναμε, είχαν ήδη συναντηθεί, είχαν ήδη αποφασίσει για το πώς θα δράσουν για να αλλοιώσουν όλο τον χώρο και τα στοιχεία», υποστήριξε, ζητώντας να αποκαλυφθεί τι ακριβώς αποφασίστηκε στις συσκέψεις εκείνων των ημερών. Περιγράφοντας την πρώτη επίσκεψή του στο σημείο του δυστυχήματος, είπε ότι αντίκρισε έναν χώρο αγνώριστο. «Με το που παρκάραμε στον χώρο ένιωθα πως είμαι σε όνειρο. Βλέπω τον χώρο αγνώριστο. Μου βγήκε θυμός, άρχισα να κλαίω, να βρίζω και να ρωτάω ποιος το έκανε αυτό», ανέφερε. Σύμφωνα με όσα κατέθεσε, αστυνομικός που βρισκόταν εκεί τού είπε ότι είχε εμφανιστεί «ένας ψηλός με μουστάκι», ο οποίος είχε δώσει εντολή μέχρι την Κυριακή ο χώρος να είναι «λαμπίκο». Ο μάρτυρας υποστήριξε ότι τότε αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί και ξεκίνησε μαζί με την οικογένειά του την προσπάθεια εντοπισμού των χωμάτων που είχαν απομακρυνθεί. Όπως εξήγησε, συνέκριναν φωτογραφίες και καταγραφές πριν και μετά τις παρεμβάσεις, αναζητώντας στοιχεία ακόμη και σε αμμορυχεία, ενώ για όσα εντόπισαν ενημέρωσαν τον ειδικό εφέτη ανακριτή κ. Σωτήρη Μπακαΐμη.
Ο Βαγγέλης Βλάχος αναφέρθηκε επίσης στην επίσκεψη που πραγματοποίησε μαζί με τη μητέρα του στο Αστυνομικό Τμήμα Τεμπών, δύο ημέρες μετά την κηδεία του αδελφού του. Όπως περιέγραψε, στον χώρο επικρατούσε έντονη μυρωδιά λάσπης και υγρασίας, ενώ η μητέρα του εντόπισε μια τσάντα που ανήκε στη σύντροφο του Βάιου. Ο ίδιος επέμεινε ότι η διερεύνηση των παρεμβάσεων στον τόπο του δυστυχήματος αποτελεί βασικό ζήτημα για την οικογένειά του, ενώ κατήγγειλε και τις διαρροές στοιχείων της δικογραφίας, επισημαίνοντας ότι προκαλούν πρόσθετο πόνο στους συγγενείς των θυμάτων. «Έχουμε ανθρώπους που έχουν πρόσβαση στη δικογραφία και διαρρέουν στοιχεία καθημερινά και μας προκαλεί ακόμη περισσότερο πόνο. Έχουμε σεβαστεί τη διαδικασία», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι η οικογένειά του εξακολουθεί να αναζητεί απαντήσεις για τα γεγονότα που ακολούθησαν τη σύγκρουση.

Αναλυτική ήταν η αναφορά του και στις προειδοποιήσεις που είχαν προηγηθεί για τα προβλήματα του ελληνικού σιδηροδρόμου. Ο κ. Βλάχος υποστήριξε ότι οι αρμόδιοι γνώριζαν τις σοβαρές ελλείψεις, καθώς είχαν ενημερωθεί επανειλημμένα από στελέχη και εργαζομένους με γνώση της κατάστασης. «Είναι βέβαιο πως όλοι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν γι’ αυτή την κατάσταση. Ήξεραν για τις ελλείψεις. Δεν ήταν μόνο τα εξώδικα. Είχαν ενημερωθεί από ανθρώπους σε σημαντικές θέσεις και τους είχαν προειδοποιήσει για το τι θα ακολουθούσε», υποστήριξε. Παράλληλα, κατήγγειλε παραπληροφόρηση μετά την τραγωδία, κάνοντας ειδική αναφορά στην εμφάνιση του κ. Στουρνάρα ως επιβάτη με σκοπό, όπως ισχυρίστηκε, να παρουσιαστούν τα τρένα ως ασφαλή. Αναφέρθηκε ακόμη στον τοπικό πίνακα κυκλοφορίας της Λάρισας, ο οποίος, σύμφωνα με τον ίδιο, παρουσιάστηκε ως τηλεδιοίκηση. «Αμέσως μετά τα Τέμπη, μέσα σε έξι μήνες, έκαναν όλα όσα δεν είχαν κάνει τα προηγούμενα έξι χρόνια. Πώς μπόρεσαν να το κάνουν αυτό και δεν το είχαν κάνει νωρίτερα; Θα είχαν προλάβει την τραγωδία», είπε, ενώ υποστήριξε ότι πριν από το δυστύχημα ασκούνταν πιέσεις για την πραγματοποίηση πολλών δρομολογίων με υψηλές ταχύτητες.

Ξεχωριστό μέρος της κατάθεσής του αφιέρωσε στη φωτιά και στην πυρόσφαιρα που ακολούθησαν τη σύγκρουση, καθώς ο αδελφός του συγκαταλέγεται στα θύματα που απανθρακώθηκαν. Όπως εξήγησε, η σορός του Βάιου βρέθηκε σε στάση πυγμάχου, στοιχείο που δημιούργησε στην οικογένεια ερωτήματα για το ενδεχόμενο να ήταν ακόμη ζωντανός όταν εκδηλώθηκε η φωτιά. «Το ζήτημα της φωτιάς και της πυρόσφαιρας μάς απασχόλησε από την αρχή. Δεν είμαι ειδικός σε αυτό. Απαιτώ απαντήσεις γι’ αυτό», σημείωσε. Ωστόσο, διευκρίνισε ότι ο ίδιος θεωρεί πειστική την επίσημη εκδοχή που συνδέει την πυρόσφαιρα με τα έλαια σιλικόνης και το ηλεκτρικό τόξο. «Εμένα σήμερα με πείθει η επίσημη εκδοχή με τα έλαια σιλικόνης και το ηλεκτρικό τόξο. Αυτό μου δίνει τις απαντήσεις που χρειάζομαι. Ας το θεωρήσουμε δεδομένο και ας αναζητήσουμε ευθύνες», ανέφερε, ζητώντας παράλληλα να εξεταστούν συνολικά τα ζητήματα πυρασφάλειας των σιδηροδρομικών συρμών. Όπως επισήμανε, η σχετική έρευνα έχει περιοριστεί σε μεγάλο βαθμό στην πυρασφάλεια των καθισμάτων, ενώ, κατά την άποψή του, πρέπει να διερευνηθεί το σύνολο των παραμέτρων που αφορούν την προστασία των επιβατών από τη φωτιά.
Ολοκληρώνοντας την κατάθεσή του, ο Βαγγέλης Βλάχος ζήτησε να αποδοθούν οι ευθύνες για τον θάνατο του αδελφού του, επιμένοντας παράλληλα στην ανάγκη να αντιμετωπιστούν οι ελλείψεις ασφαλείας του σιδηροδρόμου, ώστε να μη χαθούν άλλες ανθρώπινες ζωές. Παρά τις σοβαρές καταγγελίες που διατύπωσε ενώπιον της έδρας, ξεκαθάρισε ότι επιθυμεί την καταδίκη μόνο εκείνων των οποίων η ευθύνη θα αποδειχθεί, εκφράζοντας την εμπιστοσύνη του στη δικαστική διαδικασία. «Να υπάρξει δικαιοσύνη και να αλλάξει η ανασφάλεια των σιδηροδρόμων. Να καταδικαστούν όσοι φταίνε για τον θάνατο του αδελφού μου. Να μην καταδικαστεί κανείς που είναι αθώος. Έχω εμπιστοσύνη στο δικαστήριό σας», ήταν τα λόγια με τα οποία έκλεισε την κατάθεσή του.
newsroom onlarissa.gr // φωτό: onlarissa.gr
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις





