ΚΟΣΜΟΣ
ΕΕ-Καναδάς: «Σύνδεση χωρίς προσχώρηση» και τα ερωτηματικά του Μόντρεαλ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης
Η 21η Σύνοδος Κορυφής ΕΕ-Καναδά, που ολοκληρώθηκε στις 30 Οκτωβρίου στο Μόντρεαλ, έκλεισε με μια κοινή δήλωση 46 σημείων, την εκκίνηση μιας «Συμμαχίας για το Μέλλον» και μια δέσμη συμφωνιών για το ψηφιακό εμπόριο, τις κρίσιμες πρώτες ύλες και τους υπερυπολογιστές. Έκλεισε όμως και με μια αντίφαση που δύσκολα κρύβεται. Μία ημέρα αφότου τα κράτη μέλη είχαν σβήσει τον όρο «συνδεδεμένο μέλος» από το κοινό κείμενο, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν τον επανέφερε τόσο στην έναρξη όσο και στη λήξη της συνόδου.
Ανταπόκριση – Βρυξέλλες
Το κείμενο που ενέκριναν οι «27» μιλά για την ανάγκη να οριστεί έως τη Σύνοδο του 2027 η έννοια μιας «ολοένα στενότερης σύνδεσης του Καναδά με την ΕΕ, χωρίς να φτάνει στην πλήρη ένταξη». Η κ. φον ντερ Λάιεν, αντίθετα, μίλησε ανοιχτά για «συνδεδεμένο μέλος», ενώ το επίσημο ενημερωτικό σημείωμα της Κομισιόν για τη σύνοδο αναφέρει ότι άρχισε η συζήτηση για τον Καναδά ως «πρώτο συνδεδεμένο μέλος» της Ένωσης. Δύο κείμενα της ίδιας ημέρας, δύο λεξιλόγια, και ένα ερώτημα που υπερβαίνει τον Καναδά. Ποιος ορίζει, τελικά, την εξωτερική στρατηγική της Ένωσης;
Τι απέφερε το Μόντρεαλ
Ο απολογισμός δεν είναι αμελητέος, καθώς οι διαπραγματεύσεις ολοκληρώθηκαν για μια Συμφωνία Ψηφιακού Εμπορίου, που η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν παρουσίασε ως το ψηφιακό σκέλος της CETA, για μια συμφωνία του Καναδά με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων για τις κρίσιμες πρώτες ύλες και για μια νέα συμφωνία συνεργασίας στον τομέα του ανταγωνισμού. Ο Καναδάς εντάσσεται στην Κοινή Επιχείρηση EuroHPC για τους υπερυπολογιστές και δηλώνει πρόθεση συμμετοχής στο Δάνειο Στήριξης της Ουκρανίας ύψους € 90 δισ.
Ανοίγουν επίσης διαπραγματεύσεις για την πρόσβαση του Καναδά στο Galileo και διερευνητικές συνομιλίες για το IRIS² (ευρωπαϊκό σύστημα ασφαλών δορυφορικών επικοινωνιών), ο Frontex υπέγραψε ρύθμιση συνεργασίας με την καναδική συνοριακή υπηρεσία και τρεις αποστολές της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας ανοίγουν σε καναδικές συνεισφορές. Το κείμενο υπενθυμίζει και την αναμενόμενη παράδοση 24 πυροσβεστικών αεροσκαφών DHC-515 σε κράτη μέλη, επτά από τα οποία έχει παραγγείλει η Αθήνα.
Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος του απολογισμού αφορά ολοκληρώσεις διαπραγματεύσεων, εκκινήσεις συνομιλιών, μελέτες και νέους διαλόγους, ενώ η ίδια η κοινή δήλωση μιλά για «εκκίνηση εργασιών» προς τη Συμμαχία για το Μέλλον. Προς το παρόν πρόκειται για ένα φιλόδοξο πλαίσιο προθέσεων.
Γιατί τώρα και γιατί ο Καναδάς
Η ανάγκη για μια τόσο στενή σύνδεση δεν γεννήθηκε στις Βρυξέλλες αλλά κυρίως στην Ουάσιγκτον. Ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνι χαρακτήρισε τη χώρα του «την πιο ευρωπαϊκή από τις μη ευρωπαϊκές χώρες» τον Μάρτιο του 2025, στις πρώτες εβδομάδες του εμπορικού πολέμου του Ντόναλντ Τραμπ. Με τις ΗΠΑ να απορροφούν το 71,7% των καναδικών εξαγωγών αγαθών το 2025, η διαφοροποίηση είναι για την Οτάβα ζήτημα στρατηγικής επιβίωσης.
Και για την Ένωση η λογική είναι υπαρκτή. Σύμφωνα με τη φον ντερ Λάιεν, οι εισαγωγές της ΕΕ σε κρίσιμες πρώτες ύλες από τον Καναδά αυξήθηκαν το 2025 κατά 62%, στα € 3,3 δισ., ενώ τον Φεβρουάριο ο Καναδάς έγινε η πρώτη μη ευρωπαϊκή χώρα που εντάχθηκε στο αμυντικό μέσο SAFE.
Το ζήτημα είναι άλλο. Ο Μαρκ Κάρνι έχει δηλώσει ότι ο Καναδάς δεν επιδιώκει ένταξη στην ΕΕ και ότι οι ονομασίες δεν έχουν σημασία. Τον όρο «συνδεδεμένο μέλος» τον εισήγαγε η πρόεδρος της Κομισιόν στην ομιλία για την Κατάσταση της Ένωσης τον Σεπτέμβριο, παρουσία του Καναδού πρωθυπουργού στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στο Στρασβούργο. Η Ένωση, με άλλα λόγια, προσέφερε περισσότερα από όσα της ζητήθηκαν.
Σύμφωνα με το γαλλικό εξειδικευμένο μέσο Contexte, δεν ήταν λίγες οι πρωτεύουσες που αντέδρασαν. Το Βερολίνο ηγήθηκε της προσπάθειας να απαλειφθεί ο όρος, η Γαλλία και η Ελλάδα εξέφρασαν επιφυλάξεις για τις νομικές του συνέπειες και η Ιταλία ζήτησε αναφορά στην τεχνολογική ουδετερότητα. Διπλωμάτες απέδωσαν τη γερμανική στάση και στην ανάγκη να μη συγχέεται η διατύπωση με το καθεστώς «συνδεδεμένου μέλους» που είχε προτείνει τον Μάιο για την Ουκρανία ο Καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς. Ο ίδιος όρος κυκλοφόρησε, δηλαδή, μέσα σε πέντε μήνες για μια υποψήφια χώρα σε πόλεμο και για μια χώρα που οι Συνθήκες αποκλείουν από την ένταξη.
Τι προβλέπουν οι Συνθήκες
Το άρθρο 49 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση ορίζει ότι μόνον ευρωπαϊκό κράτος που σέβεται τις αξίες του άρθρου 2 μπορεί να ζητήσει να γίνει μέλος, και με αυτό ακριβώς το σκεπτικό απορρίφθηκε το 1987 η αίτηση του Μαρόκου. Η ίδια η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν το αναγνώρισε στο Μόντρεαλ, σημειώνοντας πως οι Συνθήκες δεν επιτρέπουν την ένταξη χώρας εκτός Ευρώπης.
Για τις τρίτες χώρες, το άρθρο 217 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ προβλέπει συμφωνίες σύνδεσης με αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις, κοινές δράσεις και ειδικές διαδικασίες, όπως ο Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος ή οι συμφωνίες με την Ουκρανία και τη Μολδαβία. Κατά το άρθρο 218, τις διαπραγματεύσεις εξουσιοδοτεί το Συμβούλιο και η σύναψη συμφωνίας σύνδεσης απαιτεί ομοφωνία. Αναφορά σε «συνδεδεμένα μέλη» δεν υπάρχει στις Συνθήκες.
Εδώ ακριβώς αναδύεται ένας κάποιος κίνδυνος. Η πρόταση φον ντερ Λάιεν προβλέπει διαβούλευση με τον Καναδά για τις ευρωπαϊκές πολιτικές «από τη σύλληψη έως την υλοποίηση» και, όπως είπε η ίδια, ενδεχομένως συνεργασία «από Κοινοβούλιο σε Κοινοβούλιο, από Δικαστήριο σε Δικαστήριο». Αν μια τέτοια σχέση οικοδομηθεί σταδιακά, πρόγραμμα με πρόγραμμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα δημιουργήσει εκ των πραγμάτων δεσμούς πρωτοφανούς βάθους και, μαζί τους, μια ενδιάμεση κατηγορία κρατών, χωρίς ρητή νομική βάση και χωρίς τις προϋποθέσεις της ένταξης. Και κάθε προηγούμενο το επικαλείται αύριο κάποιος άλλος.
Η Αθήνα γνωρίζει καλά το διακύβευμα, καθώς έχει επιμείνει σε σαφείς δικλίδες όταν τρίτες χώρες ζητούν πρόσβαση σε ευρωπαϊκά μέσα. Στο SAFE, η συμμετοχή τρίτων χωρών εξαρτήθηκε από την ομόφωνη έγκριση των κρατών μελών, δικλίδα που επέτρεψε σε Ελλάδα και Κύπρο να θέσουν όρους για την Τουρκία. Ένα γενικευμένο καθεστώς προνομιακής πρόσβασης, διαμορφωμένο έξω από τη διαδικασία του άρθρου 218, θα μπορούσε να αποδυναμώσει ακριβώς τέτοιες δικλίδες.
Ποιος μιλά εξ ονόματος της ΕΕ
Οι Συνθήκες μοιράζουν τους ρόλους με σαφήνεια. Κατά το άρθρο 15 της ΣΕΕ, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καθορίζει τους γενικούς πολιτικούς προσανατολισμούς και τις προτεραιότητες της Ένωσης και ο πρόεδρός του την εκπροσωπεί, στο επίπεδό του, στην εξωτερική πολιτική και ασφάλεια, ενώ η Κομισιόν, κατά το άρθρο 17, ασκεί την εξωτερική εκπροσώπηση εκτός αυτού του τομέα. Μια έννοια που αγγίζει τα όρια της ιδιότητας του μέλους ανήκει, ξεκάθαρα, πρώτα στα κράτη μέλη. Ο όρος, ωστόσο, εμφανίστηκε σε μια ομιλία για την Κατάσταση της Ένωσης, χωρίς προηγούμενη εντολή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
Αξιωματούχος της Κομισιόν, που μίλησε ανώνυμα στο Contexte, υποστήριξε ότι η διατύπωση του Συμβουλίου είναι απλώς περισσότερες λέξεις για να περιγραφεί το ίδιο πράγμα, ενώ ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, δήλωσε ότι στηρίζει τη φιλοδοξία, «είτε χρησιμοποιηθεί αυτός ο όρος είτε άλλος». Οι υπερασπιστές της κ. φον ντερ Λάιεν έχουν ένα εύλογο επιχείρημα, ότι η Κομισιόν έχει δικαίωμα πρωτοβουλίας και, επί της ουσίας, οι «27» δεν απέρριψαν την κατεύθυνση αλλά την ετικέτα.
Η πρακτική των πολιτικών εκπλήξεων, ωστόσο, έχει κόστος. Η εμπορική συμφωνία πλαίσιο που διαπραγματεύθηκε η πρόεδρος της Κομισιόν με τον Ντόναλντ Τραμπ στο Τέρνμπερι τον Ιούλιο του 2025 προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις, με τον τότε Γάλλο πρωθυπουργό Φρανσουά Μπαϊρού να κάνει λόγο για «σκοτεινή ημέρα». Όταν η φον ντερ Λάιεν επαναφέρει σε σύνοδο κορυφής έναν όρο που τα κράτη μέλη είχαν απαλείψει μόλις την προηγούμενη ημέρα, οι εταίροι της Ένωσης εισπράττουν δύο αντικρουόμενα μηνύματα. Και μια Ένωση που εμφανίζεται διχασμένη στο εσωτερικό της σπάνια διαπραγματεύεται από θέση ισχύος προς τα έξω.
Το αμερικανικό φόντο
Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν διαβεβαίωσε στο Μόντρεαλ πως η εταιρική σχέση δεν στρέφεται εναντίον κανενός. Το κοινό κείμενο, ωστόσο, εκφράζει «βαθιά λύπη» για τις κυρώσεις των ΗΠΑ κατά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, οι οποίες από τις 9 Οκτωβρίου στοχεύουν το ίδιο το Δικαστήριο ως θεσμό. Ο Αμερικανός πρόεδρος, από την πλευρά του, είχε αφήσει να εννοηθεί ότι μια τέτοια διευθέτηση θα μπορούσε να θεωρηθεί «εχθρική πράξη», απειλώντας την Ευρώπη με δασμούς.
Είναι, λοιπόν, η Ένωση που ανοίγει μέτωπα με την Ουάσιγκτον; Όχι ακριβώς. Οι δασμοί, οι κυρώσεις κατά του Δικαστηρίου και οι πιέσεις προς την Οτάβα ξεκίνησαν από την αμερικανική πλευρά, ενώ στο Τέρνμπερι η Κομισιόν προτίμησε τον συμβιβασμό, αποδεχόμενη βασικό αμερικανικό δασμό 15% στις ευρωπαϊκές εξαγωγές. Ως διαχειρίστρια της εμπορικής πολιτικής, όμως, η Κομισιόν βρίσκεται στην πρώτη γραμμή κάθε τριβής, και όταν η ρητορική της προηγείται των αποφάσεων των κρατών μελών, διαβάζεται στην Ουάσιγκτον ως επιλογή αντιπαράθεσης.
Ο Τόμπιας Γκέρκε, ανώτερος ερευνητής της πανευρωπαϊκής δεξαμενής σκέψης European Council on Foreign Relations (ECFR), σημειώνει ότι δεν υπάρχει μαγική συντόμευση για τη μείωση της εξάρτησης Ευρώπης και Καναδά από την αμερικανική οικονομία και στρατιωτική ισχύ, κυρίως επειδή η Ουάσιγκτον ενδέχεται να απαντήσει με αντίποινα, αν και το πολιτικό παράθυρο για ένα μεγάλο βήμα είναι, κατά τον ίδιο, ορθάνοιχτο.
Το μάθημα της CETA
Η σύνοδος του Μόντρεαλ συνέπεσε, συμβολικά, με τη δέκατη επέτειο της υπογραφής της CETA, στις 30 Οκτωβρίου 2016. Η συμφωνία εφαρμόζεται προσωρινά από τις 21 Σεπτεμβρίου 2017 και, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΕ, το διμερές εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκε κατά περισσότερο από 80% σε σχέση με το 2016, φτάνοντας περίπου τα € 130 δισ. το 2025. Ωστόσο, δέκα χρόνια μετά την υπογραφή της, εννέα κράτη μέλη, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, δεν έχουν ολοκληρώσει την κύρωσή της. Έτσι, οι διατάξεις για το Σύστημα Επενδυτικών Δικαστηρίων εξακολουθούν να μην εφαρμόζονται, καθώς προϋποθέτουν την κύρωση της συμφωνίας από όλα τα κράτη μέλη.
Η διαδρομή της ήταν ανώμαλη από την αρχή, καθώς η υπογραφή καθυστέρησε εξαιτίας αντιδράσεων στο Κοινοβούλιο της Βαλλονίας του Βελγίου, η κυπριακή Βουλή την καταψήφισε, η γαλλική Γερουσία την απέρριψε το 2024 και η Ιταλία την έχει παγώσει από το 2018 για λόγους προστασίας των γεωγραφικών ενδείξεων. Η Αθήνα είχε ζητήσει ήδη από το 2015 ισχυρότερη προστασία για τη φέτα, καθώς η συμφωνία επιτρέπει στους Καναδούς παραγωγούς που χρησιμοποιούσαν την ονομασία πριν από τον Οκτώβριο του 2013 να συνεχίσουν να το κάνουν.
Συνεπώς, οι μεγάλες συμφωνίες με τον Καναδά δεν σκοντάφτουν στις Βρυξέλλες αλλά στα εθνικά και περιφερειακά κοινοβούλια, στους αγρότες και στις ονομασίες προέλευσης. Αν μια εμπορική συμφωνία δεν έχει ολοκληρωθεί σε μια δεκαετία, μια «ολοένα στενότερη σύνδεση» που αγγίζει θεσμούς και πολιτικές θα χρειαστεί πολύ ευρύτερη δημοκρατική νομιμοποίηση, την οποία καμία ευφάνταστη ορολογία δεν υποκαθιστά.
Τι είναι πραγματικά νέο
Η καινοτομία του Μόντρεαλ δεν βρίσκεται στο εμπόριο αλλά στο εύρος, αφού για πρώτη φορά μια μη ευρωπαϊκή χώρα προσεγγίζει σε τέτοια έκταση και ταυτόχρονα την έρευνα, την εκπαίδευση, το διάστημα, την άμυνα και τη διαμόρφωση πολιτικών της Ένωσης, με κοινή συνεδρίαση κυβέρνησης και Κολεγίου των Επιτρόπων την άνοιξη και προθεσμία έως το 2027 για τον ορισμό του νέου σχήματος.
Η διατύπωση «ολοένα στενότερη σύνδεση» παραπέμπει, ηθελημένα ή όχι, στην «ολοένα στενότερη ένωση των λαών της Ευρώπης» του άρθρου 1 της ΣΕΕ. Η συγγένεια των λέξεων δείχνει το μέγεθος της φιλοδοξίας, αλλά και το μέγεθος του ερωτήματος. Θα είναι μια αναβαθμισμένη συμφωνία σύνδεσης, με σαφή νομική βάση και ομόφωνη απόφαση των 27, ή μια νέα κατηγορία που θα διαμορφώνεται στην πράξη βήμα βήμα;
Με πληροφορίες από ertnews.gr
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις





