ΛΑΡΙΣΑ

Παρέμβαση Σαχινίδη σε συνέδριο στο Ρέθυμνο για την κλιματική αλλαγή στην Ελλάδα

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το onlarissa.gr στη Google

Στην τοποθέτησή του ο πρώην υπουργός Οικονομικών κ. Φίλιππος Σαχινίδης σε συνέδριο στο Ρέθυμνο με θέμα «Κλιματική αλλαγή στην Ελλάδα: Παραγωγικό μοντέλο μετάβαση και ανθεκτικότητα» ανάφερε τα εξής:

Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω τη σημερινή μου τοποθέτηση με τέσσερις επισημάνσεις.

Επισήμανση πρώτη: Το 2020, όταν εκδηλώθηκε η πανδημία, η ελληνική οικονομία κατέγραψε ύφεση 9,2%, μία από τις μεγαλύτερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Παρά τα τρία μνημόνια και τις μεταρρυθμίσεις με κεντρικό στόχο τον μετασχηματισμό του παραγωγικού προτύπου η ανθεκτικότητα της οικονομίας μετά την έξοδο από τα μνημόνια αποδείχτηκε περιορισμένη.

Να θυμίσω ότι η Ισπανία κατέγραψε ακόμη βαθύτερη ύφεση. Μεγάλη υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας σημειώθηκε επίσης στην Πορτογαλία, την Κροατία και την Ιταλία.

Ο βασικός λόγος για τον οποίον οι χώρες αυτές επλήγησαν περισσότερο σε σχέση με τις υπόλοιπες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι γιατί σε μεγάλο βαθμό η οικονομία τους εξαρτάται από τον τουρισμό.

Η πανδημία ανέδειξε επομένως ένα διαρθρωτικό πρόβλημα: όταν ένα μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας στηρίζεται σε λίγους κλάδους, μια εξωτερική διαταραχή μετατρέπεται ταχύτατα σε γενικευμένη οικονομική κρίση. Η διαφοροποίηση της παραγωγικής βάσης είναι συνεπώς προϋπόθεση ανθεκτικότητας και όχι απλώς στόχος ανάπτυξης.

Επισήμανση δεύτερη:  όταν ξέσπασε ο Daniel στη Θεσσαλία το 2023 πολλοί κατέθεσαν την ανησυχία τους για τα προβλήματα με τα οποία μελλοντικά θα βρισκόταν αντιμέτωπη η περιφέρεια της Θεσσαλίας η οποία έχει μια σημαντική συνεισφορά στον πρωτογενή τομέα αλλά και στην μεταποίηση.

Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία για το 2025 το Εργαστήριο Γεωγραφίας της Εργασίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου διαπιστώνει ότι ο αριθμός των εργαζομένων στον πρωτογενή τομέα στην Θεσσαλική οικονομία δεν είναι στα επίπεδα πριν από το Ντάνιελ.

Το 2023 η περιφέρεια κατείχε την 3η θέση πανελλαδικά ως προς τον αριθμό των απασχολουμένων μετά την Αττική και την Κεντρική Μακεδονία. Το 2025 υποχώρησε στην 4η θέση.

Η καταστροφή του ζωικού κεφαλαίου η αδρανοποίηση των καλλιεργειών σε χωράφια που φορτώθηκαν με φερτά υλικά ή καταστροφή μηχανολογικού εξοπλισμού και υποδομών αλλά και οι καθυστερήσεις στην καταβολή αποζημιώσεων προς τους πληγέντες εξηγούν γιατί η περιφέρεια της Θεσσαλίας δεν έχει συνέλθει ακόμη.

Τα καιρικά φαινόμενα που συνδέονται με την κλιματική κρίση έχουν συνέπειες και επιπτώσεις για την οικονομία που υπερβαίνουν τα χρονικά όρια της εκδήλωσης των ακραίων φαινομένων και επεκτείνονται σε βάθος χρόνου.

Παρότι γνωρίζουμε πλέον ότι η κλιματική κρίση είναι παρούσα, η πρόληψη και η προσαρμογή δεν έχουν προχωρήσει στον βαθμό που απαιτούν τα νέα δεδομένα.

Στη Θεσσαλία, η πραγματική δοκιμασία δεν είναι μόνο η αποκατάσταση των ζημιών. Είναι η δυνατότητα να συνεχιστεί η παραγωγή, να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας και να μη μετατραπεί μια φυσική καταστροφή σε μόνιμη περιφερειακή υποχώρηση.

Επισήμανση τρίτη: Σύμφωνα με την υπηρεσία Copernicus Climate Change Service, το καλοκαίρι του 2026 ήταν το τρίτο θερμότερο που έχει καταγραφεί στην Ευρώπη συνολικά και το θερμότερο στη Δυτική Ευρώπη. Ήταν επίσης μια περίοδος έντονης θερμικής καταπόνησης και ξηρασίας σε πολλές περιοχές.

Σύμφωνα με μια εκτίμηση που αποδίδεται στον Παγκόσμιο Μετεωρολογικό Οργανισμό, το ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2026 θα είναι κατά μία ποσοστιαία μονάδα μικρότερο λόγω απωλειών στις συγκομιδές, υψηλότερων τιμών τροφίμων και ενέργειας, προβλημάτων στις ποτάμιες μεταφορές και μειωμένης παραγωγικότητας της εργασίας.

Ο αντίκτυπος από τον καύσωνα δεν αφορά μόνο τους αγρότες και τις επιπτώσεις από τις καλλιέργειες και την αύξηση των τιμών.

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα με τα οποία βρίσκεται αντιμέτωπη Ευρώπη είναι η μείωση των υπόγειων υδάτων και των περιορισμών στη χρήση νερού κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.

Ο αντίκτυπος της ξηρασίας συνεχίζει να επιβαρύνει τις οικονομίες για χρόνια μετά τους καύσωνες σύμφωνα με έρευνα του Πολυτεχνείου του Μιλάνου.

Η μεθοδολογία που υιοθέτησαν στην έρευνα δίνει τη δυνατότητα να υπολογίσουν το πολυετές κόστος της ξηρασίας στα χρόνια που ακολουθούν.

Η ξηρασία του 2015-2018 μείωσε την αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 2,75 ποσοστιαίες μονάδες στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 και Ην. Βασίλειο καθώς οι επενδύσεις μειώθηκαν κατά 12% και χάθηκαν περισσότερες από 5,8 εκατομμύρια θέσεις εργασίας.

Οι ξηρασίες αυξάνουν το κόστος κεφαλαίου και αποθαρρύνουν τις παραγωγικές επενδύσεις μακροπρόθεσμα.

Η γεωργία δέχεται το πιο άμεσο πλήγμα αλλά ανακάμπτει σε δύο με τρία χρόνια σύμφωνα με την μελέτη εξαιτίας των  ασφαλιστικών αποζημιώσεων, των προσαρμογών στις τιμές αλλά και των αλλαγών στις καλλιέργειες.

Οι κατασκευές και η μεταποίηση έχουν το μεγαλύτερο κόστος καθώς οι επιχειρήσεις αναβάλλουν ή μειώνουν τις επενδύσεις για χρόνια μετά από μία ξηρασία κι αυτό το αποτέλεσμα μπορεί να διαρκέσει μέχρι και έξι χρόνια μετά την αρχική ξηρασία σύμφωνα με την μελέτη.

Η διαπίστωση αυτή αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αξιολογούμε τις δημόσιες επενδύσεις: η αντιπλημμυρική προστασία, η διαχείριση των υδάτων και η ανθεκτικότητα των υποδομών δεν αποτελούν απλώς περιβαλλοντικές δαπάνες. Είναι επενδύσεις που προστατεύουν την παραγωγικότητα και το μελλοντικό εισόδημα.

Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας είχε ως βασική προτεραιότητα και την πράσινη μετάβαση. Αξίζει, λοιπόν, να γίνει ένας ουσιαστικός απολογισμός: πόσα από τα επενδυτικά σχέδια που χαρακτηρίστηκαν πράσινα ενισχύουν πράγματι την ανθεκτικότητα της χώρας απέναντι στην ξηρασία και τις πλημμύρες; Και πόσα βαπτίστηκαν πράσινα για να εξυπηρετήσουν την απορρόφηση των διαθέσιμων πόρων;

Επισήμανση τέταρτη. Η κυβέρνηση της ΝΔ  προχώρησε στην απολιγνιτοποιηση μια επιλογή με ιδιαίτερες συνέπειες για την περιφέρεια της Δυτικής Μακεδονίας.

Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μειωθεί η συμμετοχή της περιφέρειας της Δυτικής Μακεδονίας στο ΑΕΠ της χώρας και να χάνει έδαφος η τοπική οικονομία σε σχέση με την περίοδο που τα λιγνιτικά εργοστάσια έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στην οικονομία.

Το Πρόγραμμα Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης της κυβέρνησης απέτυχε να αποκαταστήσει την οικονομική δραστηριότητα που υπήρχε στο παρελθόν.

Ενώ η κυβέρνηση επέλεξε να κάνει μία κίνηση συμβατή με την προετοιμασία για την κλιματική κρίση δε φρόντισε να υλοποιήσει εκείνες τις πολιτικές που θα προστάτευαν τους ηττημένους της πράσινης μετάβασης.

Μια δίκαιη μετάβαση δεν κρίνεται μόνο από την επίτευξη του στόχου για μείωση των εκπομπών. Κρίνεται και από το αν δημιουργούνται νέες παραγωγικές δραστηριότητες, σταθερές και ποιοτικές θέσεις εργασίας και πραγματικές προοπτικές για τις τοπικές κοινωνίες.

Στο πλαίσιο της μεταλιγνιτικής μετάβασης προωθείται η δημιουργία μεγάλου κέντρου δεδομένων, αρχικής ισχύος τροφοδοσίας 300 MW, στην περιοχή του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, στην Κοζάνη.

Η ΔΕΗ και η Amazon Web Services υπέγραψαν τον Σεπτέμβριο του 2026 δεσμευτικό μνημόνιο συνεργασίας για το σχέδιο. Η υλοποίηση, ωστόσο, εξακολουθεί να εξαρτάται από τις οριστικές συμφωνίες, τη σύνδεση με το δίκτυο και τις απαραίτητες εγκρίσεις.

Το σχέδιο εγείρει ερωτήματα σχετικά με την ενεργειακή και υδατική του επιβάρυνση. Οι εκτιμήσεις για το ποσοστό της εθνικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας που θα αντιπροσωπεύει πρέπει να τεκμηριωθούν με σαφή αναφορά στο σενάριο λειτουργίας και στη μεθοδολογία υπολογισμού. Αντίστοιχα, οι ανάγκες σε νερό χρειάζεται να αξιολογηθούν με βάση την περιβαλλοντική μελέτη και όχι ως ήδη αποδεδειγμένο μέγεθος.

Το κρίσιμο ερώτημα σε αυτή την περίπτωση είναι ποιος θα πληρώσει το κόστος αναβάθμισης των δικτύων και αν η νέα ζήτηση θα επηρεάσει τις τιμές ρεύματος για τους καταναλωτές.

Η αξιολόγηση του έργου οφείλει να συνυπολογίζει το ενεργειακό αποτύπωμα, τις ανάγκες νερού, τις πραγματικές θέσεις εργασίας κατά τη λειτουργία και την τοπική προστιθέμενη αξία. Μόνο έτσι θα διαπιστωθεί αν πρόκειται για ουσιαστική αναπτυξιακή μετάβαση.

Επιστρέφω στον τίτλο της θεματικής μας συζήτησης. Συνιστά η κλιματική αλλαγή απειλή για το υφιστάμενο παραγωγικό πρότυπο; Η απάντηση είναι ναι. Έχουν ενισχυθεί επαρκώς η πρόληψη, η προσαρμογή και η κοινωνική συμπερίληψη στις επιλογές των τελευταίων ετών; Εκτιμώ πως όχι.

Το ζητούμενο, τελικά, δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη και στην κλιματική προστασία. Είναι να περάσουμε σε ένα παραγωγικό πρότυπο που θα αντέχει στις εξωτερικές  διαταραχές,  θα αξιοποιεί αποτελεσματικά τους δημόσιους πόρους και θα κατανέμει δίκαια τα οφέλη και τα βάρη της μετάβασης.

Σας ευχαριστώ.

Ακολουθήστε το onlarissa.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις
Ετικέτες