ΛΑΡΙΣΑΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ
Η νύχτα της Λάρισας που δεν υπάρχει πια – Ξύλο, λεφτά και ουρές έξω από το Αμαρυλλίς

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης
«Δεκαπενταύγουστος ήταν θαρρώ…» – έχει μεγάλο ενδιαφέρον κάθε φορά να βρεις την αρχή της ιστορίας· είναι μια πρόκληση. Το σκέφτομαι και διασκεδάζω. Ξανακούω και ξαναδιαβάζω το υλικό και καταλαβαίνω ότι έχω μπει σε αυτή την παιχνιδιάρικη διάθεση… Δεν είναι και δύσκολο μετά από μια ώρα με τον Θανάση Φροξυλιά. Έντονη προσωπικότητα. Πληθωρική.
Ήταν όντως ανήμερα Δεκαπενταύγουστουκαι στην παρέα κάποιος αναφέρει τον πεθερό του. Με κοιτάζει, σαν να είχε μια αναλαμπή της στιγμής, και μου λέει «από τον πεθερό μου πρέπει να πάρεις συνέντευξη, είχε το Αμαρυλλίς στη στοά δίπλα στο Stefanis. Εκεί να δεις ιστορίες της νύχτας!».
Της Εύης Μποτσαροπούλου
Όταν τον πήρα τηλέφωνο για να βρεθούμε μου λέει «δεν ξέρω αν θα προλάβω, είμαι πολύ πολυάσχολος». Μου φάνηκε λίγο περίεργο. Του δώσα το χώρο του και τον χρόνο του. Του πεθερού. Βασικά δεν είχα καμιά απολύτως ιδέα ούτε ποιος ήταν ο υποψήφιος συνομιλητής μου, ούτε ποιο ήταν το Αμαρυλλίς στη Λάρισα. Κάτι στη φωνή του με έκανε να το αφήσω έτσι, να μην ψάξω τίποτα. Να πάω στη συνάντηση εντελώς αδαής. Χωρίς φίλτρο. Να απολαύσω την όποια έκπληξη.
Του το λέω όταν βρισκόμαστε. Ότι δεν ξέρω ουσιαστικά γιατί θα μιλήσουμε. Δεν δίνει καμία σημασία. Με διορθώνει στη μοναδική πληροφορία που έχω· είναι λάθος. Το Αμαρυλλίς δεν ήταν μέσα στη στοά. Βρισκόταν στην οικοδομή επί της Μεγάλου Αλεξάνδρου δίπλα στη στοά του Stefanis. «Από κάτω ήταν τα λουλούδια Παπάζογλου. Η είσοδος ήταν δίπλα στο μαγαζί. Από τη Μεγάλου Αλεξάνδρου ανέβαινες τις σκάλες για τον πρώτο όροφο».
Πρέπει κάπως να ξεκινήσω.
Τον ρωτάω για το όνομα. «Ένας δημοσιογράφος που ασχολούνταν με τα αθλητικά μάς το ανέφερε. Η Αμαρυλλίς ήταν μια γυναίκα που έζησε πολύ έντονα τη ζωή της και μετά αυτοκτόνησε. Το ότι αυτοκτόνησε με προβλημάτισε λίγο στην αρχή… επιχείρηση πηγαίναμε να ανοίξουμε, αλλά μας άρεσε τελικά». Μάλλον εννοεί την Amaryllis Garnett (1943-1973), Αγγλίδα ηθοποιό από τον περίφημο κύκλο του Bloomsbury, που έζησε μια έντονη, αντισυμβατική ζωή και πέθανε μόλις στα 29 της στον Τάμεση. Η οικογένειά της πίστευε ότι επρόκειτο για αυτοκτονία.
Το δικό μας Αμαρυλλίς ξεκινά τον Ιούνιο του 1992 και φτάνει περίπου μέχρι το 2001. Στο χώρο που πριν ήταν το Σαλούν Παριζιέν, το πιάνο μπαρ. Εκείνος αποχώρησε νωρίτερα, το 1999.

Δύο συνέταιροι: ο Θανάσης Φροξυλιάς, 23 ετών, και ο Κώστας Κουταλιάς, 30. «Πολύ καλός ο Κώστας, πιο ήπιος από μένα. Ψηλός και ομορφόπαιδο». Κανένας τους δεν είχε ασχοληθεί μέχρι τότε με τη νύχτα ή την εστίαση. Ο Θανάσης, μόλις είχε τελειώσει τον στρατό, είχε ήδη προλάβει να στήσει επιχείρηση με αντιπροσωπείες προϊόντων και πωλητές πολύ μεγαλύτερους από εκείνον. «Είμαι δραστήριος από μικρός. Κάνω δουλειές. Και πετυχαίνω συνέχεια, δόξα τω Θεώ».
Το μαγαζί το πήραν τον Ιούνιο, αλλά δεν βιάστηκαν να το ανοίξουν. «Θέλαμε να το γνωρίσουμε σαν χώρο. Περίμενε πολλά από εμάς κι εμείς από αυτόν». Για ένα διάστημα λειτουργούσε σχεδόν δοκιμαστικά, με φίλους, μέχρι να αποφασίσουν τι ήθελαν να κάνουν. Τον Σεπτέμβριο ήταν έτοιμο.
Ο χώρος ήταν μεγάλος, περίπου 230 τετραγωνικά, ενιαίος. Στο κέντρο έστησαν δύο μπαρ και δύο μεγάλους, αληθινούς φοίνικες. Ο DJ, ο Μάρκος, ένας Γερμανός που είχε βρεθεί στη Λάρισα, δεν ήταν κρυμμένος σε κάποιο booth· βρισκόταν στο ίδιο επίπεδο με τον κόσμο, πίσω από ένα μπαρ σαν «μισοφέγγαρο». Αυτά τα σημεία ο Θανάσης τα αποκαλεί «μαγιά»: μόλις γέμιζαν, όλο το μαγαζί έδειχνε ζωντανό.
Και τότε βγήκε στον αέρα του Heat FM το διαφημιστικό σποτ του Βασίλη Βάιλα. «Μία, δύο, τρεις, το λένε Αμαρυλλίς, με Γερμανό DJ που σου παίρνει τα μυαλά…», κάτι τέτοια έλεγε. «Πω πω, τι μου θύμισες τώρα;». Ήταν πιασάρικο, σου κολλούσε στο μυαλό.
Και το Αμαρυλλίς άνοιξε.
«Κατά περίεργο τρόπο, γεμίσαμε από την πρώτη στιγμή. Δεν μπορούσες να μπεις μέσα. Και από εκείνη τη μέρα μέχρι που αποχώρησα εγώ, μετά από επτά χρόνια, για να μπεις έπρεπε ή να έχεις μέσο ή να κοινωνήσεις πρώτα!». Επτά μέρες την εβδομάδα. «Ανοίγαμε δέκα η ώρα. Εμείς πηγαίναμε από τις εννιά, ετοιμάζαμε τα παιδιά στα μπαρ, τις κοπέλες. Στις δέκα ξεκινούσε η μουσική και στις έντεκα είχαμε γεμίσει. Χαμός. Τρελαθήκαμε. Δεν το περιμέναμε. Μας ήρθε παράξενο».
Μέχρι και ο προηγούμενος ιδιοκτήτης, που τους είχε πουλήσει ένα μαγαζί χωρίς πια ιδιαίτερη κίνηση, ερχόταν να δει τι συνέβαινε. «Μας παρακαλούσε να του το δώσουμε πίσω».
Με κοιτάζει και γελάει. «Πολύ ωραία χρόνια» μου λέει. «Ο κόσμος είχε λεφτά και μπορούσε να μπει μέσα. Το χρήμα κυκλοφορούσε περισσότερο απ’ ό,τι τώρα. Είχαν όλοι λεφτά στο παντελόνι και πίνανε. Άλλος έκανε τον μάγκα, άλλος νόμιζε ότι θα γίνει Σούπερμαν μόλις έπινε κάνα ποτό, άλλος δεν ήθελε να πληρώσει. Είχαμε φασαρίες, είχαμε προστασία, είχαμε μπράβους. Είχαμε νοσοκομεία, είχαμε δικαστήρια, είχαμε διάφορα. Ήταν σκληρή η νύχτα. Τώρα είναι ήσυχα τα πράγματα…»

Ιστορίες της νύχτας…
«Εγώ τότε έκανα προπόνηση για το βράδυ» μου λέει. «Τι εννοείς;» του λέω. Μου εξηγεί πως έκανε χρόνια προπόνηση, αλλά όταν άνοιξε το Αμαρυλλίς πήγαινε κάθε μεσημέρι στο κλειστό και έκανε μποξ. «Πήγαινα, έκανα προπόνηση στον σάκο. Πλέον με ξέρανε όλοι οι παλαιστές και οι πυγμάχοι… Μετά από τέσσερα-πέντε χρόνια, ένα βράδυ πάω σπίτι και λέω στην Ελένη, τη γυναίκα μου: «Ελένη, δεν μπορώ άλλο. Δεν το αντέχω αυτό. Δεν πάει… Δεν γινόταν φασαρία κάθε βράδυ βέβαια. Αλλά όταν είχαμε ησυχία το λέγαμε: Τι ωραία περάσαμε σήμερα!»
Τον τσιγκλάω αρκετά να μου πει ιστορίες της νύχτας. Από αυτές με τις φασαρίες, το ξύλο, την αστυνομία, τα νοσοκομεία. Θέλει και δεν θέλει να πει. Το ξεκινάει αλλιώς. Μου λέει πως ήταν καλά παιδιά σαν ιδιοκτήτες… «Δεν ήμασταν παλιόμαγκες, δεν τις γουστάραμε τις φασαρίες. Ήμασταν με τις γραβάτες μας, με τις καμπαρντίνες μας, ήμασταν κιμπάρηδες Αλλά δεν ανεχόμασταν πολλά-πολλά. Είναι αλήθεια. Κι εγώ ήμουν λίγο αψύς τότε. Θα μπορούσαμε να είχαμε αποφύγει αρκετά πράγματα. Έβραζε και εμάς το αίμα. Ήταν και η εποχή τέτοια τότε…». Ο Θανάσης στην αρχή ούτε καν έπινε. Δεν το άντεχε αλκοόλ. «Και μόλις μπήκα σε αυτόν τον χώρο, μέσα σε ένα εξάμηνο αν δεν έπινα ένα μπουκάλι κάθε βράδυ, δεν πήγαινα σπίτι».
Ούτε κατά τη συνάντηση μας πίνει. Εκείνος καφέ, εγώ κοκτέιλ. Αλλά έχει χαλαρώσει κι άλλο. Και κάπου εκεί αρχίζουν να έρχονται οι ιστορίες. Η μία φέρνει την άλλη.
Ένα βράδυ μπήκαν στο Αμαρυλλίς πέντε νεαροί. «Μορφωμένα παιδιά, πανεπιστημίου, με πτυχία», μου διευκρινίζει. Αλλά, ενοχλούσαν τον κόσμο. Πήγε να τους ηρεμήσει, τους κέρασε και καφέ. Δεν έπιασε. Η βραδιά κατέληξε σε καυγά, αστυνομία, καταθέσεις και αργότερα δικαστήριο. Ένας από αυτούς εμφανίστηκε την επόμενη μέρα στην τηλεόραση· ήταν στα αγροτικά μπλόκα. «Τον βλέπω με μια μύτη σαν μελιτζάνα αργίτικη και μια γάζα…». Η υπόθεση έκλεισε με αποζημίωση 300.000 δραχμών.
Μια άλλη φορά τέσσερις αξιωματικοί της Αεροπορίας ήπιαν, δεν ήθελαν να πληρώσουν και πιάστηκαν στα χέρια με τους ανθρώπους του μαγαζιού. Το παράξενο ήρθε στο τέλος. «Μας είπαν: “Βγήκαμε, ήπιαμε, φάγαμε, τσακωθήκαμε, μας χτυπήσατε. Ευχαριστηθήκαμε πάρα πολύ”». Τους κοιτούσε απορημένος. «Τι λέτε, μωρέ;».
Η πιο παράξενη ιστορία τελείωσε στο νοσοκομείο. Έπειτα από έναν ακόμη καυγά, πελάτες και ιδιοκτήτες βρέθηκαν τραυματισμένοι στην ίδια αίθουσα αναμονής. «Τι έγινε; Περάσαμε ωραία;» τους ρώτησε ο γιατρός. «Μια χαρά. Πόσο μαλάκες είμαστε όλοι μας», του απάντησε ένας. Και άρχισαν να γελούν όλοι μαζί με τα χάλια τους. «Γίναμε φίλοι εκεί».
Και ένα άλλο βράδυ γύρισε σπίτι χτυπημένος γύρω στις πέντε το πρωί. Ήταν Απόκριες. Του ανοίγει η γυναίκα του, τον κοιτάζει και του λέει: «Πήγαινε να ξεβαφτείς, γιατί αν σε δουν έτσι τα παιδάκια θα τρομάξουν». Δεν ήταν βαμμένος.
«Ήταν άλλες εποχές» μου το λέει και το ξαναλέει. Μέχρι ένα σημείο το καταλαβαίνω. Όση ώρα μου διηγείται τις ιστορίες μια απορία μεγαλώνει στο μυαλό μου. Τι έκανε ο υπόλοιπος κόσμος όταν γινόταν αυτά; «Τίποτα» μου απαντά. «Συνέχιζε μέσα να διασκεδάζει. Ο χαμός συνήθως γινόταν στις σκάλες, κουτρουβαλούσαμε μέχρι την είσοδο· τις κάναμε κυλιόμενες… Ερχόταν κι άλλες παρέες και σταματούσαμε, κάναμε στην άκρη να περάσουν, και ξαναξεκινούσαμε.
Ήταν όντως άλλες εποχές. Καλά τα λέει. Σουρεαλισμός. Που να φανταστείς να γίνεται κάτι τέτοιο σήμερα…
Και μετά μου λέει πως έσπασε το πόδι του και βρήκε ευκαιρία να αποχωρήσει από το μαγαζί. «Σε καυγά το έσπασες, στις σκάλες;» γελάω… «Το ήξερα ότι αυτό θα μου έλεγες… Όχι ατύχημα ήταν, τυχαίο». Και έτσι τελείωσε για τον Θανάση Φροξυλιά το Αμαρυλλίς.
Και μετά;
Έκανε τον κύκλο του. Είπε φτάνει. Είχε βγάλει και πολλά λεφτά, μπορούσε να πάει παρακάτω. Να φύγει από τη νύχτα. Όταν έφυγε από το μαγαζί, η έξοδος από τη νύχτα δεν έγινε ακριβώς… έξοδος. «Δεν μπορούσα να το κόψω μαχαίρι». Έπαιζε μπουζούκι, όπως και ο πατέρας του, στο Καφωδείο, στη Στοά των Αθανάτων και σε άλλα μαγαζιά, ενώ παράλληλα έστησε επιχείρηση με παγάκια. «Πήρα παγομηχανές από τη Λαμία, χρεώθηκα, τα έβγαλα, τα ξόδεψα αμέσως. Ήμουν ο πρώτος στη Λάρισα. Στο είπα, άμα με ρίξεις στην έρημο, εγώ θα σου βρω νερό». Έκανε συσκευαστήριο και τροφοδοτούσε τη Λάρισα και τα παράλια, με πάγο λέπι τα ψαράδικα και κανονικό παγάκι «αυτό με την τρύπα» τα μαγαζιά.
Μετά πούλησε και αυτή τη δουλειά.
Κανονικά, πρέπει να σταματήσω εδώ. Στο σημείο που το τελειώνει με το Αμαρυλλίς και φεύγει από τη Λάρισα. Αλλά θα ήταν λειψό. Και λάθος.
Ακούγοντάς τον τόση ώρα, κατάλαβα πως το Αμαρυλλίς ήταν μάλλον ένα μόνο επεισόδιο στη ζωή του. Και αυτό κι αν δεν είναι συνηθισμένο. Οι περισσότεροι που έχουν επενδύσει στη νύχτα, έμειναν στη νύχτα. Είναι μια γλυκιά παγίδα, περνάς καλά και βγάζεις λεφτά, γίνεται κύκλος φαύλος… σε ρουφάει. Ο Θανάσης όμως την έκανε.

Ο Θανάσης Φροξυλιάς μετά το Αμαρυλλίς…
Στα 35 του πήρε ένα αεροπλάνο και έφυγε για την Κύπρο. Εκεί έπαιζε επτά βράδια την εβδομάδα μπουζούκι δίπλα σε γνωστή τραγουδίστρια. Μόνο που το μπουζούκι δεν του έφτανε. Νοίκιασε τα καλύτερα σημεία στις λαϊκές αγορές – πουλούσε βρακιά, φανέλες και τα λοιπά όπως στο παζάρι, έβαλε ανθρώπους να δουλεύουν, άνοιξε ωδείο όπου δίδασκε και ο ίδιος και ένα κατάστημα με ρούχα στο κέντρο, με το μάλλον αναπόφευκτο όνομα «Ο Λαρισαίος». «Είχε γυναικεία και ανδρικά ρούχα, είχε και είδη προικός. Ήταν μεγάλο». Αργότερα πήγε στην Κύπρο και η οικογένειά του και τα παιδιά του μεγάλωσαν εκεί.
Κάποια στιγμή ένας φίλος του που είχε ανοίξει σουβλατζίδικο στη Λάρισα με εξοπλισμό τελευταίας τεχνολογίας, έπεσε έξω. Τον πήρε ο Θανάσης, το έστειλε με κοντέινερ στην Κύπρο και έστησε το σουβλατζίδικο «Το μαγέρικον: Οι Ελλαδίτες». Η επιτυχία ήταν τέτοια που, ενώ εκείνος έπαιζε ακόμη μπουζούκι, του τηλεφώνησαν από το μαγαζί: «Κύριε Θανάση, τα λεφτά πέφτουν από την ταμειακή κάτω. Τα μαζεύουμε και συνεχίζουν να πέφτουν». Παράτησε το μπουζούκι και αφοσιώθηκε στο μαγαζί. Ακολούθησε δεύτερο.
Στην προβολή βοήθησε και μια απρόσμενη συγκυρία: ο δεκάχρονος τότε γιος του ήταν μεγάλο ποδοσφαιρικό ταλέντο και βρέθηκε στη Μάντσεστερ Σίτι. Ήρθαν κανάλια, εφημερίδες, συνεντεύξεις και μαζί τους ακόμη περισσότερος κόσμος στους «Ελλαδίτες».
«Έτσι άνοιξες παρτίδες με Αγγλία» τον ρωτάω. Η εταιρεία που έχει σήμερα στο Λονδίνο έχει βάση…
Εδώ και χρόνια έχει μια μεγάλη εταιρεία μεταφορική. Με οικοσκευές ασχολείται, μετακομίσεις κάνει στην Αγγλία, στην υπόλοιπη Ευρώπη και στην Κύπρο. Τώρα καταλαβαίνω γιατί μου είπε πως είναι πολυάσχολος. Όση ώρα μιλούσαμε χτυπούσε συνέχεια το τηλέφωνο για δουλειά… Αρχίζει και γίνεται κάπως εκνευριστικό. Του το λέω. «Μα αφού εμένα αν με ρίξεις μέσα στην έρημο, θα σου βρω νερό. Σου το είπα, το έχω». Γελάει… «Ξέρω να βγάζω λεφτά. Να τα κρατάω δεν ξέρω».
…
Ξαναπάω τη συζήτηση στο Αμαρυλλίς. Τον ρωτάω τι ρόλο έπαιξε σε όλη αυτή τη διαδρομή. «Ήταν σχολείο» μου λέει. «Εκεί έζησα χαρακτήρες, είδα πως είναι η νύχτα. Σκέψου πόσο μικρός ήμουν… Ήμουν 23 χρονών και ήμουν το αφεντικό σε μια τέτοια δουλειά. Νιώθεις και την ευφορία της εκούσιας· έστω αυτήν που έχεις στο μικρόκοσμο σου».
Κάνει ένα είδος απολογισμού, το πιάνω από την έκφρασή του. Τον αφήνω. «Ήταν μια πολύ ωραία εμπειρία στην καλύτερη μου ηλικία. Αλλά εγώ υπάρχω σε αυτό που κάνω τώρα. Θα ήθελα να είχα γεννηθεί και από την αρχή να ασχολούμουν με την εταιρία με τις μεταφορές».
Τυχερός, σκέφτομαι… «Ξέρεις», μου λέει, «είχα μεγάλη ανάγκη να επιτύχω στον οικονομικό τομέα και το μυαλό μου δούλεψε πολύ σε αυτό το κομμάτι. Έβλεπα μια επιχειρηματική ευκαιρία εκεί που άλλοι δεν έβλεπαν τίποτα. Πρέπει όμως να αντέχεις το ρίσκο σαν χαρακτήρας. Τις νέες αρχές. Όσο και να προχωράς και να χτίζεις, η αρχή έχει πάντα την ίδια αγωνία. Είσαι στο μηδέν».
Γελάω. Εκεί που ήμουν και γω όταν βρεθήκαμε, σκέφτομαι.

Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις





