ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ποιος κρατά όρθια την κατανάλωση: Οι τουρίστες ξοδεύουν, τα νοικοκυριά πιέζονται από την ακρίβεια

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το onlarissa.gr στη Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του ot.gr στην Google

Η κατανάλωση εξακολουθεί να κρατά όρθια την ελληνική οικονομία, παρά τις ανατροπές που έχει φέρει η οικονομική κρίση παγκοσμίως. Οι τουρίστες δεν ήταν περισσότεροι, αλλά ξόδεψαν αισθητά περισσότερα, η άνοδος της απασχόλησης έφερε νέα εισοδήματα στην αγορά και τα ελληνικά νοικοκυριά συνέχισαν να αγοράζουν περισσότερα αγαθά. Η κατανάλωσή τους, ωστόσο, τρέχει ταχύτερα από το διαθέσιμο εισόδημα, με αποτέλεσμα το ποσοστό αποταμίευσης να παραμένει αρνητικό.

Ο προβληματισμός που προκύπτει είναι κατά πόσο ανθεκτική μπορεί να αποδειχθεί αυτή η άνοδος στην κατανάλωση μετά το τέλος της τουριστικής περιόδου και ενώ η ενεργειακή ακρίβεια αρχίζει να περιορίζει εκ νέου το πραγματικό εισόδημα.

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι ο τζίρος του λιανεμπορίου αυξήθηκε κατά 6,6% σε σύγκριση με τον Ιούλιο του 2025, ενώ ο όγκος των πωλήσεων, από τον οποίο έχει αφαιρεθεί η επίδραση των τιμών, ενισχύθηκε κατά 5,2%. Ακόμη και χωρίς τα καύσιμα, η πραγματική αύξηση έφτασε στο 5,4%, ένδειξη ότι δεν πρόκειται απλώς για υψηλότερο λογαριασμό εξαιτίας του πληθωρισμού.

Η σύγκριση με τον Ιούνιο απαιτεί μεγαλύτερη προσοχή. Ο μη διορθωμένος δείκτης όγκου αυξήθηκε κατά 5,3%, όμως η εποχικά διορθωμένη άνοδος ήταν 1,4%. Η διαφορά δείχνει πόσο έντονα επηρεάζεται το λιανεμπόριο από την κορύφωση της τουριστικής περιόδου, χωρίς πάντως να ακυρώνει τη σαφή βελτίωση της αγοράς.

Λιγότεροι τουρίστες, περισσότερα χρήματα

Το πρώτο κομμάτι της απάντησης βρίσκεται στα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Τον Ιούλιο οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 7,2%, από 4,41 σε 4,72 δισ. ευρώ, προσθέτοντας περίπου 316 εκατ. ευρώ στην οικονομία μέσα σε έναν μήνα.

Η άνοδος δεν προήλθε από περισσότερες αφίξεις, καθώς η εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση μειώθηκε κατά 3,1%, αλλά η μέση δαπάνη ανά ταξίδι αυξήθηκε κατά 10%. Η Ελλάδα υποδέχθηκε λιγότερους επισκέπτες, οι οποίοι όμως άφησαν περισσότερα χρήματα σε ξενοδοχεία, εστιατόρια, μεταφορές και καταστήματα.

Ιδιαίτερη δυναμική εμφάνισε η βρετανική αγορά, με τις εισπράξεις να αυξάνονται κατά 49,5% και να ξεπερνούν τα 912 εκατ. ευρώ. Από την Ιταλία καταγράφηκε άνοδος 32,3% και από τη Γερμανία 11,3%, ενώ οι εισπράξεις από τη Γαλλία υποχώρησαν κατά 30,7%.

Η σχεδόν παράλληλη αύξηση των τουριστικών εισπράξεων κατά 7,2% και του λιανικού τζίρου κατά 6,6% αποτελεί ισχυρή ένδειξη της τουριστικής συμβολής, όχι όμως απόδειξη ότι οι ξένοι επισκέπτες έφεραν ολόκληρη την άνοδο.

Η σύνθεση των πωλήσεων δείχνει ότι υπάρχει και πραγματική εγχώρια ζήτηση. Ο όγκος στα μεγάλα καταστήματα τροφίμων αυξήθηκε κατά 5,8%, στα φαρμακευτικά και στα καλλυντικά κατά 5,9% και στα εξειδικευμένα καταστήματα τροφίμων, ποτών και καπνού κατά 4,8%.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η αύξηση κατά 8,7% στα έπιπλα, στις ηλεκτρικές συσκευές και στον οικιακό εξοπλισμό, μια κατηγορία που δύσκολα μπορεί να αποδοθεί κυρίως στους ξένους επισκέπτες. Μέρος της ανόδου πιθανότατα συνδέεται με αγορές ελληνικών νοικοκυριών, ανακαινίσεις κατοικιών και εξοπλισμό ξενοδοχείων ή βραχυχρόνιων μισθώσεων.

Η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική στα πρατήρια. Ο τζίρος των καυσίμων αυξήθηκε κατά 13,7%, αλλά ο πραγματικός όγκος μειώθηκε κατά 0,4%. Οι οδηγοί δεν αγόρασαν περισσότερα καύσιμα· πλήρωσαν ακριβότερα περίπου την ίδια ή και ελαφρώς μικρότερη ποσότητα.

Η εγχώρια κατανάλωση είχε αρχίσει να αυξάνεται πριν από την κορύφωση του τουρισμού. Στο δεύτερο τρίμηνο η ιδιωτική κατανάλωση ενισχύθηκε κατά 6% σε τρέχουσες τιμές και κατά 1,7% σε πραγματικούς όρους. Η απόσταση ανάμεσα στα δύο ποσοστά αποκαλύπτει πόσο μεγάλο μέρος της πρόσθετης δαπάνης εξακολουθεί να απορροφάται από τις αυξημένες τιμές.
Στήριξη προσφέρει και η απασχόληση, η οποία τον Αύγουστο ήταν αυξημένη κατά 85.042 άτομα ή 2% σε ετήσια βάση, με την ανεργία να υποχωρεί στο 7,4%. Περισσότεροι εργαζόμενοι σημαίνουν περισσότερα εισοδήματα και κατανάλωση, αν και ένα μέρος των νέων θέσεων είναι εποχικό και συνδέεται άμεσα με τον τουρισμό.

Η κατανάλωση προσπερνά το εισόδημα

Πίσω από την ανθεκτικότητα της αγοράς βρίσκεται όμως και ένα προειδοποιητικό στοιχείο. Στο πρώτο τρίμηνο του 2026 το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 3,2%, αλλά η καταναλωτική δαπάνη κατά 4,7%. Το ποσοστό αποταμίευσης υποχώρησε στο -3,3%, από -1,8% έναν χρόνο νωρίτερα, δείχνοντας ότι σε επίπεδο συνόλου η κατανάλωση ξεπερνούσε το τρέχον διαθέσιμο εισόδημα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τον Ιούλιο τα νοικοκυριά απέσυραν μαζικά χρήματα από τις τράπεζες. Οι καταθέσεις τους αυξήθηκαν κατά 240 εκατ. ευρώ τον Ιούλιο και κατά 585 εκατ. τον Αύγουστο. Η εικόνα δεν είναι αντιφατική, επειδή οι συνολικές καταθέσεις δεν αποκαλύπτουν πώς κατανέμεται το χρήμα. Μπορούν να αυξάνονται στα υψηλότερα εισοδήματα, την ώρα που τα χαμηλότερα και μεσαία στρώματα εξαντλούν κάθε μήνα το εισόδημά τους.

Η τελευταία Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών αποτυπώνει αυτή την απόσταση. Το φτωχότερο 20% διαθέτει το 54,4% των συνολικών δαπανών του μόνο σε τρόφιμα και στέγαση, ενώ η μέση δαπάνη του πλουσιότερου 20% είναι 5,78 φορές μεγαλύτερη. Συνεπώς, η κατανάλωση μπορεί να αυξάνεται χωρίς να βελτιώνεται αντίστοιχα η οικονομική θέση του μέσου νοικοκυριού.

ot.gr

Ακολουθήστε το onlarissa.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις