ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Scope: Αναβάθμιση για την ελληνική οικονομία στο BBB+

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης
Σε αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας σε ΒΒΒ+ από BBB προχώρησε ο οίκος Scope Ratings, διατηρώντας τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας σε θετικό επίπεδο.
Η αναβάθμιση στηρίζεται κυρίως στην ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και στην ενίσχυση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας, καθώς και στη βελτίωση της ανθεκτικότητας και των μεσοπρόθεσμων προοπτικών της ελληνικής οικονομίας. Η Scope επισημαίνει πάντως ως βασικές αδυναμίες το ακόμη υψηλό δημόσιο χρέος, τους διαρθρωτικούς περιορισμούς στην ανάπτυξη και τις εξωτερικές ανισορροπίες.
Ειδικότερα, η Scope Ratings GmbH (Scope) αναβάθμισε σήμερα τη μακροπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση του εκδότη και του μη εξασφαλισμένου χρέους υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας της Ελληνικής Δημοκρατίας (Ελλάδα) σε BBB+ από BBB, τόσο σε εγχώριο όσο και σε ξένο νόμισμα, και αναθεώρησε τις προοπτικές σε Σταθερές από Θετικές.
Η βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση του εκδότη επιβεβαιώθηκε σε S-2, τόσο σε εγχώριο όσο και σε ξένο νόμισμα. Σύμφωνα με τους ορισμούς αξιολογήσεων της Scope, οι οποίοι επικαιροποιήθηκαν τον Δεκέμβριο του 2025, δεν αποδίδονται προοπτικές στις βραχυπρόθεσμες αξιολογήσεις. Ως εκ τούτου, οι Σταθερές Προοπτικές για τις βραχυπρόθεσμες αξιολογήσεις S-2 της Ελλάδας αποσύρθηκαν, καθώς δεν αφορούν πλέον τη συγκεκριμένη κατηγορία αξιολόγησης.
Scope: Τι δείχνει η αναβάθμιση
Η αναβάθμιση της Ελλάδας σε BBB+ αντανακλά:
-Την ταχεία αποκλιμάκωση του λόγου του δημόσιου χρέους και την ενίσχυση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας, που υποστηρίζονται από μεγάλα και διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα, διαρθρωτικές βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση και τη φορολογική συμμόρφωση, καθώς και από ένα ιστορικό συνετής δημοσιονομικής διαχείρισης. Οι παράγοντες αυτοί έχουν ενισχύσει την ικανότητα της κυβέρνησης να παράγει έσοδα και στηρίζουν τη συνεχιζόμενη μείωση του χρέους.
-Τη βελτίωση της οικονομικής ανθεκτικότητας και των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης, που υποστηρίζονται από τη συνεχιζόμενη εφαρμογή μεταρρυθμίσεων, την ισχυρή επενδυτική δυναμική και τα σημαντικά επενδυτικά προγράμματα που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ. Η Ελλάδα έχει σταθερά υπεραποδώσει έναντι της Ευρωζώνης τα τελευταία χρόνια, ενισχύοντας τις ενδείξεις ότι η οικονομία έχει γίνει πιο ανθεκτική σε σχέση με την περίοδο πριν από την πανδημία.
Οι βασικοί παράγοντες της αξιολόγησης
Ταχεία μείωση του χρέους και ενισχυμένη δημοσιονομική βιωσιμότητα. Οι δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας παραμένουν πολύ ισχυρές, υποστηριζόμενες από την εύρωστη αύξηση των εσόδων, τις διαρθρωτικές βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση και τη φορολογική συμμόρφωση, καθώς και από τη συνετή διαχείριση των δαπανών. Η Ελλάδα κατέγραψε πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 1,7% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ το 2025.
Οι δημοσιονομικές επιδόσεις παρέμειναν ανθεκτικές και το 2026, παρά το λιγότερο ευνοϊκό εξωτερικό περιβάλλον, υπογραμμίζοντας την ενίσχυση της δημοσιονομικής θέσης της Ελλάδας και τη συνεχιζόμενη προσήλωση των αρχών στη συνετή δημοσιονομική διαχείριση.
Ως αποτέλεσμα, η Scope αναμένει ότι οι δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας θα παραμείνουν μεταξύ των ισχυρότερων στην ΕΕ, με το συνολικό δημοσιονομικό πλεόνασμα να προβλέπεται περίπου στο 3% του ΑΕΠ το 2026 και το πρωτογενές πλεόνασμα περίπου στο 4,1%.
Παρότι η Scope αναμένει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα υποχωρήσει σταδιακά στο 3,7% του ΑΕΠ έως το 2027, αντανακλώντας μια ελεγχόμενη δημοσιονομική επέκταση μέσω υψηλότερων συνταξιοδοτικών δαπανών και προσωρινών μέτρων στήριξης για την ενέργεια, τα δημοσιονομικά ισοζύγια αναμένεται να παραμείνουν ισχυρά και να στηρίζουν τη συνεχιζόμενη μείωση του χρέους.
Η διαρκής ενίσχυση της φορολογικής διοίκησης, με τη στήριξη θεσμικών μεταρρυθμίσεων και της ψηφιοποίησης, έχει βελτιώσει ουσιαστικά την είσπραξη των εσόδων. Ως αποτέλεσμα αυτής της προόδου, ο λόγος των φορολογικών εσόδων προς το ΑΕΠ αυξήθηκε από 20,5% το 2009 σε περίπου 28% το 2025, ενώ τα έσοδα από τον ΦΠΑ αυξήθηκαν από 7,1% σε περίπου 9,5% του ΑΕΠ την ίδια περίοδο.
Η Scope αναμένει ότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα συνεχίσουν να στηρίζουν σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία προβλέπεται να διαμορφωθούν κατά μέσο όρο περίπου στο 3% του ΑΕΠ την περίοδο 2028-2031.
Στο 136% το χρέος το 2026 – Στο 110% έως το 2031
Τα διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα και η ευνοϊκή διαφορά μεταξύ του ρυθμού ανάπτυξης και των επιτοκίων εξακολουθούν να στηρίζουν την ταχεία αποκλιμάκωση του λόγου του δημόσιου χρέους της Ελλάδας.
Η πραγματική αύξηση του ΑΕΠ διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 2,1% την περίοδο 2023-2025, σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ, που ήταν περίπου 1%, και προβλέπεται να παραμείνει ανθεκτική, στο 1,9% το 2026 και στο 1,7% το 2027.
Σε συνδυασμό με τα συνεχιζόμενα δημοσιονομικά πλεονάσματα, η Scope αναμένει ότι αυτό θα μειώσει το δημόσιο χρέος σε περίπου 136% του ΑΕΠ το 2026, από 146,1% το 2025, με τη συνδρομή περαιτέρω πρόωρων αποπληρωμών του υφιστάμενου δημόσιου χρέους.
Η Scope προβλέπει περαιτέρω αποκλιμάκωση του λόγου του χρέους σε περίπου 110% του ΑΕΠ έως το 2031. Παρότι ο πληθωρισμός αναμένεται να παραμείνει υψηλός, στο 3,8% το 2026, προτού υποχωρήσει, η συνεχιζόμενη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ αναμένεται να προσφέρει πρόσθετη στήριξη στη μείωση του χρέους μεσοπρόθεσμα.
Η βιωσιμότητα του χρέους ενισχύεται περαιτέρω από την ιδιαίτερα ευνοϊκή διάρθρωση του ελληνικού χρέους, η οποία χαρακτηρίζεται από μεγάλες διάρκειες, χαμηλούς κινδύνους αναχρηματοδότησης, σημαντικά ταμειακά αποθέματα και υψηλό ποσοστό χρηματοδότησης από τον επίσημο τομέα με ευνοϊκούς όρους.
Περίπου το 70% του δημόσιου χρέους οφείλεται σε πιστωτές του επίσημου τομέα με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους, ενώ η σταθμισμένη μέση διάρκεια του δημόσιου χρέους ανερχόταν σε 18,3 έτη τον Ιούνιο του 2026.
Επιπλέον, τα σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα, ύψους περίπου 31 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν στο 13% του ΑΕΠ, παρέχουν σημαντικό «μαξιλάρι» έναντι της μεταβλητότητας των αγορών, ενώ οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες αναμένεται να παραμείνουν με άνεση κάτω από το 10% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα.
Οι πληρωμές τόκων ως ποσοστό των κρατικών εσόδων προβλέπεται να παραμείνουν πολύ χαμηλές τα επόμενα χρόνια, με μέσο όρο 6,8% την περίοδο 2026-2031.
Σε συνδυασμό με την ενεργητική διαχείριση του χρέους, οι παράγοντες αυτοί ενισχύουν την οικονομική δυνατότητα εξυπηρέτησής του και συγκρίνονται ευνοϊκά με πολλές χώρες που διαθέτουν σημαντικά χαμηλότερους δείκτες χρέους.
Ως αποτέλεσμα, η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους έχει ενισχυθεί ουσιαστικά, στηρίζοντας την αναβάθμιση σε BBB+, παρά το ακόμη υψηλό επίπεδο του δημόσιου χρέους.
Βελτιώνεται η ανθεκτικότητα της οικονομίας
Η βελτίωση της οικονομικής ανθεκτικότητας και των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης υποστηρίζεται από τις επενδύσεις, τις μεταρρυθμίσεις και τους ευρωπαϊκούς πόρους.
Οι οικονομικές επιδόσεις της Ελλάδας έχουν ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, παρέχοντας ολοένα περισσότερες ενδείξεις βελτιωμένης ανθεκτικότητας σε σχέση με την προ πανδημίας περίοδο.
Η πραγματική ανάπτυξη του ΑΕΠ διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 2,1% την περίοδο 2023-2025, έναντι περίπου 1% στην ΕΕ, και αναμένεται να παραμείνει ανθεκτική στο 1,9% το 2026 και στο 1,7% το 2027, παρά το δυσκολότερο εξωτερικό περιβάλλον.
Η ανάπτυξη έχει ευρεία βάση και στηρίζεται στην ισχυρή εγχώρια ζήτηση, στις υψηλές τουριστικές εισπράξεις, στην αύξηση των επενδύσεων, στη συνεχιζόμενη εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και στην απορρόφηση ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Βασικός παράγοντας της βελτίωσης των οικονομικών προοπτικών είναι η ανάκαμψη των επενδύσεων. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των μεγαλύτερων ωφελούμενων από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της ΕΕ, σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας της, με τις επενδύσεις να στηρίζουν τον εκσυγχρονισμό των υποδομών, την ψηφιοποίηση και την πράσινη μετάβαση.
Οι μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, στη φορολογία και στο επιχειρηματικό περιβάλλον έχουν ενισχύσει περαιτέρω τις επενδυτικές συνθήκες. Έως τον Ιούνιο του 2026, η Ελλάδα είχε λάβει 24,6 δισ. ευρώ από το RRF, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο 70% των διαθέσιμων κονδυλίων, γεγονός που, σύμφωνα με τη Scope, αντανακλά ισχυρή ικανότητα υλοποίησης και συνεχιζόμενη προσήλωση στην εφαρμοζόμενη πολιτική.
Οι εξελίξεις αυτές στηρίζουν μια πιο ευνοϊκή αξιολόγηση της οικονομικής ανθεκτικότητας και των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης της Ελλάδας. Παραμένει, ωστόσο, αβεβαιότητα ως προς τον βαθμό στον οποίο η πρόσφατη αύξηση των επενδύσεων θα μεταφραστεί σε διατηρήσιμη βελτίωση της παραγωγικότητας, σε οικονομική δραστηριότητα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας και σε μεγαλύτερη εξαγωγική ανταγωνιστικότητα.
Τι εκτιμά για τις εκλογές του 2027
Η Scope αναμένει επίσης ευρεία συνέχεια στην ασκούμενη πολιτική μετά τις βουλευτικές εκλογές που είναι προγραμματισμένες για το 2027.
Παρότι οι τρέχουσες δημοσκοπήσεις υποδηλώνουν ότι ο σχηματισμός κυβέρνησης θα μπορούσε να γίνει πιο σύνθετος, ο κίνδυνος σημαντικών ανατροπών στην ασκούμενη πολιτική εμφανίζεται περιορισμένος.
Οι ισχυρές δημοσιονομικές και οικονομικές επιδόσεις των τελευταίων ετών έχουν ενισχύσει την αξιοπιστία του υφιστάμενου πλαισίου πολιτικής, ενώ η ευρεία πολιτική συναίνεση γύρω από βασικές δημοσιονομικές και οικονομικές προτεραιότητες στηρίζει τη συνέχεια της πολιτικής.
Η συνεχιζόμενη εφαρμογή των επενδυτικών προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ και το δημοσιονομικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενισχύουν περαιτέρω τη δέσμευση στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και στις συνετές δημοσιονομικές πολιτικές.
Οι προκλήσεις: Υψηλό χρέος, χαμηλή δυνητική ανάπτυξη και εξωτερικές ευπάθειες
Το βάρος του ελληνικού δημόσιου χρέους παραμένει μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρωζώνη και εξακολουθεί να περιορίζει το πιστωτικό προφίλ της χώρας σε σύγκριση με κράτη που διαθέτουν υψηλότερη αξιολόγηση.
Η ανάλυση βιωσιμότητας χρέους της Scope καταδεικνύει συνεχή και ανθεκτική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, η οποία υποστηρίζεται από διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα, που αναμένεται να διαμορφωθούν κατά μέσο όρο περίπου στο 3% του ΑΕΠ την περίοδο 2026-2031, από την ευνοϊκή σχέση ανάπτυξης και επιτοκίων και από την ευνοϊκή διάρθρωση του χρέους με μέτριο κόστος τόκων.
Στο βασικό σενάριο, το δημόσιο χρέος προβλέπεται να υποχωρήσει από 145,7% του ΑΕΠ το 2025 σε 110% έως το 2031.
Ωστόσο, η Scope αναμένει ότι ο ρυθμός αποκλιμάκωσης του χρέους θα επιβραδυνθεί σταδιακά, καθώς θα μετριάζεται η ονομαστική ανάπτυξη, θα ομαλοποιείται το κόστος δανεισμού και θα γίνονται πιο αισθητές οι πιέσεις στις δαπάνες λόγω της γήρανσης του πληθυσμού.
Ως αποτέλεσμα, τα επίπεδα του χρέους είναι πιθανό να παραμείνουν υψηλά σε σχέση με άλλες χώρες αντίστοιχης αξιολόγησης για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, περιορίζοντας τη δημοσιονομική ευελιξία και καθιστώντας την Ελλάδα περισσότερο ευάλωτη σε δυσμενείς διαταραχές από χώρες με υψηλότερη πιστοληπτική αξιολόγηση.
Ένας ακόμη περιοριστικός παράγοντας για την αξιολόγηση είναι το ακόμη μέτριο δυνητικό ποσοστό ανάπτυξης της Ελλάδας, το οποίο εκτιμάται περίπου στο 1,3%.
Οι διαρθρωτικές προκλήσεις, μεταξύ των οποίων η γήρανση του πληθυσμού, τα χαμηλά επίπεδα παραγωγικότητας, οι περιορισμοί στην αγορά εργασίας και η περιορισμένη διαφοροποίηση της οικονομίας, εξακολουθούν να επιβαρύνουν τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης.
Παρότι οι επενδύσεις έχουν επιταχυνθεί σημαντικά, με τη στήριξη προγραμμάτων χρηματοδοτούμενων από την ΕΕ, της αύξησης των άμεσων ξένων επενδύσεων και της εφαρμογής μεταρρυθμίσεων, απαιτούνται περισσότερες ενδείξεις ότι οι επενδύσεις αυτές θα οδηγήσουν σε μόνιμη αύξηση της παραγωγικότητας, θα ενισχύσουν την παραγωγική ικανότητα της οικονομίας και θα αυξήσουν με διατηρήσιμο τρόπο τη δυνητική ανάπτυξη.
Τέλος, η εξωτερική θέση της Ελλάδας παραμένει σημαντικά ασθενέστερη από εκείνη των περισσότερων συγκρίσιμων χωρών και εξακολουθεί να αποτελεί περιοριστικό παράγοντα για την πιστοληπτική αξιολόγηση.
Τα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να παραμείνουν υψηλά, περίπου στο 5%-6% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, λόγω των διαρθρωτικά χαμηλών εγχώριων αποταμιεύσεων, της ισχυρής ζήτησης για εισαγωγές που σχετίζονται με επενδύσεις και της συνεχιζόμενης εξάρτησης από τις εισαγωγές ενέργειας.
Ως αποτέλεσμα, η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση (NIIP) της Ελλάδας παραμένει μεταξύ των ασθενέστερων στην Ευρωζώνη, στο -142% του ΑΕΠ το 2025, αντανακλώντας το μεγάλο απόθεμα εξωτερικών υποχρεώσεων.
Αυτό καθιστά την οικονομία περισσότερο εξαρτημένη από την εξωτερική χρηματοδότηση και περισσότερο ευάλωτη σε δυσμενείς μεταβολές των συνθηκών εξωτερικής χρηματοδότησης σε σχέση με χώρες υψηλότερης πιστοληπτικής αξιολόγησης.
Μια διατηρήσιμη μείωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών και η σταδιακή ενίσχυση της καθαρής διεθνούς επενδυτικής θέσης θα βελτίωναν την εξωτερική ανθεκτικότητα της Ελλάδας και θα στήριζαν ένα ισχυρότερο πιστωτικό προφίλ μεσοπρόθεσμα.
Τι θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα αναβάθμιση ή υποβάθμιση
Οι Σταθερές Προοπτικές αντανακλούν την εκτίμηση της Scope ότι οι κίνδυνοι για την αξιολόγηση κατά τους επόμενους 12 έως 18 μήνες είναι ισορροπημένοι.
Τα σενάρια που θα μπορούσαν, μεμονωμένα ή συνδυαστικά, να οδηγήσουν σε αναβάθμιση της αξιολόγησης και των προοπτικών είναι:
-Διαρθρωτική ενίσχυση του αναπτυξιακού δυναμικού της Ελλάδας, η οποία θα αποτυπώνεται στη συνεχιζόμενη εφαρμογή μεταρρυθμίσεων, στις ισχυρότερες επενδύσεις και στην αύξηση της παραγωγικότητας.
-Διατηρήσιμη βελτίωση της εξωτερικής θέσης της χώρας.
-Διατηρήσιμη βελτίωση των δημοσιονομικών θεμελιωδών μεγεθών, η οποία θα οδηγούσε σε ουσιαστικά χαμηλότερο βάρος του δημόσιου χρέους.
Αντίστοιχα, τα σενάρια που θα μπορούσαν, μεμονωμένα ή συνδυαστικά, να οδηγήσουν σε υποβάθμιση είναι:
-Ουσιαστική επιδείνωση των δημοσιονομικών θεμελιωδών μεγεθών, η οποία θα οδηγούσε σε διατηρήσιμη απόκλιση από την προβλεπόμενη πορεία μείωσης του χρέους και σε επιδείνωση των δεικτών βιωσιμότητας του χρέους.
-Διαρκής αποδυνάμωση της οικονομικής ανθεκτικότητας και των προοπτικών ανάπτυξης, η οποία θα αποτυπωνόταν σε αναστροφή της προόδου των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, χαμηλότερες επενδύσεις και ασθενέστερη αύξηση της παραγωγικότητας.
Αποδυνάμωση της εξωτερικής θέσης της χώρας.
Το ποσοτικό μοντέλο της Scope
Το Sovereign Quantitative Model (SQM) της Scope, το οποίο αξιολογεί τα βασικά θεμελιώδη μεγέθη πιστοληπτικής ικανότητας ενός κράτους, δίνει μια πρώτη ενδεικτική αξιολόγηση «bbb» για την Ελλάδα, η οποία εγκρίθηκε από την επιτροπή αξιολόγησης.
Με βάση τη μεθοδολογία της Scope, η ενδεικτική αξιολόγηση λαμβάνει:
θετική προσαρμογή κατά μία βαθμίδα λόγω της μεθοδολογικής προσαρμογής που σχετίζεται με το αποθεματικό νόμισμα και
καμία αρνητική προσαρμογή από τον ποσοτικό παράγοντα πολιτικού κινδύνου της μεθοδολογίας.
Σε αυτή τη βάση, η τελική ποσοτική αξιολόγηση του SQM διαμορφώνεται σε «bbb+» και στη συνέχεια εξετάζεται μέσω του Qualitative Scorecard (QS), το οποίο μπορεί να μεταβάλει την αξιολόγηση έως και κατά τρεις βαθμίδες, ανάλογα με το μέγεθος των ποιοτικών πιστωτικών πλεονεκτημάτων ή αδυναμιών της Ελλάδας σε σύγκριση με μια ομάδα αντίστοιχων κρατών.
Η Scope εντόπισε ως συγκριτικά πιστωτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας:
-το πλαίσιο δημοσιονομικής πολιτικής,
-το προφίλ του χρέους και τη βάση των επενδυτών,
-τη διάρθρωση του εξωτερικού χρέους και
-τους παράγοντες διακυβέρνησης.
Αντίθετα, ως συγκριτικές πιστωτικές αδυναμίες προσδιορίζει:
-το αναπτυξιακό δυναμικό και τις προοπτικές,
-τη μακροοικονομική σταθερότητα και βιωσιμότητα,
-την ανθεκτικότητα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και
τους περιβαλλοντικούς παράγοντες.
Συνολικά, το QS δεν επιφέρει καμία πρόσθετη προσαρμογή στην πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας, με αποτέλεσμα η τελική μακροπρόθεσμη αξιολόγηση του εκδότη να διαμορφώνεται σε BBB+.
Η επιτροπή αξιολόγησης συζήτησε και επιβεβαίωσε τα αποτελέσματα αυτά.
Περιβαλλοντικοί, κοινωνικοί και παράγοντες διακυβέρνησης – ESG
Η Scope ενσωματώνει ρητά τους παράγοντες ESG στη διαδικασία αξιολόγησής της μέσω του αυτοτελούς πυλώνα κρατικού κινδύνου ESG της μεθοδολογίας της, ο οποίος έχει σημαντική στάθμιση 20% τόσο στο ποσοτικό μοντέλο SQM όσο και στην ποιοτική αξιολόγηση QS.
Λόγω της υψηλής περιβαλλοντικής ευπάθειας της χώρας και των σημαντικών επενδύσεων που απαιτούνται για την αντιμετώπιση των κινδύνων της μετάβασης και των φυσικών κινδύνων, η Scope αξιολογεί τους περιβαλλοντικούς παράγοντες ως «Αδύναμους» (Weak).
Η Ελλάδα εξακολουθεί να εξαρτάται από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, ιδίως πετρέλαιο και φυσικό αέριο, γεγονός που την εκθέτει σε κινδύνους που σχετίζονται με την ενεργειακή ασφάλεια και την ενεργειακή μετάβαση.
Η χώρα αντιμετωπίζει επίσης αυξημένη έκθεση σε φυσικούς κλιματικούς κινδύνους, όπως δασικές πυρκαγιές, καύσωνες, ξηρασίες και πλημμύρες, οι οποίοι δημιουργούν ολοένα μεγαλύτερες περιβαλλοντικές προκλήσεις για τις υποδομές, τον τουρισμό, τη γεωργία και τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα της οικονομίας.
Ταυτόχρονα, η Ελλάδα έχει ενισχύσει το πλαίσιο της κλιματικής πολιτικής της μέσω του Κλιματικού Νόμου και του επικαιροποιημένου Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), τα οποία θέτουν φιλόδοξους στόχους για τη μείωση των εκπομπών και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στηρίζουν τη συνεχιζόμενη απανθρακοποίηση.
Παρότι έχει σημειωθεί αξιοσημείωτη πρόοδος στη μείωση των εκπομπών και στην επέκταση της δυναμικότητας των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές ανάγκες προσαρμογής και επενδύσεων.
Η Scope θεωρεί ότι οι κοινωνικοί κίνδυνοι και οι σχετικές πολιτικές αντιμετώπισής τους στην Ελλάδα είναι σε γενικές γραμμές ισορροπημένοι, με αποτέλεσμα αξιολόγηση «Ουδέτερη» (Neutral).
Η συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό παραμένει μέτρια σε σχέση με ορισμένες άλλες χώρες της Ευρωζώνης και εξακολουθούν να υφίστανται κοινωνικές ανισότητες μεταξύ συγκεκριμένων πληθυσμιακών ομάδων.
Οι προκλήσεις αυτές αντισταθμίζονται από τις σε γενικές γραμμές επαρκείς δημόσιες υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων της υγειονομικής περίθαλψης, της εκπαίδευσης και των συστημάτων κοινωνικής προστασίας, καθώς και από μέτρα πολιτικής που αποσκοπούν στην ενίσχυση της κοινωνικής ένταξης και στην αντιμετώπιση των περιορισμών της αγοράς εργασίας.
Τέλος, η Scope αξιολογεί τους παράγοντες διακυβέρνησης της Ελλάδας ως «Ισχυρούς» (Strong), αντανακλώντας το σταθερό θεσμικό πλαίσιο, τη συνεχιζόμενη μεταρρυθμιστική κατεύθυνση και την ευνοϊκή κατεύθυνση της πολιτικής.
Η Ελλάδα επωφελείται από ένα σταθερό πολιτικό περιβάλλον και από την ισχυρή θεσμική της ενσωμάτωση στην Ευρωζώνη.
Η χώρα έχει διατηρήσει τη μεταρρυθμιστική δυναμική τα τελευταία χρόνια, με βελτιώσεις στη δημόσια διοίκηση, στην είσπραξη φόρων, στην ψηφιοποίηση και στην αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα, ενισχύοντας την ικανότητα εφαρμογής πολιτικών και τη θεσμική αποτελεσματικότητα.
Οι παράγοντες αυτοί στηρίζουν την προβλεψιμότητα της πολιτικής, την αποτελεσματική οικονομική διαχείριση και την ικανότητα της κυβέρνησης να εφαρμόζει διαρθρωτικές και δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις όταν απαιτείται.
ot.gr
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις