ΛΑΡΙΣΑΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ

Ο Έκτορας Νασιώκας στο onlarissa.gr: «Η επόμενη κυβέρνηση θα είναι χειρότερη από τη σημερινή» – Τι λέει για Μητσοτάκη, Ανδρουλάκη, Τσίπρα και την επόμενη ημέρα

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το onlarissa.gr στη Google

Σε μια συνέντευξη με ιδιαίτερα αιχμηρές πολιτικές τοποθετήσεις, ο πρώην υφυπουργός Υγείας και επί σειρά ετών βουλευτής Λάρισας του ΠΑΣΟΚ, Έκτορας Νασιώκας, προειδοποιεί για τους κινδύνους που εγκυμονεί η απουσία δεύτερου ισχυρού πόλου εξουσίας, ασκεί κριτική στην πολιτική στρατηγική του ΠΑΣΟΚ και εκτιμά ότι η επόμενη κυβέρνηση, ακόμη κι αν σχηματιστεί με συνεργασίες, θα είναι χειρότερη από τη σημερινή.

Δεκαπέντε χρόνια μετά την παραίτησή του από το βουλευτικό αξίωμα, τον Ιούνιο του 2011, ο κ. Νασιώκας μιλά για την τοξικότητα που κυριαρχεί στην πολιτική ζωή, την απαξίωση των θεσμών, την αλαζονεία που γεννά η μακροχρόνια παραμονή στην εξουσία και τις αδυναμίες της αντιπολίτευσης. Εμφανίζεται επικριτικός απέναντι στην προηγούμενη πολιτική γραμμή του ΠΑΣΟΚ, επισημαίνει ότι ο Νίκος Ανδρουλάκης καταγράφει χαμηλότερη προσωπική αποδοχή από το κόμμα του, ενώ αναλύει την επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα, τις πολιτικές επιλογές του Κυριάκου Μητσοτάκη και τη σύγκρουσή του με τον Αντώνη Σαμαρά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εκτιμήσεις του για τις επόμενες εθνικές εκλογές, καθώς θεωρεί ότι η κυβερνητική συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία δεν θα πρέπει να αποκλείεται εκ των προτέρων από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, εφόσον αυτό προκύψει από τη λαϊκή ετυμηγορία. Αναφέρεται ακόμη στη μετατόπιση του ευρωπαϊκού πολιτικού σκηνικού προς την ακροδεξιά και στις ευθύνες της σοσιαλδημοκρατίας, ενώ μιλά με ιδιαίτερη αποφασιστικότητα για την ανάγκη θεσμοθέτησης της υποβοηθούμενης ευθανασίας υπό αυστηρές προϋποθέσεις, με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα «Ευθανασία».

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ Απόστολο Ράιδο // ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ Γιάννη Μυλωνά

«Περισσεύουν οι προσωπικές ύβρεις και απουσιάζει το πολιτικό επιχείρημα»

Κύριε υπουργέ, αποχωρήσατε από τη Βουλή το 2011 καταγγέλλοντας τη συμπεριφορά του πολιτικού συστήματος. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, οι προσωπικές επιθέσεις, οι βαρείς χαρακτηρισμοί και η διαρκής σύγκρουση αποτελούν σχεδόν καθημερινότητα στο Κοινοβούλιο. Τι έχει αλλάξει προς το χειρότερο; Υπάρχει κάτι από το πολιτικό ήθος της δικής σας εποχής που έχει πλέον χαθεί;

Θα έλεγα ότι είναι και σημεία των καιρών. Στην κοινωνία βρίσκουμε εκφυλιστικά φαινόμενα και δυστυχώς τα συναντούμε και στο Κοινοβούλιο. Βέβαια, μεγαλώνοντας, πολλές φορές κοιτάζουμε προς τα πίσω και απογοητευόμαστε από το σήμερα. Αυτό είναι ένα διαφορετικό ζήτημα. Εκείνο όμως που είναι αντικειμενικό είναι ότι υπάρχει ένας τοξικός πολιτικός λόγος, ένας λαϊκισμός που δυστυχώς βρίσκει πρόσφορο έδαφος στην κοινωνία και γι’ αυτό ενισχύεται. Λείπει σχεδόν τελείως το πολιτικό επιχείρημα, ενώ περισσεύουν οι προσωπικές ύβρεις και οι χαρακτηρισμοί.

Πιστεύετε ότι αυτή η τοξικότητα αποτελεί συνειδητή πολιτική στρατηγική ή είναι απλώς χαρακτηριστικό της εποχής;

Θυμάμαι πόσο είχα εκπλαγεί όταν ο Ηλίας Κασιδιάρης, τότε στέλεχος της Χρυσής Αυγής, χτύπησε την κυρία Κανέλλη σε ζωντανή τηλεοπτική εκπομπή. Μπροστά στα μάτια ολόκληρης της κοινωνίας. Τότε, όπως θυμάμαι, οι δημοσκοπήσεις που έδιναν στη Χρυσή Αυγή περίπου 3% άρχισαν να καταγράφουν ποσοστά της τάξης του 7% και του 8%. Άρα, ναι, υπάρχει και η τακτική. Υπάρχει ένα μέρος της κοινωνίας που εντυπωσιάζεται από την τοξικότητα. Αναζητά στον πολιτικό την ένταση της φωνής, τη σκληρότητα της έκφρασης, την επιθετικότητα. Η πολιτική ζωή δεν βρίσκεται μακριά από την κοινωνία. Αντανακλά και τα δικά της χαρακτηριστικά.

Παρόλα αυτά, παραμένω αισιόδοξος ότι τα πράγματα θα εξελιχθούν καλύτερα, έστω κι αν αυτό δεν πρόκειται να συμβεί στο άμεσο μέλλον. Το συμπεραίνω από την ποιότητα των νέων ανθρώπων. Οι νέοι, που συχνά χαρακτηρίζονται απολίτικοι και μέχρι ενός σημείου είναι με τα δικά μας κριτήρια, είναι καλύτεροι από εμάς σε πολλά πράγματα. Στην ειλικρίνεια, στη διάθεση, στον ρεαλισμό. Τα δικά μου παιδιά τα θεωρώ καλύτερα από εμένα. Το ίδιο ακούω και από φίλους μου για τα δικά τους παιδιά. Εφόσον οι νεότερες γενιές είναι καλύτερες, πιστεύω ότι κάποια στιγμή θα βρουν τον δρόμο τους.

«Οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι, αλλά η χώρα δεν βρίσκεται στην κατάσταση που πιστεύει ο κόσμος»

Υπάρχει όμως μια γενικευμένη απαξίωση του πολιτικού συστήματος. Η δυσπιστία έχει διογκωθεί μετά τα μνημονιακά χρόνια και βλέπουμε στις δημοσκοπήσεις ότι ο «κανένας» συχνά προηγείται στην καταλληλότητα για τη διακυβέρνηση. Πώς εξηγείτε αυτή την απόσταση ανάμεσα στην κοινωνία και την πολιτική;

Πάντα υπήρχε σχετικά χαμηλός βαθμός εκτίμησης προς το πολιτικό σύστημα. Τώρα όμως η κατάσταση έχει γίνει πολύ χειρότερη. Ο κόσμος θεωρεί ότι οι πολιτικοί δεν είναι αξιοπρεπείς, έντιμοι ή ειλικρινείς. Υπάρχουν ασφαλώς τέτοια φαινόμενα. Δεν είναι όμως όλοι οι πολιτικοί έτσι. Εγώ θα έλεγα ότι ακόμη και σήμερα το μέσο επίπεδο του πολιτικού προσωπικού είναι υψηλότερο από το μέσο επίπεδο της κοινωνίας μας. Απλώς ο κόσμος χρεώνει σχεδόν τα πάντα στους πολιτικούς και βλέπει κυρίως τα αρνητικά.

Κοιτάξτε, έχουμε μια αρκετά καλή οικονομία, αλλά ταυτόχρονα έχουμε τεράστια ακρίβεια. Έχουμε σταθερότητα, έχουμε μια καλή εξωτερική πολιτική σε έναν κόσμο πολέμων και αναθεωρητισμού. Έχουμε ισχυρή αμυντική πολιτική, εξοπλισμούς και μια προσπάθεια ενίσχυσης της αμυντικής μας βιομηχανίας. Από την άλλη, οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι. Το ζούμε αυτό. Η αγοραστική δύναμη των πολιτών βρίσκεται στις χαμηλότερες θέσεις της Ευρώπης.

Ταυτόχρονα, η Ελλάδα δανείζεται με καλές προοπτικές, όταν μεγάλες χώρες, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, αντιμετωπίζουν σοβαρά μακροοικονομικά προβλήματα. Άρα, τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα όσο πιστεύει ο κόσμος. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι είναι και καλά.

Υπάρχει επίσης η αίσθηση ότι έχει χαμηλώσει σημαντικά ο πήχης στην ποιότητα των ανθρώπων που ασχολούνται με την πολιτική. Διαπιστώνετε κι εσείς ένδεια πολιτικού προσωπικού;

Μπορεί να συμβαίνει, αλλά συνέβαινε και στο παρελθόν. Είναι και θέμα κριτηρίων της κοινωνίας. Η πολιτική είναι ένα πολύ δύσκολο άθλημα. Πρέπει να είσαι χαλκέντερος για να αντέξεις. Ένας άνθρωπος μπορεί να μπει στην πολιτική με όραμα, για να προσφέρει, να νομοθετήσει, να προτείνει, να αλλάξει πράγματα. Ταυτόχρονα όμως, για να διατηρήσει τις ψήφους του και να επανεκλεγεί, πολλές φορές πιέζεται να γίνει περισσότερο λαϊκιστής από τους ανταγωνιστές του.

Αυτά τα δύο συγκρούονται. Το ένα αναιρεί το άλλο. Γι’ αυτό πιστεύω ότι δεν πρέπει κανείς να παραμένει πολλά χρόνια στην πολιτική. Δεν ξέρω αν θα έπρεπε να θεσπιστεί περιορισμός θητειών. Είναι πάντως ένας τρόπος. Όπως μια κυβέρνηση γίνεται χειρότερη όταν παραμένει πολλά χρόνια στην εξουσία, έτσι και ένας πολιτικός, όσο έμπειρος κι αν είναι, βλέπει σταδιακά να αλλάζουν τα κριτήριά του. Κυρίαρχος στόχος γίνεται πλέον η επανεκλογή του.

Υπάρχει και το οικονομικό ζήτημα. Πολλοί αξιόλογοι άνθρωποι θα ήθελαν να ασχοληθούν με την πολιτική, αλλά δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα. Τα χρήματα που απαιτούνται, τόσο εκείνα που βρίσκονται πάνω από το τραπέζι όσο και όσα κινούνται κάτω από αυτό, περιορίζουν πάρα πολύ τις δυνατότητες συμμετοχής.

«Η αλαζονεία έρχεται μόνη της όταν παραμένεις πολλά χρόνια στην εξουσία»

Έχετε ζήσει από κοντά τις κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου, του Κώστα Σημίτη και του Γιώργου Παπανδρέου. Πώς αξιολογείτε σήμερα τον τρόπο διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη; Βλέπετε μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ή υπερβολική συγκέντρωση εξουσίας γύρω από τον πρωθυπουργό;

Μετά τη συνταγματική αναθεώρηση της περιόδου 1985-1986, το σύστημά μας έγινε απολύτως πρωθυπουργοκεντρικό. Βεβαίως, κάθε πρωθυπουργός βάζει το δικό του στίγμα, τόσο στην ποιότητα της διακυβέρνησης όσο και στον βαθμό συγκεντρωτισμού. Το σύστημα όμως παραμένει πρωθυπουργικό. Είναι ουσιαστικά ενός ανδρός αρχή.

Δυστυχώς, αυτό επεκτείνεται και στα κόμματα. Οι αρχηγοί τους λειτουργούν με πολύ συγκεντρωτικές εξουσίες. Δεν υπάρχει ουσιαστική εσωκομματική δημοκρατία, ούτε ένας δεύτερος πόλος που θα μπορούσε να λειτουργήσει εξισορροπητικά. Θα μπορούσαμε ακόμη να έχουμε έναν δεύτερο νομοθετικό θεσμό, μια Γερουσία, για παράδειγμα, που θα επανεξέταζε νομοσχέδια και τροπολογίες, πολλές από τις οποίες περνούν νύχτα από τη Βουλή.

Αυτό που διαφοροποιεί τη σημερινή κατάσταση είναι ότι δυστυχώς υπάρχει μόνο ένας πόλος εξουσίας. Αυτό είναι πολύ κακό για τη χώρα, αλλά και για την ίδια την κυβερνητική παράταξη. Η αλαζονεία, όσο κι αν ο πρωθυπουργός ζητά μετριοπάθεια και ταπεινότητα από τα στελέχη του, έρχεται μόνη της. Τα πολλά χρόνια στην εξουσία και η απουσία ενός εναλλακτικού πόλου διακυβέρνησης δημιουργούν σοβαρά προβλήματα. Η χώρα έχει ανάγκη δύο πόλους εξουσίας. Ένα πουλί πετάει με δύο φτερούγες. Με τη μία μπορεί να πετάξει για λίγο, αλλά στο τέλος χάνει τον προσανατολισμό του και πέφτει.

Υπάρχει και ένα ακόμη πρόβλημα που συχνά παραβλέπουμε. Όταν μια κυβέρνηση παραμένει πολλά χρόνια στην εξουσία, μονιμοποιούνται τα ενδιάμεσα στελέχη, τα κομματικά στελέχη, οι άνθρωποι που διαχειρίζονται την εξουσία στην περιφέρεια και στους διάφορους μηχανισμούς. Αποκτούν σταδιακά τεράστια επιρροή και αυτό είναι αρνητικό για τη χώρα.

Σήμερα, λοιπόν, έχουμε έναν μόνο πόλο εξουσίας, τοξικό πολιτικό λόγο αντί για πολιτικές προτάσεις και πολυδιάσπαση του πολιτικού συστήματος. Αυτή είναι η τρίτη μεγάλη πληγή. Η κατάσταση μου θυμίζει ιστορικά την περίοδο του Μεσοπολέμου, ιδιαίτερα την πολιτική πολυδιάσπαση των ετών 1932-1935 και τις εξελίξεις που ακολούθησαν. Γι’ αυτό θεωρώ ότι διαμορφώνεται μια δύσκολη προοπτική.

«Το ΠΑΣΟΚ είχε λάθος πολιτική γραμμή – Δεν μιλούσε για αυτά που έπρεπε»

Ας έρθουμε στο ΠΑΣΟΚ. Για δεκαετίες υπήρξε ο βασικός εκφραστής της Κεντροαριστεράς και η εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Σήμερα, παρά την κυβερνητική φθορά, δυσκολεύεται να αυξήσει την επιρροή του. Γιατί συμβαίνει αυτό; Είναι πρόβλημα ηγεσίας ή κάτι βαθύτερο;

Δεν πιστεύω ιδιαίτερα στους χαρισματικούς αρχηγούς. Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν χαρισματικός, αλλά ανήκε σε μια άλλη εποχή. Τότε μπορούσε να βγει στο μπαλκόνι και να αλλάξει ένα εκλογικό αποτέλεσμα. Σήμερα οι συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές. Ο κόσμος περιμένει ανθρώπους με πρόγραμμα, με πειθώ και με ουσιαστικές προτάσεις.

Το ΠΑΣΟΚ, επί περίπου δύο με δυόμισι χρόνια, περιορίστηκε σε μια πολιτική κριτικής προς την κυβέρνηση, με μια έντονη αριστερόστροφη κατεύθυνση. Αυτή η στρατηγική δεν έφερε καμία ουσιαστική βελτίωση στα ποσοστά του. Το τελευταίο διάστημα, μετά και την εμφάνιση του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα, άλλαξε γραμμή πλεύσης. Άρχισε να μιλά για πρόγραμμα, για στελέχη, για διακυβέρνηση. Ενώ είχε και πρόγραμμα και στελέχη, προηγουμένως επέλεγε να μιλά για άλλα πράγματα. Κατά την άποψή μου, το ΠΑΣΟΚ είχε λάθος πολιτική γραμμή.

Τώρα προσπαθεί να διορθώσει αυτή την πορεία. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα. Ο λαός δεν σε ακούει πάντοτε. Υπάρχουν συγκεκριμένες στιγμές που είναι διατεθειμένος να σε ακούσει. Αν εκείνη τη στιγμή δεν έχεις κάτι ουσιαστικό να του πεις, χάνεις την ευκαιρία. Αργότερα μπορεί να μιλάς, αλλά να μην σε ακούει. Αυτό πιστεύω ότι συνέβη στο ΠΑΣΟΚ. Παρόλα αυτά, βλέπω ότι αρχίζει πλέον να εισπράττει κάτι από την αλλαγή της στρατηγικής του.

Αφήνετε όμως έξω από την εξίσωση τον Νίκο Ανδρουλάκη. Εξελέγη πρόεδρος, ακολούθησαν πολιτικές ήττες, επανεξελέγη από τη βάση του κόμματος, αλλά εξακολουθεί να δυσκολεύεται να πείσει ένα ευρύτερο εκλογικό ακροατήριο. Θεωρείτε ότι ήταν σωστή η επανεκλογή του; Αν ήσασταν στη θέση του, θα είχατε σκεφτεί να αποσυρθείτε προς όφελος της παράταξης;

Δεν θέλω να απαντώ σε υποθετικά ερωτήματα. Θα σας πω όμως τι βλέπω στις δημοσκοπήσεις, τις οποίες θεωρώ αξιόπιστες ως ενδείξεις. Ο κ. Ανδρουλάκης καταγράφει προσωπική αποδοχή μικρότερη από την εκλογική επιρροή του κόμματός του. Αυτό συμβαίνει και είναι ένα δεδομένο που πρέπει να αξιολογηθεί.

Εγώ δεν είμαι πλέον ενεργό μέλος κανενός κόμματος. Ανήκω όμως σε αυτόν τον πολιτικό χώρο. Το ΠΑΣΟΚ θα πορευτεί με τον κ. Ανδρουλάκη μέχρι τις εκλογές. Η χώρα επίσης θα πορευτεί με τον κ. Ανδρουλάκη στον ρόλο του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Την τελική αξιολόγηση θα την κάνει ο λαός. Εγώ προσπαθώ να δω τα θετικά που εμφανίζονται τώρα στο ΠΑΣΟΚ ως κόμμα, ανεξάρτητα από την προσωπική αποτίμηση του προέδρου του.

«Ο Τσίπρας επέστρεψε για να καλύψει ένα κενό, αλλά δεν έχει πείσει»

Πώς αξιολογείτε την επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στην κεντρική πολιτική σκηνή; Γιατί πιστεύετε ότι αποφάσισε να δημιουργήσει νέο κόμμα;

Δεν θέλω να μπω στα σενάρια που ακούγονται, ότι δηλαδή από την ημέρα που αποχώρησε από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ μεθόδευε την επιστροφή του, συμβάλλοντας στην αυτοδιάλυση του κόμματός του. Θεωρώ ευτελές να αποδίδουμε τέτοια κίνητρα σε έναν άνθρωπο που κυβέρνησε τη χώρα, ανεξάρτητα από το πώς αξιολογούμε τη θητεία του.

Η πολιτική είναι πάθος. Για να μην πω αρρώστια, θα χρησιμοποιήσω τη λέξη πάθος. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος έλεγε χαρακτηριστικά ότι αυτό το πάθος φεύγει έξι μήνες μετά τον θάνατο, όχι νωρίτερα. Ο Αλέξης Τσίπρας είχε ασφαλώς πολιτική φιλοδοξία. Είδε όμως και ένα κενό στο πολιτικό σύστημα και επιχείρησε να το καλύψει. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε διαλυθεί και το ΠΑΣΟΚ δεν μπορούσε εκείνη την περίοδο να εισπράξει την κυβερνητική φθορά. Αυτό το κενό θέλησε να εκφράσει.

Στην αρχή κατέγραψε εντυπωσιακά δημοσκοπικά ευρήματα. Δεν θεωρώ όμως ότι έχει πείσει σε βάθος. Δεν θέλω να κάνω προβλέψεις, αλλά διαβάζοντας τις τάσεις που εμφανίζονται στις μετρήσεις, εκτιμώ ότι θα είναι δύσκολο για την ΕΛ.Α.Σ. να διατηρήσει τη δεύτερη θέση. Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζει μια διαφορετική δυναμική το τελευταίο διάστημα.

Θεωρώ πάντως ότι το ΠΑΣΟΚ πρέπει να ανοίξει περισσότερο. Να ανοίξει τη λειτουργία του, να ανοίξει τις πολιτικές του και να επανεξετάσει ορισμένες επιλογές. Για παράδειγμα, δεν συμφωνώ με τη στάση του απέναντι στον κ. Στουρνάρα. Δεν συμφωνώ επίσης με το γεγονός ότι δεν υπερψήφισε τη ρύθμιση για τον περιορισμό της πρόσβασης των παιδιών κάτω των 15 ετών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Εγώ έχω έξι εγγόνια. Εδώ και τέσσερα χρόνια, στο σπίτι μου, έχω απαγορεύσει την πρόσβαση στο διαδίκτυο για τα παιδιά κάτω των 15 ετών. Στα σπίτια τους, με την άδεια των γονιών τους, μπορεί να κάνουν κάποια πράγματα. Στο σπίτι του παππού όμως υπάρχει αυτός ο κανόνας. Όταν με ρωτούν γιατί, τους λέω ότι πρέπει πρώτα να γίνουν 15 χρονών. Θεωρώ λοιπόν ότι ορισμένες πολιτικές, που μπορεί να φαίνονται συμβολικές, είναι στην πραγματικότητα ουσιαστικές.

«Η επόμενη κυβέρνηση θα είναι χειρότερη από τη σημερινή»

Με βάση όσα λέτε, θεωρείτε ότι η Νέα Δημοκρατία παραμένει το πιθανότερο πρώτο κόμμα. Ποιο είναι, κατά την εκτίμησή σας, το πιθανότερο κυβερνητικό σενάριο μετά τις επόμενες εθνικές εκλογές;

Μεταξύ του πριν και του μετά μεσολαβούν οι εκλογές. Εκεί μιλά ο λαός. Εγώ κοιτάζω και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των δημοσκοπήσεων. Το εκλογικό σώμα εμφανίζεται διχασμένο. Από τη μία, ένα πολύ μεγάλο μέρος του θέλει αλλαγή κυβέρνησης. Από την άλλη, σημαντικό ποσοστό επιθυμεί μονοκομματική κυβέρνηση και όχι συνεργασίες. Αυτά τα δύο στοιχεία συγκρούονται.

Στον μύλο της Νέας Δημοκρατίας ρίχνει πολύ νερό το γεγονός ότι σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι αρνούνται τη συνεργασία. Ο κόσμος μπορεί να αντιμετωπίσει τις πρώτες εκλογές ως τις μοναδικές, επειδή δεν θα βλέπει νόημα σε συνεχείς επαναληπτικές αναμετρήσεις. Θεωρώ πολύ δύσκολη την αυτοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας, αλλά δεν την αποκλείω. Με τα σημερινά δεδομένα, η εκτίμησή μου είναι ότι η επόμενη κυβέρνηση θα είναι είτε αυτοδύναμη είτε κυβέρνηση συνεργασίας με κορμό τη Νέα Δημοκρατία.

Το ΠΑΣΟΚ έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν θα συγκυβερνήσει με τη Νέα Δημοκρατία. Θεωρείτε λανθασμένη αυτή τη στρατηγική;

Θα σας πω κάτι απλό. Βρισκόμαστε σε έναν κόσμο που κλυδωνίζεται από τεράστιους κινδύνους. Ο λαός θα έχει μιλήσει στις εκλογές και θα έχει διαμορφώσει έναν συγκεκριμένο συσχετισμό δυνάμεων. Εφόσον δώσει σε ορισμένα κόμματα τη δυνατότητα να σχηματίσουν κυβέρνηση, γιατί αυτά να αρνηθούν εκ των προτέρων;

Οι συνεργασίες έχουν θετικά και αρνητικά. Δεν είναι δεδομένο ότι το μικρότερο κόμμα θα υποστεί ζημιά. Αν συμμετάσχει σε μια κυβέρνηση με πέντε συγκεκριμένους προγραμματικούς όρους και καταφέρει να τους επιβάλει, μπορεί να προσφέρει ουσιαστικά.

Δεν μπορεί άλλωστε μια ελληνική κυβέρνηση να αλλάξει τα πάντα. Οι σημαντικότερες κατευθύνσεις έχουν σε μεγάλο βαθμό συναποφασιστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Μπορούμε να έχουμε καλύτερο κοινωνικό κράτος, εντιμότερη και αποτελεσματικότερη διαχείριση, περισσότερες και ταχύτερες μεταρρυθμίσεις. Δεν μπορούμε όμως να αλλάξουμε ολοκληρωτικά τη γενική πορεία.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ είχαν συμμετάσχει στην οικουμενική κυβέρνηση, παρά τις μεγάλες πολιτικές συγκρούσεις της εποχής. Η διακυβέρνηση της χώρας είναι πάνω από όλα. Δεν θεωρώ σοβαρό να λέει ένα κόμμα ότι δεν θα συνεργαστεί επειδή διαφωνεί με το πρόσωπο του αρχηγού ενός άλλου κόμματος ή επειδή θέλει να επιβάλει ποιος θα το εκπροσωπεί. Αυτά είναι κατώτερα του επιπέδου στο οποίο πρέπει να βρίσκεται ένα μεγάλο πολιτικό κόμμα.

Εάν λοιπόν δεν υπάρξει αυτοδυναμία, ποιος θα μπορούσε να συνεργαστεί με τη Νέα Δημοκρατία; Το ΠΑΣΟΚ ή η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα;

Εδώ θα παίξει πολύ σημαντικό ρόλο το ποιος θα είναι δεύτερος στις εκλογές. Εάν το ΠΑΣΟΚ είναι δεύτερο και παρουσιάζει ανοδική δυναμική, κατά την άποψή μου δεν θα έχει λόγο να συνεργαστεί με τη Νέα Δημοκρατία. Θα μπορεί να περιμένει και να διεκδικήσει καλύτερους πολιτικούς συσχετισμούς.

Σε μια τέτοια περίπτωση, εκτιμώ ότι η ΕΛ.Α.Σ. θα βρεθεί μπροστά στο δίλημμα της συνεργασίας. Αν δεν συνεργαστεί και οδηγηθούμε σε επαναληπτικές εκλογές, θα υπάρχει πολιτικό κόστος. Θεωρώ επίσης ότι η Νέα Δημοκρατία δεν επιδιώκει συνεργασία με κόμματα που βρίσκονται δεξιότερά της. Αυτό φαίνεται να αποτελεί στρατηγική επιλογή και, μέχρι ενός σημείου, δεν τη θεωρώ αρνητική για τη χώρα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η ακροδεξιά ενισχύεται στην Ευρώπη.

Θέλω όμως να τονίσω κάτι ακόμη. Κατά την εκτίμησή μου, η επόμενη κυβέρνηση θα είναι χειρότερη από τη σημερινή. Αν είναι αυτοδύναμη κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, θα βρίσκεται στην τρίτη συνεχόμενη τετραετία της και εκ των πραγμάτων θα εμφανίσει μεγαλύτερη φθορά. Αν είναι κυβέρνηση συνεργασίας που θα προκύψει από ανάγκη, θα είναι κυβέρνηση συμβιβασμών και πιθανότατα λιγότερο αποτελεσματική.

Άρα, τα βασικά σενάρια που βλέπω σήμερα παραπέμπουν σε μια δυσκολότερη κυβερνητική περίοδο. Δεν είμαι βέβαιος ούτε ότι αυτή η περίοδος θα εξαντλήσει αναγκαστικά μια τετραετία. Μακάρι μέσα από αυτή τη διαδικασία να προκύψει στη συνέχεια κάτι περισσότερο ελπιδοφόρο.

«Κάτω από 25% ο Μητσοτάκης θα φύγει το ίδιο βράδυ»

Σε ένα σενάριο μη αυτοδυναμίας, πιστεύετε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα παραμείνει πρωθυπουργός ή θα ανοίξει ζήτημα διαδοχής του;

Το αποτέλεσμα των εκλογών θα κρίνει τα πάντα. Αν η Νέα Δημοκρατία καταγράψει ποσοστό κάτω από 25%, κατά την εκτίμησή μου δεν θα υπάρχει καν συζήτηση. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα φύγει το ίδιο βράδυ. Αν το ποσοστό είναι μεταξύ 25% και 30%, θα ανοίξει συζήτηση. Αν είναι πάνω από 30%, θεωρώ ότι όχι μόνο θα παραμείνει, αλλά θα είναι και επικεφαλής της επόμενης κυβέρνησης.

Δεν είμαι όμως ιδιαίτερα αισιόδοξος ότι ο ίδιος θα ολοκληρώσει μια ακόμη τετραετία. Μπορεί να υπάρξει διαδοχή εν κινήσει, μπορεί να αναλάβει κάποιον ρόλο στην Ευρώπη ή να αποχωρήσει με διαφορετικό τρόπο. Σε κάθε περίπτωση, ο λαός θα καθορίσει με την ψήφο του αν θα τον απομακρύνει ή αν θα δρομολογήσει μια άλλη πολιτική εξέλιξη.

«Ο Σαμαράς έχει κάνει πολλά λάθη – Ο Μητσοτάκης σωστά αναζητά το Κέντρο»

Πιστεύετε ότι ο Αντώνης Σαμαράς θα προχωρήσει τελικά στη δημιουργία νέου κόμματος; Και πόσο προσωπική θεωρείτε τη σύγκρουσή του με τον Κυριάκο Μητσοτάκη;

Όλοι πιστεύουν ότι θα προχωρήσει στη δημιουργία κόμματος. Τον Αντώνη Σαμαρά τον γνωρίζω από παλιά, από την εποχή που ήμουν νομάρχης Ημαθίας. Είχε έρθει τότε στη Βέροια και είχαμε γνωριστεί. Στην πολιτική του πορεία θεωρώ ότι έκανε αρκετά λάθη. Αναφέρομαι στη στάση του στο Μακεδονικό, στην περίοδο της Πολιτικής Άνοιξης, στα Ζάππεια και σε άλλες επιλογές του. Εκτιμώ επίσης ότι πολλές φορές κυριάρχησε η εμπάθεια. Αν υπάρχει μια περίοδος που λειτουργεί θετικά στην αποτίμησή του, είναι εκείνη κατά την οποία ανέλαβε την πρωθυπουργία και, κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, ακολούθησε έναν πιο συνετό δρόμο για την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Ο κ. Σαμαράς υποστηρίζει ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης μετάλλαξε τη Νέα Δημοκρατία σε ένα υβρίδιο του ΠΑΣΟΚ. Αν δει κανείς τη σύνθεση της κυβέρνησης, δεν είναι εντελώς αβάσιμη αυτή η διαπίστωση…

Μα δεν γνωρίζει ο κ. Σαμαράς την ιστορία της παράταξής του; Ο Αβέρωφ προερχόταν από τον κεντρώο χώρο. Στις κυβερνήσεις του Καραμανλή υπήρχαν πολλοί πολιτικοί με καταβολές από το Κέντρο. Ιστορικά, στην Ελλάδα, στελέχη του κεντρώου χώρου μετακινούνταν προς τη συντηρητική παράταξη, την ανανέωναν και τη στήριζαν.

Εγώ θα έθετα διαφορετικά το ερώτημα. Ποιοι από τους υπουργούς που προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ δεν έχουν προσφέρει στη χώρα; Ο Κυριάκος Πιερρακάκης δεν είναι καλός υπουργός; Ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης δεν έχει προσφέρει σημαντικό έργο; Μιλώ για αυτούς τους δύο, γιατί γνωρίζω το έργο τους. Δεν μπορώ να κρίνω με τον ίδιο τρόπο όλους τους υπόλοιπους.

Ένας άνθρωπος του ΠΑΣΟΚ μπορεί να νιώθει προδομένος επειδή κάποιο πρώην στέλεχος του κόμματός του επέλεξε να πάει στη Νέα Δημοκρατία. Αλλά πολλές φορές οι ίδιες οι πολιτικές του ΠΑΣΟΚ είχαν ουσιαστικά απομακρύνει τέτοιους ανθρώπους. Εγώ δεν θα κρίνω γιατί έκανε κάποιος αυτή την επιλογή. Θα κρίνω αν, ως υπουργός, προσφέρει. Η Νέα Δημοκρατία δεν έχει τίποτε να χάσει από έναν Πιερρακάκη. Μακάρι να εμπλουτιστεί και με πολλούς άλλους αξιόλογους ανθρώπους.

Θεωρείτε δηλαδή ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ αποκλειστικά για την ικανότητά τους και όχι με στόχο να αποδυναμώσει πολιτικά τον χώρο από τον οποίο προέρχονται;

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι κεντρώος στη φιλοσοφία του, παρότι έγινε αρχηγός της συντηρητικής παράταξης. Γνωρίζει ότι οι εκλογές κερδίζονται στο Κέντρο. Δεν κερδίζονται στη Δεξιά και στην Ακροδεξιά. Το Κέντρο όμως είναι ένας δύσκολος χώρος. Έχει ανθρώπους σοβαρούς, με απαιτήσεις, που δεν κερδίζονται απλώς επειδή ένα κόμμα διαθέτει ορισμένα πολιτικά στελέχη. Τον κεντρώο ψηφοφόρο τον κερδίζεις κυρίως με κεντρώες πολιτικές.

Σήμερα ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχει στον χώρο αυτό την ίδια αποδοχή που είχε στην προηγούμενη τετραετία. Ένα σημαντικό μέρος των κεντρώων ψηφοφόρων παραμένει σε αναμονή. Ο Αλέξης Τσίπρας επιχείρησε αρχικά να απευθυνθεί και σε αυτόν τον χώρο, αλλά, κατά την εκτίμησή μου, διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε και στράφηκε προς διαφορετική κατεύθυνση.

Από την άλλη πλευρά, ο Νίκος Ανδρουλάκης είχε στραφεί προς τα αριστερά, επιδιώκοντας να προσελκύσει ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ και παλαιούς ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ που είχαν μετακινηθεί εκεί. Τώρα, με την έμφαση στο πρόγραμμα, στα στελέχη, στη σταθερότητα και στη διακυβέρνηση, το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να αγκαλιάσει ξανά και τον χώρο του Κέντρου. Δεν γνωρίζω αν θα το καταφέρει. Θα το δούμε.

«Η άνοδος της ακροδεξιάς είναι και αποτέλεσμα των λαθών της σοσιαλδημοκρατίας»

Η Ευρώπη βρίσκεται και πάλι αντιμέτωπη με τη ραγδαία άνοδο της ακροδεξιάς. Ποιες ευθύνες έχει το πολιτικό σύστημα και ειδικότερα η σοσιαλδημοκρατία, που κυβέρνησε επί δεκαετίες πολλές ευρωπαϊκές χώρες;

Παρότι ανήκουμε σε μια μεγάλη ένωση κρατών, τα εθνικά χαρακτηριστικά παραμένουν εξαιρετικά ισχυρά. Αυτό το είδαμε χαρακτηριστικά και με το Brexit. Το μεταναστευτικό υπήρξε μια από τις σημαντικότερες αιτίες ενίσχυσης της ακροδεξιάς. Υπάρχει όμως και η αναποτελεσματικότητα του σοσιαλδημοκρατικού μοντέλου, ιδιαίτερα σε σχέση με το κοινωνικό κράτος. Κάποια στιγμή το μοντέλο αυτό οδηγήθηκε σε αδιέξοδα, έγινε δύσκολα χρηματοδοτούμενο και σε αρκετές περιπτώσεις αναποτελεσματικό.

Στην Ελλάδα έχουμε ένα επιπλέον μεγάλο πρόβλημα, στο οποίο αναφέρθηκε ιδιαίτερα και ο Αλέκος Παπαδόπουλος κατά την παρουσίαση του βιβλίου μου. Γιατί μας αμφισβητούν οι νέες γενιές; Επειδή τις χρεώσαμε. Ζήσαμε ως χώρα καλά. Περάσαμε από τη φτώχεια σε ένα πολύ υψηλότερο επίπεδο κατανάλωσης και ευημερίας, αν και η κατανομή δεν ήταν καθόλου δίκαιη. Σήμερα οι νεότερες γενιές αναγκάζονται να πληρώνουν χρέη του παρελθόντος. Πολλοί νέοι ξεκίνησαν από καλύτερο επίπεδο διαβίωσης και βλέπουν μπροστά τους την προοπτική να ζήσουν χειρότερα.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η συσπείρωση γύρω από εθνικές πολιτικές και εθνικά χαρακτηριστικά γίνεται ευκολότερη. Έτσι ενισχύεται η Δεξιά και η Ακροδεξιά, ενώ χάνουν έδαφος οι κεντρώες και οι αριστερές δυνάμεις. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, αναζητείται μια αξιόπιστη κεντρώα πρόταση απέναντι στην ακροδεξιά. Αν δεν υπάρξει, θεωρώ ότι η Μαρίν Λεπέν και ο πολιτικός της χώρος θα έχουν σημαντικό πλεονέκτημα. Υπάρχουν όμως και άλλα προβλήματα. Βλέπουμε στη Γαλλία μεγάλες κοινωνικές αντιδράσεις για το όριο συνταξιοδότησης, όταν σε άλλες χώρες τα όρια είναι υψηλότερα. Πολλές φορές το πολιτικό σύστημα υποσχέθηκε παροχές που δεν μπορούσε στη συνέχεια να χρηματοδοτήσει.

Θεωρείτε ότι η Ευρώπη έκανε σοβαρά λάθη στη διαχείριση του μεταναστευτικού;

Φυσικά και έγιναν λάθη. Η πολιτική που ακολούθησε η Άνγκελα Μέρκελ είχε σημαντικό πολιτικό κόστος για τη Γερμανία. Ανεξάρτητα από το πώς την αξιολογεί κανείς από ανθρωπιστική σκοπιά, το αποτέλεσμα ήταν ότι ενισχύθηκε η ακροδεξιά και δυσκολεύτηκαν τα παραδοσιακά κόμματα.

Η πολιτική που ακολουθεί σήμερα η Ελλάδα είναι πολύ αυστηρότερη. Υπάρχουν μεγαλύτεροι έλεγχοι στα σύνορα, προσπάθειες επιστροφών, συμφωνίες και μέτρα περιορισμού των εισροών. Θεωρώ ότι αυτή η πολιτική αποδίδει και πολιτικά. Δεν πρέπει να αγνοούμε ότι υπάρχουν τεράστιοι πληθυσμοί σε χώρες της Βόρειας Αφρικής και στην Τουρκία που επιθυμούν να μετακινηθούν προς την Ευρώπη.

Σας βρίσκω κάπως μετατοπισμένο προς τα δεξιά σε σχέση με τις παλιότερες πολιτικές σας αντιλήψεις…

Εγώ πιστεύω έντονα στην ανάγκη να στηρίζουμε κάθε κατατρεγμένο άνθρωπο. Αν όμως ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζουμε μια πολιτική ενισχύει την ακροδεξιά και δημιουργεί τεράστια πολιτικά προβλήματα, πρέπει να επανεξετάσουμε το μέτρο και τον τρόπο εφαρμογής της. Χρειάζεται μεγαλύτερη ισορροπία από αυτή που υπήρχε τα προηγούμενα χρόνια.

«Θα ψήφιζα την υποβοηθούμενη ευθανασία υπό τις αυστηρότερες προϋποθέσεις»

Στο τελευταίο σας βιβλίο, την «Ευθανασία», μεταφέρετε στην κοινωνία το αίτημα ενός ανθρώπου που, έπειτα από οκτώ χρόνια μάχης με τον καρκίνο, σας ζήτησε να τον βοηθήσετε να πεθάνει. Ως γιατρός βρεθήκατε μπροστά σε ένα τεράστιο ηθικό δίλημμα. Αν ήσασταν σήμερα βουλευτής και ερχόταν προς ψήφιση ένας νόμος που θα επέτρεπε την υποβοηθούμενη ευθανασία υπό αυστηρές προϋποθέσεις, ποια θα ήταν η ψήφος σας;

Έχω ξεκαθαρίσει τις απόψεις μου, μέσα από τα προσωπικά μου βιώματα, την άσκηση της ιατρικής και τις εμπειρίες που αποκτά κανείς μεγαλώνοντας. Πρόκειται για ένα υπαρκτό κοινωνικό πρόβλημα. Θυμηθείτε την τραγωδία στο Ρέθυμνο, τον Μάιο του 2025, όταν ένας 87χρονος πυροβόλησε και σκότωσε την 85χρονη σύζυγό του, που αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας και νοσηλευόταν σε νοσοκομείο, και στη συνέχεια αυτοκτόνησε. Είχε αφήσει και ένα σημείωμα, στο οποίο ζητούσε συγγνώμη και εξηγούσε ότι δεν άντεχε να βλέπει τη γυναίκα του να υποφέρει. Το περιστατικό αυτό δείχνει πόσο τραγικές μπορεί να γίνουν ορισμένες ανθρώπινες καταστάσεις.

Εγώ έχω ξεκαθαρίσει ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις ασθενών τελικού σταδίου, ανθρώπων με πλήρη διαύγεια πνεύματος και συνείδηση, υπό τις αυστηρότερες εγγυήσεις της πολιτείας, της επιστημονικής κοινότητας και της Δικαιοσύνης, θα πρέπει να αναγνωριστεί το δικαίωμα να ζητήσουν υποβοηθούμενη ευθανασία.

Υπάρχει και μια δεύτερη κατηγορία, που αφορά πολύ βαριές μορφές Αλτσχάιμερ και άλλες αντίστοιχες καταστάσεις. Εκεί θα μπορούσε να εξεταστεί, με διαφορετικές και ιδιαίτερα αυστηρές εγγυήσεις, η δυνατότητα του προσώπου που έχει τη νόμιμη επιμέλεια να υποβάλει σχετικό αίτημα. Μιλάμε για δικαίωμα, όχι για υποχρέωση. Κανένας δεν υποχρεώνεται να κάνει τίποτε. Ο πολίτης θα έχει το δικαίωμα να ζητήσει και η πολιτεία την υποχρέωση να εξετάσει αν συντρέχουν όλες οι νόμιμες και επιστημονικές προϋποθέσεις. Αυτές τις ρυθμίσεις θα τις προωθούσα και θα τις ψήφιζα.

Για άλλες περιπτώσεις, όπως ορισμένες ιδιαίτερα βαριές ψυχιατρικές παθήσεις, θεωρώ ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα. Εκεί θα χρειαζόταν εξαιρετικά αυστηρή αξιολόγηση, κατά περίπτωση. Το πρόβλημα υπάρχει στην κοινωνία. Το ζήτημα είναι αν η πολιτεία θα αποφασίσει να το αντιμετωπίσει θεσμικά.

«Η Εκκλησία πρέπει να ξαναδεί το ζήτημα, όπως έκανε με τις μεταμοσχεύσεις»

Πιστεύετε ότι η Εκκλησία μπορεί να μεταβάλει τη στάση της απέναντι στην υποβοηθούμενη ευθανασία;

Θεωρώ ότι και η Εκκλησία πρέπει να προσεγγίσει το ζήτημα με μεγαλύτερη διάθεση συζήτησης. Θυμίζω ένα σημαντικό ιστορικό προηγούμενο. Στις 7 Οκτωβρίου 1999, η Εκκλησία έκανε ένα μεγάλο βήμα, προσεγγίζοντας επιστημονικά το ζήτημα του εγκεφαλικού θανάτου. Μέχρι τότε υπήρχε σημαντική απόσταση ανάμεσα στον επιστημονικό και στον θρησκευτικό τρόπο προσέγγισης του θανάτου.

Ο σημερινός Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος υπήρξε ένας άνθρωπος με ουσιαστική συμβολή στον διάλογο για τη βιοηθική. Εκείνη την περίοδο βρισκόμασταν στην κυβέρνηση με τον Αλέκο Παπαδόπουλο και εργαστήκαμε για την εξειδίκευση και εφαρμογή των σχετικών αποφάσεων.

Η πρόοδος που συντελέστηκε ήταν τεράστια, επειδή άνοιξε ο δρόμος για τη δωρεά οργάνων από εγκεφαλικά νεκρούς δότες. Σκεφτείτε πόσοι άνθρωποι μπορούσαν πλέον να σωθούν μέσα από τις μεταμοσχεύσεις. Πόσα όργανα χάνονταν παλαιότερα και πόσα δυστυχώς εξακολουθούν να χάνονται, επειδή δεν υπάρχουν οι αναγκαίες μονάδες, οι διαδικασίες ή η συναίνεση. Η Εκκλησία τότε έκανε ένα σημαντικό βήμα προσέγγισης με την επιστήμη. Πιστεύω ότι πρέπει να εξετάσει με ανάλογη σοβαρότητα και το ζήτημα της υποβοηθούμενης ευθανασίας.

Στο βιβλίο μου υπάρχει ένα μυθοπλαστικό παράδειγμα με έναν επίσκοπο, σε μια περιοχή όπου η ευθανασία επιτρεπόταν υπό προϋποθέσεις. Δύο πνευματικά του παιδιά, που πληρούσαν τις προϋποθέσεις, τον επισκέφθηκαν και ζήτησαν τη συμβουλή του. Το ένα τελικά επέλεξε την ευθανασία, ενώ το άλλο όχι. Ο επίσκοπος είπε ότι συμφώνησε και με τις δύο επιλογές τους.

Αυτό είναι το ουσιαστικό ερώτημα που θέτω. Να αναγνωρίζεται το δικαίωμα της επιλογής, όταν υπάρχουν οι αυστηρότερες δυνατές προϋποθέσεις και εγγυήσεις.

«Η πολιτική δεν είναι επάγγελμα – Είναι όραμα μέχρι να γίνει πάθος»

Κλείνοντας, θέλω να επιστρέψουμε στην προσωπική σας διαδρομή. Υπήρξατε υπουργός, βουλευτής, γιατρός, συγγραφέας, οικογενειάρχης και παππούς. Έχετε γνωρίσει από κοντά την εξουσία, τις πολιτικές συγκρούσεις, τη δημόσια αναγνώριση, αλλά και τις δυσκολότερες στιγμές της ανθρώπινης ζωής. Αν σήμερα ένας νέος άνθρωπος σας έλεγε ότι θέλει να ασχοληθεί με την πολιτική, θα τον ενθαρρύνατε;

Θα τον παρότρυνα. Θα του εξηγούσα όμως πόσο δύσκολη είναι η σημερινή κατάσταση. Θα του έλεγα ότι, αν αντέχει, πρέπει να μπει στην πολιτική και να προσπαθήσει να την αλλάξει. Ακόμη κι αν στην πορεία πληγωθεί, εφόσον έχει μπει με αρχές, με αξίες και με πραγματικό όραμα προσφοράς, θα έχει ήδη συμβάλει σε κάτι θετικό.

Όσα γίνονται στη χώρα μας, όσα γίνονται στην Ευρώπη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, περνούν μέσα από την πολιτική εξουσία. Αν δεν ανανεώσουμε αυτή την εξουσία με νέους ανθρώπους, με νέες αντιλήψεις και με διαφορετική νοοτροπία, δεν μπορούμε να περιμένουμε ουσιαστικές αλλαγές. Βεβαίως, η μεγαλύτερη και δυσκολότερη αλλαγή είναι να μπορέσει ο καθένας να αλλάξει πρώτα τον εαυτό του.

Αν λοιπόν έβλεπα νέους ανθρώπους με όραμα, με φιλοδοξία προσφοράς και όχι απλώς με φιλοδοξία εξουσίας, θα τους ενθάρρυνα. Θα τους στήριζα. Θα τους ακολουθούσα κιόλας σε μια τέτοια προσπάθεια.

Θα τους έθετα όμως και ένα πολύ πρακτικό ερώτημα. Έχεις την οικονομική δυνατότητα να στηρίξεις την υποψηφιότητά σου; Μπορεί να έχεις αρχές, αξίες, όραμα και διάθεση να αγωνιστείς. Χρειάζονται όμως και οικονομικές προϋποθέσεις. Δεν μπορείς να καταστρέψεις την οικογένειά σου, να χρεωθείς και να οδηγηθείς σε αδιέξοδο επειδή θέλεις να ασχοληθείς με την πολιτική. Η πολιτική δεν είναι επάγγελμα. Είναι όραμα, μέχρι να γίνει πάθος.

Σας ευχαριστώ πολύ κ. Νασιώκα γι’ αυτή τη συζήτηση.

Κι εγώ σας ευχαριστώ κ. Ράιδο.

Ακολουθήστε το onlarissa.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις
Ετικέτες