ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Ελληνική οικονομία: Πόση ανάπτυξη…φεύγει στο εξωτερικό;

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης
Η ελληνική οικονομία εξάγει περισσότερα και προσπαθεί να περιορίσει το εμπορικό της έλλειμμα, καταγράφοντας πρόοδο σε ένα από τα πιο απαιτητικά μέτωπα της οικονομίας. Πίσω από τη βελτίωση, όμως, παραμένει ένα κρίσιμο ερώτημα: πόσο από το χρήμα που κινητοποιούν η κατανάλωση, οι επενδύσεις και ο τουρισμός μετατρέπεται σε παραγωγή και εισοδήματα μέσα στη χώρα και πόσο κατευθύνεται σε προϊόντα και υπηρεσίες του εξωτερικού;
Η απάντηση έχει σημασία για την αντοχή της ανάπτυξης. Ένα εργοστάσιο που ανανεώνει τον εξοπλισμό του, ένα ξενοδοχείο που επεκτείνεται ή ένα νοικοκυριό που αγοράζει αυτοκίνητο αυξάνουν τη ζήτηση. Όταν, όμως, τα μηχανήματα, τα υλικά και τα τελικά προϊόντα εισάγονται, μέρος αυτής της ζήτησης στηρίζει την παραγωγή άλλων οικονομιών.
Τα νεότερα στοιχεία δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία ενισχύει την εξαγωγική της παρουσία. Το ζητούμενο πλέον είναι να διευρύνει αυτή την πρόοδο, αποκτώντας μεγαλύτερη δυνατότητα να καλύπτει ανταγωνιστικά την εγχώρια ζήτηση και να κερδίζει μερίδια στις διεθνείς αγορές.
Τα εύσημα στις εξαγωγικές επιχειρήσεις
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών, που παραθέτει στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το οκτάμηνο Ιανουαρίου–Αυγούστου 2026, οι εξαγωγές αγαθών έφθασαν τα 37,1 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 16,5% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Η άνοδος επεκτείνεται και πέρα από τα πετρελαιοειδή: οι εξαγωγές χωρίς αυτά αυξήθηκαν κατά 7,6%, στα 26,4 δισ. ευρώ. Οι εισαγωγές ενισχύθηκαν κατά 8,2%, με αποτέλεσμα το συνολικό εμπορικό έλλειμμα να περιοριστεί κατά 3,8%, στα 21,18 δισ. ευρώ. Χωρίς τα πετρελαιοειδή, το έλλειμμα μειώθηκε κατά 5,3%, περίπου κατά 1 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για αξιόλογη επίδοση, που πιστώνεται πρωτίστως στις επιχειρήσεις που παράγουν, επενδύουν και διεκδικούν πελάτες εκτός συνόρων. Αποτελεί θετικό αποτέλεσμα για την οικονομία, χωρίς από μόνη της να επιτρέπει τον επιμερισμό της συμβολής κάθε πολιτικής.
Ο αρμόδιος υφυπουργός Εξωτερικών, Χάρης Θεοχάρης, χαρακτηρίζει τα στοιχεία ένδειξη διεύρυνσης της εξαγωγικής βάσης. Επισημαίνει, πάντως, ότι χρειάζονται περισσότερες επιχειρήσεις στις διεθνείς αγορές, διαφοροποίηση προορισμών και μεγαλύτερη εγχώρια προστιθέμενη αξία.

Η ζήτηση που περνά τα σύνορα
Ωστόσο, η θετική εξαγωγική εικόνα συνυπάρχει με την εξάρτηση από εισαγωγές. Στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, σύμφωνα με τα προσωρινά, εποχικά διορθωμένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση. Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου ενισχύθηκαν κατά 6,1% και η συνολική τελική κατανάλωση κατά 1,3%. Οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 3,7%, έναντι 2,2% για τις εξαγωγές, σε όρους όγκου.
Τα στοιχεία αυτά δεν αντιφάσκουν με τη βελτίωση του εμπορικού ελλείμματος στο οκτάμηνο. Αφορούν διαφορετικές περιόδους, περιλαμβάνουν και υπηρεσίες και αποτυπώνουν μεταβολές όγκου, ενώ η ανακοίνωση για τις εμπορευματικές συναλλαγές αφορά αξίες αγαθών σε τρέχουσες τιμές.
Αναδεικνύουν, ωστόσο, τη σημασία της παραγωγικής επάρκειας. Όσο η αύξηση της ζήτησης καλύπτεται από εισαγωγές, τόσο περιορίζεται η άμεση ώθηση που μπορεί να δώσει στην εγχώρια παραγωγή.
Ένα εισαγόμενο προϊόν δημιουργεί δραστηριότητα και στην Ελλάδα, μέσω του εμπορίου, των μεταφορών και της αποθήκευσης. Η αξία της παραγωγής του, όμως, δημιουργείται στη χώρα προέλευσης. Έτσι, το ύψος μιας αγοράς δεν ταυτίζεται με την προστιθέμενη αξία που μένει στην ελληνική οικονομία.
Οι εισαγωγές που χτίζουν παραγωγή
Δεν έχουν όλες οι εισαγωγές την ίδια οικονομική λειτουργία. Ένα μηχάνημα που αγοράζεται από το εξωτερικό μπορεί αρχικά να επιβαρύνει το εμπορικό ισοζύγιο, αλλά στη συνέχεια να αυξήσει την παραγωγικότητα μιας ελληνικής επιχείρησης, να μειώσει το κόστος της και να στηρίξει νέες εξαγωγές.
Αντίστοιχα, εισαγόμενες πρώτες ύλες και εξαρτήματα μπορούν να ενσωματώνονται σε προϊόντα που παράγονται και εξάγονται από την Ελλάδα. Η συμμετοχή στις διεθνείς αλυσίδες παραγωγής είναι αναγκαίο στοιχείο μιας σύγχρονης οικονομίας.


Η διάκριση βρίσκεται στο αποτέλεσμα. Δηλαδή αν η δαπάνη αφήνει πίσω της παραγωγική δυνατότητα, τεχνογνωσία και μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα ή αν εξαντλείται στην τελική κατανάλωση.
Η Τράπεζα της Ελλάδος, σε πρόσφατο οικονομικό της δελτίο συνδέει την αύξηση των εισαγωγών επενδυτικών αγαθών με την ενίσχυση των επενδύσεων και τα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης. Στις προβολές της για το 2026 αναμένει αύξηση εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών κατά 3,4%, έναντι 2,8% για τις εξαγωγές.
Το κρίσιμο τεστ για τις σημερινές επενδύσεις είναι τι θα παράγουν αύριο. Είναι ζητούμενο το αν θα υπάρχουν περισσότερα εξαγώγιμα προϊόντα, καλύτερες υπηρεσίες και δυνατότητα κάλυψης αναγκών που σήμερα εξυπηρετούνται από το εξωτερικό.
Η βιομηχανία χρειάζεται ορίζοντα
Σε αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η παρέμβαση της προέδρου του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδας, Λουκίας Σαράντη στον ΟΤ.
Η ίδια αναγνωρίζει τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού για το ενεργειακό κόστος ως σοβαρό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Ζητεί όμως μεγαλύτερη διάρκεια στήριξης, επισημαίνοντας ότι ο εξάμηνος ορίζοντας δεν προσφέρει την προβλεψιμότητα που απαιτούν οι επενδύσεις.


Παράλληλα, επικαλείται μελέτη του ΣΒΕ, σύμφωνα με την οποία το 75% των επενδύσεων των ελληνικών μικρομεσαίων μεταποιητικών επιχειρήσεων προέρχεται από ίδια κεφάλαια. Το εύρημα αναδεικνύει την προσπάθεια των επιχειρήσεων, αλλά και την ανάγκη ευρύτερης χρηματοδοτικής στήριξης.
Η πρότασή της αφορά μια δεκαετή εθνική βιομηχανική στρατηγική, με συγκεκριμένους στόχους και συνέχεια πέρα από τον εκλογικό κύκλο. Συνδέει την ενέργεια με υποδομές, ψηφιακό μετασχηματισμό, ανθρώπινο δυναμικό και περιφερειακή ανάπτυξη.
Δεν περιγράφει γενικευμένη αποεπένδυση, προειδοποιεί όμως για επιμέρους ενεργοβόρες βιομηχανίες που εξετάζουν μεταφορά λειτουργίας ή νέων επενδύσεων στο εξωτερικό.
Η μακροοικονομική σημασία είναι σαφής: όταν μια παραγωγική επένδυση επιλέγει άλλη χώρα, η Ελλάδα χάνει τη δυνατότητα να αυξήσει τη μελλοντική της παραγωγή και τις εξαγωγές της.
Το κόστος που καθορίζει την ανταγωνιστικότητα
Η ενέργεια επηρεάζει ταυτόχρονα τον εξωτερικό λογαριασμό και την ικανότητα παραγωγής. Οι υψηλότερες τιμές εισαγόμενων καυσίμων αυξάνουν τις πληρωμές προς το εξωτερικό και επιβαρύνουν το κόστος των ελληνικών επιχειρήσεων.
Στις προβολές του Σεπτεμβρίου, η ΤτΕ εκτιμά ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα διαμορφωθεί στο 6% του ΑΕΠ το 2026, από 5,7% το 2025, πριν υποχωρήσει στο 5,6% το 2027 και στο 5,3% το 2028. Συνδέει την αναμενόμενη επιδείνωση με τις τιμές των καυσίμων και τις εισαγωγές επενδυτικών αγαθών.
Γι’ αυτό η βιομηχανική ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο με αποσπασματικές παρεμβάσεις. Χρειάζεται συνδυασμό κόστους, χρηματοδότησης, υποδομών και δεξιοτήτων, ώστε οι επιχειρήσεις να μπορούν να σχεδιάζουν και να αναλαμβάνουν μακροχρόνιες δεσμεύσεις.
ot.gr
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις