ΛΑΡΙΣΑΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ
«Κοιταζόμασταν με την Ελπίδα πριν από τη σύγκρουση» – Συγκλονίζουν στη Λάρισα οι μαρτυρίες επιζώντων των Τεμπών

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης
Συγκλονιστικές στιγμές εκτυλίχθηκαν στη δικαστική αίθουσα της Λάρισας, όπου συνεχίστηκε η δίκη για την τραγωδία των Τεμπών με τις καταθέσεις ανθρώπων που επέζησαν από τη μοιραία σύγκρουση των δύο τρένων. Οι μαρτυρίες τους μετέφεραν το δικαστήριο στα δραματικά λεπτά της 28ης Φεβρουαρίου 2023, όταν επιβάτες της αμαξοστοιχίας Intercity 62 προσπαθούσαν να απεγκλωβιστούν από τα διαλυμένα βαγόνια, μέσα σε καπνούς, φωτιά και απόλυτο πανικό.
Ιδιαίτερα φορτισμένη ήταν η κατάθεση της Μυρσίνης Πρασσά, η οποία ταξίδευε στο δεύτερο βαγόνι μαζί με τη φίλη της Ελπίδα Χούπα, που έχασε τη ζωή της στο δυστύχημα. Η ίδια τραυματίστηκε βαρύτατα, παρέμεινε σε κώμα για 30 ημέρες και υποβλήθηκε σε έξι χειρουργικές επεμβάσεις, αντιμετωπίζοντας ακόμη και σήμερα δυσκολίες στην ανάκληση όσων συνέβησαν. Η νεαρή γυναίκα περιέγραψε ότι καθόταν δίπλα στην Ελπίδα, η οποία είχε τη θέση στο παράθυρο, ενώ απέναντί τους βρίσκονταν ο Γεράσιμος και ο Κυπριανός. Όπως κατέθεσε, είχε προτείνει στη φίλη της να παρατείνουν την παραμονή τους, ωστόσο εκείνη έπρεπε να επιστρέψει για να παραδώσει μια εργασία.

Η τελευταία ανάμνησή της πριν από το δυστύχημα ήταν ένα τηλεφώνημα στον πατέρα της, στον οποίο ανέφερε ότι το τρένο είχε σταματήσει ξανά. Από εκεί και πέρα, οι εικόνες στη μνήμη της είναι αποσπασματικές. «Βρέθηκα έξω από το βαγόνι. Δεν θυμάμαι ποιοι με έβγαλαν», ανέφερε, εξηγώντας ότι το σοβαρότερο τραύμα της ήταν στο κρανίο. Για μεγάλο χρονικό διάστημα αδυνατούσε ακόμη και να μιλήσει, ενώ χρειάστηκε λογοθεραπεία για να μπορέσει να σχηματίσει ξανά λέξεις. Η κατάθεσή της κορυφώθηκε όταν αναφέρθηκε στην Ελπίδα Χούπα και στις τελευταίες στιγμές που θυμάται μαζί της. «Την στιγμή της σύγκρουσης θυμάμαι πως κοιταζόμασταν με την Ελπίδα», είπε, μεταφέροντας στην αίθουσα μια εικόνα που παραμένει ανεξίτηλη στη μνήμη της. Η Μυρσίνη Πρασσά εξέφρασε παράλληλα την οργή της για την απουσία των κατηγορουμένων από τη δικαστική αίθουσα, ζητώντας να αποκαλυφθεί ολόκληρη η αλήθεια για την τραγωδία. «Εγώ δεν θα ηρεμήσω αν δεν βρεθεί η αλήθεια», τόνισε, ενώ αναφέρθηκε και στα χρήματα που, όπως υποστήριξε, διατέθηκαν μετά το δυστύχημα για τις παρεμβάσεις στον χώρο.
Η μάχη μιας μητέρας να σώσει τον επτάχρονο γιο της
Συγκλονιστική ήταν και η μαρτυρία της Ζωής Σιώζη, η οποία επέβαινε επίσης στο δεύτερο βαγόνι, έχοντας μαζί της τον επτάχρονο γιο της. Το παιδί είχε μόλις ολοκληρώσει θεραπεία έπειτα από σοβαρή επέμβαση και οι δυο τους επέστρεφαν στη Θεσσαλονίκη. Η γυναίκα εξήγησε ότι είχε επιλέξει το τρένο θεωρώντας το ασφαλέστερο μέσο μεταφοράς. Αρχικά βρίσκονταν μόνοι τους στο κουπέ, ενώ κάποια στιγμή επισκέφθηκαν το κυλικείο, όπου επικρατούσε συνωστισμός, με αρκετούς επιβάτες να στέκονται όρθιοι.
Περιγράφοντας τα δευτερόλεπτα πριν από τη σύγκρουση, ανέφερε ότι μετά την αναχώρηση από τη Λάρισα το τρένο άρχισε σταδιακά να αναπτύσσει ταχύτητα. Ακολούθησε ένα απότομο φρενάρισμα και αμέσως μετά η σφοδρή πρόσκρουση. Η ίδια έπεσε πάνω στο παιδί της και μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα βρέθηκαν ανάμεσα στα συντρίμμια. Ο χώρος γύρω τους είχε παραμορφωθεί, τα αντικείμενα είχαν μετακινηθεί και η μητέρα προσπαθούσε απεγνωσμένα να εντοπίσει τον γιο της. «Φώναζα για να βρω το παιδί. Προσπάθησα να τον σηκώσω καθώς δεν ήταν κοντά μου», κατέθεσε.
Μέσα στο διαλυμένο βαγόνι κατάφερε να εντοπίσει ένα στενό άνοιγμα που οδηγούσε στη διπλανή καμπίνα. Άλλοι επιβάτες, που είχαν ήδη βρει διέξοδο, την καλούσαν να εγκαταλείψει γρήγορα το τρένο. Εκείνη όμως προσπαθούσε να απεγκλωβίσει το παιδί της.
Καθοριστική αποδείχθηκε η παρέμβαση ενός νεαρού συνεπιβάτη, του Δημήτρη Κωσταρέλου, ο οποίος μαζί με έναν ακόμη επιβάτη βοήθησε μητέρα και γιο να βγουν από το βαγόνι. Χρειάστηκε να κατέβουν από ύψος περίπου δύο μέτρων, ενώ γύρω τους υπήρχαν καπνοί και εστίες φωτιάς. Ακολούθησε μια εφιαλτική προσπάθεια απομάκρυνσης από το σημείο της σύγκρουσης. Η γυναίκα περιέγραψε ότι αναγκάστηκε να κινηθεί πάνω στα συντρίμμια του κυλικείου, ενώ έβλεπε άλλους επιβάτες και παιδιά να έχουν σκαρφαλώσει στα βαγόνια, αναζητώντας τρόπο διαφυγής. «Όλα καίγανε», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι η φλόγα ήταν ορατή στο βαγόνι όπου επέβαινε.
Την ίδια στιγμή ακούγονταν φωνές για βοήθεια, αλλά και προειδοποιήσεις ότι υπήρχε κίνδυνος νέας έκρηξης. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, όταν οι ίδιοι είχαν απομακρυνθεί, το βαγόνι τους εξακολουθούσε να καίγεται. Η ατμόσφαιρα, όπως περιέγραψε, ήταν αποπνικτική. Ένιωθε έντονο κάψιμο στον λαιμό και δυσκολευόταν να αναπνεύσει, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει την οσμή που επικρατούσε στον χώρο. «Ο πανικός και ο φόβος ήταν ακραίος εκείνη τη στιγμή», είπε, διευκρινίζοντας ότι όσο απομακρυνόταν προς τις σιδηροδρομικές γραμμές, η αναπνοή της γινόταν ευκολότερη.
«Εμείς που επιζήσαμε δεν σημαίνει ότι είναι όλα καλά»
Η Ζωή Σιώζη μίλησε και για το ψυχικό βάρος που εξακολουθεί να κουβαλά από εκείνη τη νύχτα. Παρότι κατάφερε να σώσει το παιδί της, όπως εξομολογήθηκε, εξακολουθεί να αναρωτιέται εάν θα μπορούσε να επιστρέψει στα συντρίμμια και να βοηθήσει άλλους ανθρώπους. «Είναι μια ζωή πριν τα Τέμπη και μια ζωή μετά τα Τέμπη», ανέφερε, τονίζοντας ότι η επιβίωση δεν σημαίνει πως οι τραυματίες έχουν αφήσει πίσω τους όσα έζησαν.
Μιλώντας για τους 57 ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους, ζήτησε να αποδοθεί δικαιοσύνη και να διαλευκανθούν πλήρως οι συνθήκες της τραγωδίας. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις οικογένειες των θυμάτων και στον σεβασμό που οφείλεται στον πόνο τους. «Αν έχανα τον γιο μου δεν θα μπορούσα να ζήσω», είπε, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να διερευνηθούν όλα όσα συνέβησαν, ώστε να μη βιώσουν ξανά άλλοι επιβάτες αντίστοιχες καταστάσεις.
«Κώστα, τρακάραμε, καιγόμαστε» – Το τηλεφώνημα μετά τη σύγκρουση
Στο δικαστήριο κατέθεσε και ο σύζυγος της Ζωής Σιώζη, Κωνσταντίνος Τσαβλής, περιγράφοντας τις δραματικές στιγμές που έζησε όταν δέχθηκε το τηλεφώνημά της αμέσως μετά το δυστύχημα. Όπως ανέφερε, η σύζυγός του τον κάλεσε στις 23.38, ενώ βρισκόταν ήδη σε κατάσταση πανικού και προσπαθούσε να απομακρυνθεί από το κατεστραμμένο τρένο. «Κώστα τρακάραμε. Κώστα το παιδί, το παιδί», ήταν τα πρώτα λόγια που άκουσε. Ακολούθησαν απεγνωσμένες εκκλήσεις, με τη γυναίκα να του φωνάζει ότι καίγονταν και ότι προσπαθούσε να βγει από την αμαξοστοιχία.
Ο ίδιος εξήγησε ότι αρχικά αδυνατούσε να αντιληφθεί το μέγεθος της καταστροφής. Προσπαθούσε να καθησυχάσει τη σύζυγό του, ενώ η τηλεφωνική επικοινωνία διακοπτόταν και αναγκαζόταν να την καλεί ξανά. Η σοβαρότητα της κατάστασης έγινε αντιληπτή όταν είδε ασθενοφόρα και πυροσβεστικά οχήματα να κατευθύνονται προς το σημείο της σύγκρουσης. Όταν έφτασε στο νοσοκομείο, αντίκρισε, όπως κατέθεσε, μια τραγική κατάσταση, ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή η μεγαλύτερη αγωνία του ήταν η τύχη του παιδιού του.
Δεν άντεξε να βρεθεί στη δικαστική αίθουσα η σύζυγος του Βάιου Βλάχου
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αναγνώστηκε και η κατάθεση της Δάφνης Μπρέλα, η οποία τραυματίστηκε στο σιδηροδρομικό δυστύχημα και έχασε τον σύζυγό της, Βάιο Βλάχο. Η ίδια γνωστοποίησε ότι αδυνατεί να ταξιδέψει στη Λάρισα και να καταθέσει αυτοπροσώπως, εξαιτίας της έντονης ψυχολογικής και συναισθηματικής επιβάρυνσης που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει. Η πρόεδρος του δικαστηρίου ανέγνωσε και τη σχετική ιατρική γνωμάτευση που είχε προσκομιστεί για την αδυναμία παρουσίας της στη διαδικασία.
newsroom onlarissa.gr
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις





