ΛΑΡΙΣΑΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ
Άμεση ανάλυση από τη συνέντευξη του Μητσοτάκη στη ΔΕΘ: Χαλαρός παρά το αρνητικό κλίμα

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης
Του απεσταλμένου μας στη ΔΕΘ, Ανδρέα Γιουρμετάκη
ΑΣ υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε στη θέση του πρωθυπουργού, όσοι συμμετείχαμε στη συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης και όσοι την παρακολουθήσαμε μέσω του τηλεοπτικού μας δέκτη, από τον καναπέ του σπιτιού μας.
ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ότι στις δύο τελευταίες δημοσκοπήσεις, της Marc τον Ιούλιο του 2026 και της Metron Analysis τον Ιούνιο του 2026, το ποσοστό των Ελλήνων πολιτών που αξιολογεί αρνητικά ή μάλλον αρνητικά το κυβερνητικό έργο κυμαίνεται μεταξύ 63,7% (Marc) και 69% (Metron Analysis), θα πηγαίναμε στο Βελλίδειο με πολύ βαριά καρδιά.
ΠΟΣΟ μάλλον όταν θα έπρεπε να δώσουμε πειστικές απαντήσεις σε εκπροσώπους Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, μερικά από τα οποία μας αντιμετωπίζουν διαρκώς επικριτικά και κάποιοι άλλοι απολύτως εχθρικά, για λόγους που μόνο οι ιδιοκτήτες τους γνωρίζουν.
ΕΠΙΠΛΕΟΝ, εάν ήμασταν στη θέση του Κυριάκου Μητσοτάκη, θα πηγαίναμε με ακόμη πιο βαριά καρδιά στη συνέντευξη Τύπου, αν γνωρίζαμε ότι ένα μεγάλο τμήμα του στελεχιακού δυναμικού του κόμματος και επιφανείς προσωπικότητές του είναι τόσο εχθρικά διακείμενοι απέναντί μας. Ότι, παραδείγματος χάριν, ο ένας πρώην πρωθυπουργός και πρόεδρος του κόμματος ετοιμάζεται να κατέβει στην πολιτική στα 75 του για να μας στερήσει τη χαρά της αυτοδυναμίας και ότι ο άλλος πρώην πρωθυπουργός και πρόεδρος του κόμματός μας, προτίμησε να παρουσιάσει ένα βιβλίο για τον Δομάζο και τον Αντωνιάδη την ημέρα των πρωθυπουργικών εξαγγελιών στη ΔΕΘ, ώστε να καταγραφεί εμφατικά στην κοινή γνώμη η απουσία του από την πρωθυπουργική φιέστα. Ότι, επίσης, ο προαλειφόμενος ως διάδοχός μας υπουργός της παρούσας κυβέρνησης, Νίκος Δένδιας, θα φρόντιζε να απουσιάσει για μία ακόμη φορά από κορυφαία εκδήλωση της κυβέρνησης και του κόμματος.
ΤΟΥΤΩΝ δοθέντων, συνέντευξη Τύπου πρωθυπουργού σε τόσο αρνητικό κλίμα για την κυβέρνησή του και κυρίως για τον ίδιο, προσωπικά έχω να θυμηθώ από την τελευταία συνέντευξη του Κώστα Σημίτη στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης το 2003. Ήταν το κύκνειο άσμα του τότε πρωθυπουργού, καθώς, ως γνωστόν, λίγους μήνες αργότερα το ΠΑΣΟΚ έχασε τις εκλογές και ήρθε η Νέα Δημοκρατία του Κώστα Καραμανλή να αναλάβει την εξουσία και να γράψει τη δική της σελίδα στη σύγχρονη ελληνική ιστορία.
ΘΑ ΕΧΕΙ άραγε την τύχη του Κώστα Σημίτη ο Κυριάκος Μητσοτάκης; Θα είναι αυτή η τελευταία του συνέντευξη Τύπου ως πρωθυπουργού στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης; Κατηγορηματικά θα τολμούσα να πω όχι. Κι αυτό γιατί, ενώ έχει απέναντί του α) τουλάχιστον το 65% της ελληνικής κοινωνίας, β) τους δύο πρώην πρωθυπουργούς του κόμματός του και τον πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας και γ) το σύνολο σχεδόν των βαρόνων της ελληνικής οικονομίας και του Τύπου, το μόνο από το οποίο φαίνεται να απειλείται είναι, κατά γενική ομολογία, η απώλεια της αυτοδυναμίας!
ΑΥΤΟ εξηγεί γιατί στη συνέντευξη Τύπου εμφανίστηκε με μια γλώσσα του σώματος που παρέπεμπε σε πολιτικό ο οποίος δεν νιώθει ιδιαίτερα απειλούμενος. Σχεδόν άνετος, με διάθεση να απαντήσει σε όλα τα ερωτήματα. Χαριεντιζόμενος, μάλιστα, σε μερικές περιπτώσεις και με ειρωνική διάθεση. «Μου ζητάτε να παραιτηθώ από την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, κυρία Φασουλάκη;», ήταν η απάντησή του προς τη δημοσιογράφο του MEGA Channel. «Χαίρομαι που αναγνωρίζετε ότι η Νέα Δημοκρατία θα είναι πρώτο κόμμα στις εκλογές, κύριε Μόσκοβα», είπε προς τον εκπρόσωπο του Πρώτου Θέματος.
ΝΑΙ, ο Μητσοτάκης ξέρει ότι είναι στο στόχαστρο όλων εδώ και πολύ καιρό. Το έχει ξαναζήσει, άλλωστε, στις εκλογές του 2023. Ξέρει ότι αυτοί που θέλουν να «φύγει ο Κούλης» είναι πολλοί περισσότεροι από αυτούς που θέλουν να πέσει η κυβέρνηση. Ξέρει ότι έχει αντίπαλο τη φθορά του χρόνου, άρα ένα αυξημένο φορτίο αμφισβήτησης σε σχέση με το 2023. Ξέρει ότι βαρύνεται με πολλά. Με καθυστερήσεις στην υλοποίηση του μεταρρυθμιστικού προγράμματος που υποσχέθηκε. Με σκάνδαλα που πλήγωσαν την κυβέρνηση, την αξιοπιστία της και το πολιτικό του προφίλ. Με εσωκομματική γκρίνια για όσα του καταλογίζουν σε σχέση με την «ψυχή της παράταξης».
ΝΙΩΘΕΙ την πίεση μιας κοινωνίας που ταλαιπωρείται εδώ και τέσσερα χρόνια από την ακρίβεια και το υψηλό κόστος ζωής. Ξέρει ότι το συντηρητικότερο τμήμα του κόμματός του δεν νιώθει καλά με το ποσοστό της «πασοκοποίησης» της κυβέρνησής του. Ούτε με τη σύγχρονη θεώρηση του θεσμού της οικογένειας.
ΞΕΡΕΙ, ωστόσο, ότι πάνω απ’ όλα στον πολιτικό ορίζοντα δεν υπάρχει αντίπαλος. Ότι δεν υπάρχει απέναντί του εκείνος ο πολιτικός που θα κεφαλαιοποιήσει τη δυσαρέσκεια της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στον ίδιο και την κυβέρνησή του και θα εκπροσωπήσει την ελπίδα μιας πιθανής ανατροπής.
ΕΠΙΣΗΣ, ξέρει ότι, για ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, ο δυνάμει αντίπαλός του, Αλέξης Τσίπρας, βαρύνεται με πολύ περισσότερα από τον ίδιο, όση προσπάθεια κι αν καταβάλει μέσω του υποτιθέμενου rebranding για να ξεχαστούν. Βλέπει στις δημοσκοπήσεις όχι μόνο τα ποσοστά του κόμματός του στην πρόθεση ψήφου, αλλά κυρίως τη θέση του καθενός από τους αντιπάλους του στον δείκτη κυβερνησιμότητας.
ΑΥΤΟ τον κάνει να πιστεύει ότι «όπως το 2023 οι δημοσκοπήσεις έδειχναν τη Νέα Δημοκρατία στο 35%-36% και στο τέλος πήρε 41%», έτσι και αυτή τη φορά το εκλογικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να προεξοφληθεί. Επειδή, όμως, ποτέ κανείς δεν είναι σίγουρος, φροντίζει να θέσει το δίλημμα όσο πιο εμφατικά γίνεται, χρησιμοποιώντας τον κίνδυνο της ακυβερνησίας μέσα σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον.
ΣΕ ΚΑΜΙΑ περίπτωση δεν έδειξε να νιώθει ιδιαίτερη πίεση από τα δημοσιογραφικά ερωτήματα. Ακόμη και όταν τέθηκαν εκείνα που θα έπρεπε να τον ενοχλήσουν, δεν παρασύρθηκε από τα συναισθήματά του. Ήταν σκληρός απέναντι στον Σαμαρά, ήπιος και διαλλακτικός απέναντι στον Κώστα Καραμανλή.
ΔΕΝ ΘΕΛΗΣΕ να προκαλέσει με τις απαντήσεις του στα ερωτήματα που αφορούσαν τη woke ατζέντα, την οποία απέκλεισε κοφτά με τη φράση «δεν υπάρχει woke ατζέντα στην Ελλάδα». Υπήρξε ιδιαιτέρως απαξιωτικός για τον Αλέξη Τσίπρα, αλλά και για τον Νίκο Ανδρουλάκη, και μετρίως αυτοκριτικός όταν του ζητήθηκε να αναγνωρίσει τα λάθη του: ΟΠΕΚΕΠΕ, πανεπιστημιακή αστυνομία, τεκμήρια, βραδεία πορεία του κυβερνητικού έργου και λοιπά. Φρόντισε, πάντως, να μη βάλει στο στόχαστρο τον εαυτό του. «Άλλο αυτοκριτική», είπε, «και άλλο αυτομαστίγωμα».
ΣΕ ΓΕΝΙΚΕΣ γραμμές, του πήγε καλά η συνέντευξη. Γιατί όχι; Η πολιτική μας ηγεσία ακούει πολύ χειρότερα στη Βουλή απ’ ό,τι ακούει στις συνεντεύξεις Τύπου. Είναι προετοιμασμένη, άραγε, για τα χειρότερα.
ΣΤΟ ΚΑΛΟ κλίμα βοήθησε, ωστόσο, και το γεγονός ότι ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δεν έδωσε ερώτηση σε ενοχλητικά για την κυβέρνηση μέσα, όπως η «Εστία» και η «Δημοκρατία» από τον χώρο της σκληρής δεξιάς, καθώς και η «Αυγή» και το «Documento» από τον χώρο της αριστερής αντιπολίτευσης. Υποθέτω ότι δεν θα άλλαζε κάτι θεαματικά, καθώς ούτε η ερώτηση του «Ριζοσπάστη» για τους εξοπλισμούς και το ΝΑΤΟ, ούτε η ερώτηση της «Εφημερίδας των Συντακτών» για το θέμα των υποκλοπών, ούτε το θέμα των Τεμπών, που τέθηκε αργότερα, άλλαξαν το κλίμα.
ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ, η συνέντευξη του πρωθυπουργού επιβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση έχει εισέλθει σε τροχιά μακράς προεκλογικής περιόδου. Σε γενικές γραμμές, ο Κυριάκος Μητσοτάκης φεύγει από τη Θεσσαλονίκη αρκετά ικανοποιημένος, βοηθούντων και των στοχευμένων μέτρων που ανακοίνωσε στα εγκαίνια της Διεθνούς Έκθεσης, προκειμένου να κλείσει τις «τρύπες» που διαπιστώνουν οι μετρήσεις στις σχέσεις της κυβέρνησης με το κοινωνικό σώμα.
ΤΟ ΑΝ η ικανοποίησή του βρίσκει αντιστοίχιση στην ελληνική κοινωνία θα φανεί στις δημοσκοπήσεις που θα αρχίσουν από αύριο κιόλας να βλέπουν το φως της δημοσιότητας.
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις





