ΛΑΡΙΣΑΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ

Βαγγέλης Ρηγόπουλος: Από τα εγκλήματα και τις δικαστικές αίθουσες στα «φαντάσματα» της παλιάς Λάρισας

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το onlarissa.gr στη Google

Για τρεις δεκαετίες η δουλειά του άρχιζε εκεί όπου η καθημερινότητα έσπαγε απότομα. Στην άκρη ενός δρόμου, μέσα στις βουτηγμένες στο αίμα λαμαρίνες ενός αυτοκινήτου, σ’ ένα αστυνομικό γραφείο ή σε μια δικαστική αίθουσα όπου μια λέξη μπορούσε να κρίνει την ελευθερία ενός ανθρώπου. Ο Βαγγέλης Ρηγόπουλος υπηρέτησε το αστυνομικό και το δικαστικό ρεπορτάζ της «Ελευθερίας» σε μια εποχή κατά την οποία η είδηση δεν έφτανε έτοιμη στην οθόνη. Έπρεπε να τη βρεις, να την επιβεβαιώσεις και, συχνά, να αντέξεις όσα έβλεπες πριν καθίσεις να τα γράψεις.

Σήμερα, στα 71 του χρόνια, εξακολουθεί να εργάζεται με την ίδια επιμονή, μόνο που αναζητά τα ίχνη μιας άλλης επικαιρότητας. Ξεφυλλίζει εύθραυστα φύλλα εφημερίδων, συντηρεί παλιό χαρτί, ψηφιοποιεί μονόστηλα και φωτογραφίες και επαναφέρει στη μνήμη πρόσωπα και γεγονότα που κινδύνευαν να χαθούν. Ως μέλος της Φωτοθήκης Λάρισας και του Ομίλου Φίλων Θεσσαλικής Ιστορίας, έχει συγκεντρώσει περισσότερες από 200.000 φωτογραφίες δημοσιευμάτων από το αρχείο της «Ελευθερίας», της εφημερίδας στην οποία εργάστηκε επί 30 χρόνια.

Στη συζήτησή του με τον δημοσιογράφο Απόστολο Ράιδο και το onlarissa.gr, ο Βαγγέλης Ρηγόπουλος επιστρέφει στα πρώτα του βήματα, στις μεγάλες αστυνομικές και δικαστικές υποθέσεις, στη σχέση του με τον θάνατο, στα όρια της δημοσιογραφικής έκθεσης, αλλά και στη δεύτερη ζωή του, ανάμεσα στα αρχεία και στις σιωπηλές ιστορίες της παλιάς Λάρισας.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ Απόστολο Ράιδο // Φωτό: onlarissa.gr

Βαγγέλη, πώς προέκυψε η δημοσιογραφία στη ζωή σου; Ήταν ένα τυχαίο γεγονός;

Ήμασταν μια φουρνιά που βρήκε δουλειά στη χρυσή εποχή της «Ελευθερίας», τη δεκαετία του ’80. Η εφημερίδα βρισκόταν τότε σε σταθερή άνοδο, καρπωνόταν κάποιες καλές επιλογές που είχε κάνει ο αείμνηστος Παναγιώτης Δημητρακόπουλος και άρχισε να αναζητά προσωπικό.

Εγώ δεν πήγα στην «Ελευθερία» για να γίνω δημοσιογράφος. Εκείνη την περίοδο ζητούσαν ταυτόχρονα δύο ή τρεις δημοσιογράφους και λογιστές για το λογιστήριο. Επειδή ήμουν λογιστής, παρουσιάστηκα για εκείνη τη θέση.

Ο Δημητρακόπουλος μπορεί να μην είχε ιδιαίτερη μόρφωση, είχε όμως δύο καταπληκτικά χαρακτηριστικά. Ήταν πανέξυπνος και διέθετε ένστικτο. Σε έβλεπε και καταλάβαινε πού μπορούσες να αποδώσεις. Με κοίταξε και με ρώτησε αν ήθελα να ασχοληθώ με τη δημοσιογραφία. Του απάντησα ότι δεν είχα καμία σχέση με το αντικείμενο. «Ωραία, από Δευτέρα πιάνεις δουλειά ως δημοσιογράφος», μου είπε.

Έτσι ακριβώς έγινε. Με είχε δει τρεις ημέρες νωρίτερα και μου είπε να ξεκινήσω. Είχε επίσης το καλό ότι σε προσλάμβανε αμέσως, σε πλήρωνε κανονικά και σου έβαζε ένσημα, ανεξάρτητα από το αν ήσουν ακόμη στη φάση της δοκιμής. Δεν έδιωχνε εύκολα ανθρώπους. Ξεκίνησα το 1985, η δουλειά μού άρεσε και τελικά ακολούθησε όλη αυτή η διαδρομή.

Ήταν διαφορετικές και οι συνθήκες για τους δημοσιογράφους εκείνης της εποχής;

Οι συνθήκες ήταν πολύ καλές. Η «Ελευθερία» βρισκόταν σε μεγάλη άνοδο και λειτουργούσε ανταγωνιστικά με τον «Ημερήσιο Κήρυκα». Θέλω να το λέω αυτό, γιατί είχαμε άριστες σχέσεις με τους συναδέλφους και κάποιοι ίσως δεν αντιλαμβάνονται τι ακριβώς συνέβαινε τότε.

Ο «Ημερήσιος Κήρυκας» είχε πάντοτε πολύ καλό δημοσιογραφικό προσωπικό. Το γεγονός ότι επικράτησε η εντύπωση πως στην «Ελευθερία» εργάζονταν οι καλύτεροι δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Απλώς η «Ελευθερία» πλήρωνε πάντοτε στην ώρα της και πλήρωνε καλά. Ήμασταν καλοπληρωμένοι, υπήρχαν δώρα και μπόνους, πράγματα άγνωστα για πολλές άλλες επιχειρήσεις Τύπου. Αυτό δημιουργούσε και μια διαφορετική εικόνα προς τα έξω.

Άρα μπορεί να αντιστραφεί η γνωστή φράση πως η δημοσιογραφία σε οδηγεί παντού, αρκεί να την εγκαταλείψεις εγκαίρως. Στη δημοσιογραφία μπορείς επίσης να φτάσεις από παντού…

Βεβαίως. Το διαπίστωνα βλέποντας και τα προηγούμενα επαγγέλματα πολλών συναδέλφων. Άλλοι ήταν θεολόγοι, άλλοι βιολόγοι, φιλόλογοι ή γυμναστές και έγιναν επιτυχημένοι δημοσιογράφοι. Δεν υπήρχαν τότε σχολές δημοσιογραφίας. Τη δουλειά την κατακτούσες στην πράξη και σχετικά γρήγορα φαινόταν αν μπορούσες να την κάνεις.

Πέρασαν, για παράδειγμα, από την «Ελευθερία» νέοι άνθρωποι με πανεπιστημιακά πτυχία, τους οποίους αναλάμβανε κάποιος παλιότερος για να τους μάθει πώς γράφεται ακόμη και ένα μονόστηλο. Υπήρχαν περιπτώσεις ανθρώπων που, όσες ημέρες ή εβδομάδες και αν προσπαθούσαν, δεν μπορούσαν να γράψουν ούτε ένα σωστό μονόστηλο ή έναν τίτλο τριών λέξεων. Τότε καταλάβαινες ότι δεν το είχαν. Το πτυχίο από μόνο του δεν αρκούσε.

Υπάρχουν ορισμένα ρεπορτάζ που δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή μεταξύ των δημοσιογράφων, επειδή ήταν δύσκολα και απαιτούσαν συνεχές τρέξιμο. Δεν έβρισκες πουθενά έτοιμες ειδήσεις. Έπρεπε να τις κυνηγήσεις, να κάνεις τηλέφωνα, να παρακαλέσεις, να καλλιεργήσεις σχέσεις εμπιστοσύνης.

Το αστυνομικό ρεπορτάζ πόσα χρόνια το υπηρέτησες;

Σχεδόν από την αρχή, από το 1985-1986. Υπάρχουν ορισμένα ρεπορτάζ που δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή μεταξύ των δημοσιογράφων, επειδή ήταν δύσκολα και απαιτούσαν συνεχές τρέξιμο. Δεν έβρισκες πουθενά έτοιμες ειδήσεις. Έπρεπε να τις κυνηγήσεις, να κάνεις τηλέφωνα, να παρακαλέσεις, να καλλιεργήσεις σχέσεις εμπιστοσύνης.

Ένα από αυτά ήταν το αστυνομικό. Όταν ένας δημοσιογράφος είχε τη δυνατότητα επιλογής, συνήθως δεν το επέλεγε. Το έδιναν στους νέους, επειδή θεωρούνταν ρεπορτάζ αγγαρείας και τρεξίματος. Έλεγαν, περίπου, «δώσ’ το στον Ρηγόπουλο, να κάνει γνωριμίες και να έχουμε έναν άνθρωπο να τρέχει».

Αυτό δεν σήμαινε ότι ήσουν ο καλύτερος. Μπορεί να ήσουν και ο χειρότερος. Απλώς βόλευε τους παλιότερους και την εφημερίδα να υπάρχει κάποιος που θα αναλάμβανε αυτό το βάρος. Αν έδινες σε έναν δημοσιογράφο να επιλέξει ανάμεσα στο αστυνομικό, το δημοτικό ή το πολιτικό ρεπορτάζ, οι περισσότεροι θα επέλεγαν το δημοτικό ή το πολιτικό χωρίς δεύτερη σκέψη.

Πώς ήταν η πρώτη σου επαφή με το αστυνομικό ρεπορτάζ;

Η «Ελευθερία» είχε ένα σημαντικό πλεονέκτημα, το οποίο νομίζω ότι προσπαθεί να διατηρήσει και σήμερα. Ο νέος εκπαιδευόταν πάντοτε δίπλα σε έναν παλιότερο δημοσιογράφο. Κάποιος σε αναλάμβανε, σε είχε κοντά του και σε έπαιρνε μαζί του σε κάθε θέμα.

Μπορούσε να τηλεφωνήσει κάποιος και να πει ότι υπάρχει μια λακκούβα σε έναν δρόμο. Πήγαινες μαζί με τον παλιό και παρατηρούσες τι έκανε, ποιους ρωτούσε, πώς προσέγγιζε τους κατοίκους. Έβλεπες, για παράδειγμα, να ρωτά την κυρά Μάρω από τη διπλανή πόρτα τι είχε συμβεί. Έτσι μάθαινες τη δουλειά πρακτικά.

Στο αστυνομικό ρεπορτάζ κάθε δημοσιογράφος είχε τις πηγές του και τις κρατούσε ως επτασφράγιστο μυστικό. Ακόμη και σήμερα δεν λες με ποιους ανθρώπους είχες καλή επαφή και ποιοι σου έδιναν πληροφορίες. Όταν όμως ο παλιός έβλεπε ότι είχες δυνατότητες και ότι πιθανόν θα τον αντικαθιστούσες στο μέλλον, ήθελε να σου μάθει τη δουλειά και να σε γνωρίσει στους κατάλληλους ανθρώπους.

Ο πρώτος μου καθοδηγητής ήταν ο Χρήστος Τσαντήλας, με τον οποίο συνεργαστήκαμε για χρόνια. Έκανε τότε το αστυνομικό ρεπορτάζ και αργότερα έγινε αρχισυντάκτης και διευθυντής. Με έπαιρνε μαζί του στα τροχαία δυστυχήματα, στα θανατηφόρα και στις υποθέσεις ανθρωποκτονιών. Είδε ότι είχα όρεξη για δουλειά και σκέφτηκε ότι θα μπορούσα να τον αντικαθιστώ όταν έπαιρνε άδεια ή όταν υπήρχε ανάγκη.

Ο δημοσιογράφος προλάβαινε να φτάσει στο σημείο και να βρει τα πράγματα σχεδόν όπως είχαν συμβεί. Μπορεί να ήταν ακόμη εκεί ο τραυματίας, επειδή δεν είχε προλάβει να φτάσει ασθενοφόρο. Πολλές φορές βλέπαμε θύματα εγκλωβισμένα στις λαμαρίνες μέχρι να καταφέρουν να τα απεγκλωβίσουν. Εκπαιδευόσουν στο πεδίο.

Θυμάσαι το πρώτο αστυνομικό ρεπορτάζ που υπέγραψες;

Πρέπει να ήταν κάποιο τροχαίο. Εκείνη την εποχή είχαμε πάρα πολλά θανατηφόρα τροχαία. Οι δρόμοι ήταν κακοί, δεν υπήρχαν διαχωριστικές νησίδες και τα αυτοκίνητα δεν διέθεταν τη σημερινή τεχνολογία παθητικής και ενεργητικής ασφάλειας. Τα δυστυχήματα με νεκρούς ή σοβαρά τραυματίες ήταν σχεδόν καθημερινά.

Τόσο η «Ελευθερία» όσο και ο «Ημερήσιος Κήρυκας» παρακολουθούσαν αυτά τα γεγονότα πολύ στενά. Πηγαίναμε με το αυτοκίνητο στα σημεία των δυστυχημάτων. Η αντίδραση των Αρχών και των διασωστικών υπηρεσιών τη δεκαετία του ’80 δεν είχε καμία σχέση με τη σημερινή. Τα μέσα ήταν ελάχιστα, οργανωμένο ΕΚΑΒ ουσιαστικά δεν υπήρχε και η Τροχαία είχε πολύ μικρότερες δυνατότητες.

Ο δημοσιογράφος προλάβαινε να φτάσει στο σημείο και να βρει τα πράγματα σχεδόν όπως είχαν συμβεί. Μπορεί να ήταν ακόμη εκεί ο τραυματίας, επειδή δεν είχε προλάβει να φτάσει ασθενοφόρο. Πολλές φορές βλέπαμε θύματα εγκλωβισμένα στις λαμαρίνες μέχρι να καταφέρουν να τα απεγκλωβίσουν. Εκπαιδευόσουν στο πεδίο.

Ένας νέος άνθρωπος πώς διαχειρίζεται τη συχνή επαφή με τον θάνατο;

Ήταν σοβαρό ζήτημα και εξαρτιόταν από τον άνθρωπο. Μιλώντας για τον εαυτό μου, κατάλαβα σχετικά γρήγορα ότι μπορούσα να λειτουργήσω. Προσπαθούσα να βλέπω όσα συνέβαιναν από κάποια απόσταση, ώστε να μην με αγγίζουν εκείνη τη στιγμή.

Δεν είναι απαραίτητα καλό αυτό, γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί ο ανθρωπισμός. Κανονικά πρέπει να σε αγγίζει. Ωστόσο, κάποιος έπρεπε να κάνει τη δουλειά. Ο παλιός μού έλεγε: «Ό,τι και αν συμβεί, σε μισή ώρα πρέπει να επιστρέψεις στην εφημερίδα και να γράψεις το θέμα». Δεν μπορούσες εκείνη την ώρα να μείνεις στην εικόνα ενός νεκρού ή βαριά τραυματισμένου παιδιού, στη μάνα που έκλαιγε. Έπρεπε να συγκεντρώσεις τα στοιχεία και να γράψεις.

Πόσο εύκολο ήταν να μη σε αγγίξει η εικόνα μιας μάνας πάνω από το παιδί της;

Εκείνη την ώρα λειτουργούσες επαγγελματικά. Το σκεφτόσουν όμως αργότερα. Κάποιες εικόνες τις έχω ακόμη μέσα μου, ειδικά τις μάνες πάνω από τα παιδιά τους.

Είχαμε και μια εντελώς διαφορετική σχέση με τον θάνατο και με το νεκροτομείο. Ήταν άλλη εποχή και άλλη νοοτροπία. Επιτρεπόταν να φωτογραφίζουμε σχεδόν ό,τι βρίσκαμε μπροστά μας. Η εντολή προς εμάς ήταν: «Ό,τι βλέπεις, τράβηξέ το». Φωτογραφίζαμε σορούς και αιμόφυρτους τραυματίες.

Ευτυχώς, ο υπεύθυνος και ο αρχισυντάκτης έκαναν μετά την επιλογή και έλεγαν ότι κάποιες εικόνες δεν μπορούσαν να δημοσιευτούν. Δεν υπήρχε τότε το σημερινό πλαίσιο για τα προσωπικά δεδομένα. Η απόφαση να μη δημοσιευτεί μια σκληρή εικόνα λαμβανόταν κυρίως για λόγους ανθρωπισμού, ώστε η εφημερίδα να μη διολισθήσει στον κιτρινισμό.

Βεβαίως, είχαν γίνει και αίσχη στον Τύπο, με φωτογραφίες ακόμη και νεκρών παιδιών. Έβλεπες τέτοιες δημοσιεύσεις και αναρωτιόσουν γιατί έπρεπε να γίνουν.

Υπήρχαν φορές που οι φωτογραφίες σας χρησιμοποιήθηκαν όχι δημοσιογραφικά, αλλά για να βοηθήσουν τις Αρχές;

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 άρχισαν να έρχονται στην Ελλάδα χιλιάδες μετανάστες από την Αλβανία. Τότε χρησιμοποιούσαμε τον όρο «λαθρομετανάστες», έναν όρο που σήμερα μπορεί να μην θεωρείται σωστός, αλλά εκείνη την εποχή δεν υπήρχε καν η συζήτηση περί πολιτικής ορθότητας.

Η Αστυνομική Διεύθυνση Λάρισας εξέδιδε κάθε μήνα ανακοινώσεις για επαναπροωθήσεις, οι οποίες έφταναν ακόμη και τις 8.000 ή 9.000 ανθρώπους. Έφευγαν προς τα σύνορα με ολόκληρες πομπές λεωφορείων του ΚΤΕΛ, τα λεγόμενα εκδρομικά.

Ήταν τόσο μεγάλος ο αριθμός των ανθρώπων αυτών, ώστε συνέβαιναν συχνά και ατυχήματα. Πολλοί είχαν έρθει μέσα από τα βουνά και δεν ήξεραν πώς να κινηθούν σε έναν δημόσιο δρόμο. Παρασύρονταν από αυτοκίνητα και υπήρχαν θύματα.

Οι άνθρωποι αυτοί συχνά δεν είχαν κανένα έγγραφο μαζί τους. Η Αστυνομία δεν γνώριζε το όνομά τους ή τη χώρα από την οποία προέρχονταν. Υπήρχαν περιπτώσεις που μας τηλεφωνούσαν και μας ζητούσαν να πάμε στο νεκροτομείο. Έβγαζαν τη σορό από το ψυγείο, καθάριζαν όσο μπορούσαν το πρόσωπο και εμείς τη φωτογραφίζαμε, ώστε η Αστυνομία να δείξει τη φωτογραφία σε άλλους μετανάστες και να προσπαθήσει να μάθει την ταυτότητα του νεκρού.

Μερικές φορές μας ζητούσαν να δημοσιεύσουμε τη φωτογραφία. Τους απαντούσαμε ότι δεν μπορούσαμε να βάλουμε στην εφημερίδα τη φωτογραφία ενός νεκρού ανθρώπου. Τη βγάζαμε όμως και τη δίναμε στις Αρχές, προσπαθώντας να βοηθήσουμε.

Είχα δει και τραγικές καταστάσεις. Θυμάμαι έναν πατέρα από γνωστή οικογένεια της Λάρισας, ο οποίος ήρθε κλαίγοντας και παρακαλούσε να μη δημοσιεύσουμε το όνομα του παιδιού του.

Ποια ήταν η πρώτη μεγάλη υπόθεση που θυμάσαι να γράφεις με το χέρι σου να τρέμει;

Μια μεγάλη υπόθεση που θυμάμαι δεν αφορούσε ανθρωποκτονία, αλλά ήταν ένα σοβαρό κοινωνικό θέμα. Ήταν η υπόθεση τοκογλυφίας στα τέλη της δεκαετίας του ’80, περίπου το 1988 ή το 1989, στην οποία είχαν βρεθεί κατηγορούμενοι σχεδόν 130 άνθρωποι, κυρίως από τη Λάρισα.

Ανάμεσά τους υπήρχαν απόστρατοι αξιωματικοί και άνθρωποι διαφόρων επαγγελμάτων. Έδιναν χρήματα σε κάποιον και περίμεναν να πάρουν υπέρογκους τόκους. Ήταν αυτό που σήμερα θα αποκαλούσαμε πυραμίδα. Ο ένας έφερνε τον άλλον και κάποια στιγμή η υπόθεση κατέρρευσε.

Με τα σημερινά δεδομένα μπορεί να μη φαντάζει κάτι φοβερό, αλλά τότε είχε συγκλονίσει την τοπική κοινωνία. Ήταν τεράστιο ζήτημα. Στις εφημερίδες γράφτηκαν και τα ονόματα ορισμένων βασικών πρωταγωνιστών, όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, και αυτό σου δημιουργούσε επιπλέον φόβο και ευθύνη.

Τότε δημοσιεύονταν πολύ πιο εύκολα τα ονόματα των κατηγορουμένων. Εσύ είχες αντιδράσει σε αυτή την πρακτική;

Ναι, και αυτό είναι κάτι προσωπικό. Μπορούσε να συλληφθεί ένα παιδί 19 ετών, τυπικά ενήλικο, επειδή είχε επάνω του μισό γραμμάριο κάνναβης. Ένας απλός χρήστης. Οι εφημερίδες όμως έγραφαν ότι συνελήφθη χρήστης ναρκωτικών και δημοσίευαν το ονοματεπώνυμό του.

Κάποια στιγμή άρχισα να λέω ότι δεν μπορούσαμε να στέλνουμε στο πυρ το εξώτερο ένα παιδί επειδή είχε μία δόση κάνναβης. Θα μπορούσε να είναι ο αδελφός ή ο φίλος μας. Άρχισα, με δική μου ευθύνη, να μη γράφω τα ονόματα.

Είχα δει και τραγικές καταστάσεις. Θυμάμαι έναν πατέρα από γνωστή οικογένεια της Λάρισας, ο οποίος ήρθε κλαίγοντας και παρακαλούσε να μη δημοσιεύσουμε το όνομα του παιδιού του.

Δεν μπορώ να πω ότι επέβαλα μόνος μου μια νέα πολιτική στην εφημερίδα. Σταδιακά όμως άρχισε να γίνεται συζήτηση και μεταξύ των συναδέλφων, ακολούθησαν και οι αλλαγές στη νομοθεσία και τελικά αυτή η πρακτική περιορίστηκε. Χρειάστηκε, πάντως, χρόνος.

Παράλληλα έκανες για πολλά χρόνια και δικαστικό ρεπορτάζ, ένα εντελώς διαφορετικό και εξίσου απαιτητικό πεδίο.

Το δικαστικό ήταν ίσως ακόμη πιο απαιτητικό από το αστυνομικό. Έπρεπε κυριολεκτικά να ξημεροβραδιάζεσαι στις δικαστικές αίθουσες, να παρακολουθείς πολύωρες δίκες και να παραμένεις απολύτως συγκεντρωμένος, ώστε να μην χάσεις μια σημαντική φράση και να καταλάβεις την πορεία της υπόθεσης.

Και αυτό ήταν ένα ρεπορτάζ που δεν ήθελαν πολλοί δημοσιογράφοι, επειδή κανείς δεν θα σου έδινε έτοιμη ανακοίνωση. Για παράδειγμα, σε μια υπόθεση όπως αυτή των Τεμπών, αν δεν πας να παρακολουθήσεις τη δίκη, πώς θα γράψεις τι συνέβη μέσα στο δικαστήριο; Δεν αρκούν οι δηλώσεις των δικηγόρων και των συγγενών.

Τα δικαστήρια άνοιγαν στις 9 το πρωί και εγώ ήμουν εκεί από τις 9. Είχε προηγηθεί όμως προεργασία. Μελετούσα τα πινάκια και έλεγα αργότερα στους νεότερους συναδέλφους να κάνουν το ίδιο. Μπορεί αρχικά ένα όνομα να μη σου έλεγε τίποτα, αλλά κάποια στιγμή να αναγνώριζες έναν γνωστό κρατούμενο ή έναν άνθρωπο που είχε απασχολήσει στο παρελθόν και να αναρωτιόσουν τι δουλειά είχε ξανά στο δικαστήριο. Ένα όνομα μπορούσε να σου ξεκλειδώσει ολόκληρο θέμα.

Ποια θεωρείς σημαντικότερη δίκη από όσες παρακολούθησες;

Ήταν πολλές. Θα ξεχωρίσω δύο που κράτησαν μεγάλο χρονικό διάστημα. Η πρώτη ήταν η υπόθεση Γατίδου. Ένας άνθρωπος είχε καταδικαστεί πρωτόδικα στον Βόλο, με ομόφωνη απόφαση, για ανθρωποκτονία. Ακολούθησαν άλλα τρία δικαστήρια, έπειτα από αναιρέσεις και αποφάσεις του Αρείου Πάγου.

Στο τέλος αθωώθηκε. Στις περισσότερες από τις επόμενες δίκες η αθώωση ήταν ομόφωνη, ενώ στην τελευταία η απόφαση ήταν έξι προς μία υπέρ της αθώωσης. Δεν μάθαμε ποτέ ποιος διέπραξε τη δολοφονία. Το έγκλημα έγινε το 1997 και πλέον έχει περάσει τόσο μεγάλο διάστημα, ώστε η υπόθεση έχει παραγραφεί.

Έχεις προσωπική άποψη για το ποιος μπορεί να ήταν ο δράστης;

Έχω, αλλά δεν μπορώ να την πω.

Πιστεύεις ότι ο άνθρωπος που αθωώθηκε ήταν πράγματι αθώος;

Δεν ξέρω. Αυτό είναι ένα δύσκολο ζήτημα. Τα στοιχεία ήταν λίγο πολύ τα ίδια από τη μία δίκη στην άλλη. Δεν εμφανίστηκε κάτι εντελώς καινούριο. Τι άλλαξε, λοιπόν, ώστε να περάσουμε από την καταδίκη στην αθώωση; Ο τρόπος με τον οποίο κάθε δικαστής αξιολόγησε τα ίδια στοιχεία.

Θυμάμαι δύο εισαγγελείς, χωρίς να αναφέρω τα ονόματά τους. Ο ένας ήταν λάβρος υπέρ της καταδίκης. Παρέθετε τα στοιχεία ένα προς ένα και έλεγε ότι δεν υπήρχε καμία αμφιβολία για την ενοχή. Όταν η υπόθεση επέστρεψε στο ακροατήριο ύστερα από αναίρεση, ένας άλλος εισαγγελέας, βλέποντας περίπου τα ίδια στοιχεία, πρότεινε την αθώωση.

Ήταν το ίδιο ποτήρι, το οποίο ο ένας το έβλεπε μισογεμάτο και ο άλλος μισοάδειο. Και οι δύο ήταν έμπειροι. Στην τελευταία απόφαση, μάλιστα, η μοναδική ψήφος υπέρ της καταδίκης προήλθε από τον πρόεδρο του δικαστηρίου, ενώ οι υπόλοιποι δικαστές και οι ένορκοι ψήφισαν υπέρ της αθώωσης. Όλα εξαρτώνται από τον τρόπο με τον οποίο ο καθένας διαβάζει τα στοιχεία.

Η Δικαιοσύνη αποτελείται από ανθρώπους. Εξαιρώντας τις αμιγώς πολιτικές δίκες, όπου μπορεί να υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες, πιστεύω ότι ο μέσος άνθρωπος που θα βρεθεί κατηγορούμενος σε ένα ελληνικό δικαστήριο θα βρει το δίκιο του.

Είναι τελικά τυφλή η Δικαιοσύνη ή βλέπει μέσα από τα μάτια του ανθρώπου που δικάζει;

Η Δικαιοσύνη αποτελείται από ανθρώπους. Εξαιρώντας τις αμιγώς πολιτικές δίκες, όπου μπορεί να υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες, πιστεύω ότι ο μέσος άνθρωπος που θα βρεθεί κατηγορούμενος σε ένα ελληνικό δικαστήριο θα βρει το δίκιο του.

Η Δικαιοσύνη είναι η εφαρμογή των νόμων από ανθρώπους εκπαιδευμένους και έμπειρους. Είναι όμως ανθρώπινο μια ομάδα έμπειρων δικαστών να οδηγηθεί σε απόφαση ενοχής και, όταν η ίδια υπόθεση εξεταστεί ξανά από άλλους εξίσου έμπειρους δικαστές, να προκύψει αθώωση.

Ποια ήταν η δεύτερη δίκη που ξεχωρίζεις;

Η υπόθεση της δολοφονίας του Νίκου Τεμπονέρα. Κράτησε πολύ καιρό και εκτυλίχθηκε μέσα σε μια εξαιρετικά πολωμένη περίοδο. Ήταν καθαρά πολιτική υπόθεση. Πολλοί από τους συνηγόρους έρχονταν από την Αθήνα και ήταν βουλευτές ή κομματικά στελέχη. Όλο αυτό σε υποχρέωνε να παρακολουθείς τη διαδικασία μέσα σε ιδιαίτερα φορτισμένη ατμόσφαιρα.

Ήταν δίκαιη μια τόσο πολιτικά φορτισμένη δίκη;

Ναι, ήταν δίκαιη και αυτό αποδείχθηκε και από το αποτέλεσμά της. Υπήρχαν βεβαίως οι πιέσεις που δέχονταν άνθρωποι και μάρτυρες. Μπορούσε κάποιος να καταθέσει ότι είδε έναν συγκεκριμένο άνθρωπο να κρατά ένα αντικείμενο και αργότερα να ανασκευάσει, λέγοντας ότι έκανε λάθος και ότι ήταν κάποιος άλλος.

Αυτές οι αντιφάσεις έδειχναν τις πιέσεις που υπήρχαν. Το δικαστήριο καλούνταν να ξεκαθαρίσει τι είχε πραγματικά συμβεί μέσα σε ένα εξαιρετικά δύσκολο τοπίο.

Ποια ήταν η πιο συγκλονιστική φιγούρα ανθρώπου που είχε εγκληματήσει και με τον οποίο ήρθες σε επαφή;

Δεν θέλω να αναφέρω το όνομά του, επειδή σήμερα είναι ελεύθερος. Είχε απασχολήσει πολύ την κοινωνία με τη δράση του και, όταν τελικά συνελήφθη, υπήρξε μεγάλη ανακούφιση.

Οι παλιότεροι θα θυμούνται τον αποκαλούμενο «δράκο» της Λάρισας, ο οποίος είχε εμπλακεί σε δολοφονία και σε επιθέσεις. Η υπόθεση είχε πάρει μεγάλη δημοσιότητα στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Τελικά συνελήφθη με αφορμή ένα άλλο περιστατικό.

Πώς βρεθήκατε πρόσωπο με πρόσωπο;

Στα δικαστήρια και στα κρατητήρια. Συζητήσαμε για λίγο. Όταν ένας άνθρωπος που έχει συμπεριφερθεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο στην ελεύθερη ζωή του βρίσκεται κρατούμενος, αλλάζει. Αισθάνεται ότι τα πράγματα έχουν πλέον ανατραπεί και ότι πρέπει να αντιμετωπίσει τη Δικαιοσύνη και, πιθανότατα, μια μακρά παραμονή στη φυλακή.

Στις σύντομες συζητήσεις που είχαμε μπορούσες να καταλάβεις την ανησυχία του για το τι θα ακολουθούσε.

Η Δικαιοσύνη, ιδιαίτερα από τη μνημονιακή περίοδο και μετά, βρίσκεται σταθερά στο στόχαστρο. Μεγάλο μέρος της κοινωνίας δηλώνει ότι δεν την εμπιστεύεται. Είναι υπερβολή ή υπαρκτό πρόβλημα;

Για μένα υπάρχει υπερβολή. Η Δικαιοσύνη δεν έχει αλλάξει προς το χειρότερο. Πιστεύω ότι οι σημερινοί δικαστές είναι γενικά καλύτερα εκπαιδευμένοι και διαθέτουν περισσότερες εμπειρίες και εργαλεία σε αρκετά ζητήματα.

Ο σημερινός άνθρωπος, όμως, δυσκολεύεται να δεχτεί μια απόφαση εις βάρος του και συχνά προσπαθεί να βρει πίσω από αυτήν κάποια παρέμβαση. Στην υπόθεση των Τεμπών, για παράδειγμα, υπάρχει η ανείπωτη απώλεια τόσων ζωών. Ο άνθρωπος που έχει χάσει τον δικό του άνθρωπο θεωρεί ότι τίποτα δεν έχει πλέον αξία και ζητά δικαίωση με κάθε τρόπο.

Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν πολιτικές παρεμβάσεις ή μεθοδεύσεις;

Πιθανόν υπάρχουν, ιδιαίτερα στις μεγάλες υποθέσεις. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη. Σήμερα τα μέσα ενημέρωσης βρίσκονται παντού και είναι πολύ δύσκολο ένας δικαστής να μην επηρεαστεί καθόλου ή να μη σχηματίσει μια εικόνα από όσα διαβάζει και παρακολουθεί.

Ο δικαστής είναι άνθρωπος. Δεν μπορεί να κλειστεί σε ένα δωμάτιο μέχρι να ξεκινήσει μια δίκη και να μην ξέρει τι συμβαίνει γύρω του. Όταν φτάνει στο δικαστήριο, μπορεί να έχει ήδη σχηματίσει μια εικόνα, η οποία ενδέχεται να μην είναι σωστή. Αυτό είναι ανθρώπινο και δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο ίδιος έχει πρόθεση να αδικήσει κάποιον.

Επειδή αναφέρθηκες στην υπόθεση των Τεμπών, θεωρείς ότι στο εδώλιο βρίσκονται όλοι όσοι θα έπρεπε;

Θα μιλήσω μόνο για τα πολιτικά πρόσωπα. Κατά τη γνώμη μου, ο τότε υπουργός Μεταφορών θα έπρεπε σαφώς να βρίσκεται στο εδώλιο. Το είπα από την αρχή και θεωρώ κραυγαλέο το γεγονός ότι δεν βρίσκεται.

Για άλλους υπηρεσιακούς παράγοντες δεν μπορώ να έχω πλήρη εικόνα και να πω ποιος θα έπρεπε ή δεν θα έπρεπε να κατηγορείται. Στο πολιτικό σκέλος, όμως, ο υπουργός θα έπρεπε να λογοδοτήσει. Για λόγους προσωπικής ευθιξίας δεν θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να είναι ξανά υποψήφιος στις επόμενες εκλογές.

Όταν διαβάζω μια εφημερίδα του 1947, νιώθω ότι μπαίνω μέσα σε εκείνη τη χρονιά. Νομίζω ότι κατεβαίνω μερικά επίπεδα κάτω, σε ένα υπόγειο, και συναντώ τους ανθρώπους της εποχής σαν φαντάσματα.

Υπηρέτησες δύο εξαιρετικά απαιτητικά ρεπορτάζ χωρίς να προσπαθήσεις, όσο περνούσαν τα χρόνια, να μετακυλήσεις το βάρος σε κάποιον νεότερο.

Θυμάμαι ένα περιστατικό που το αποδεικνύει. Είχα πάρει άδεια στα τέλη Αυγούστου και εκείνες τις ημέρες άρχιζε μια μεγάλη δίκη. Παρότι βρισκόμουν σε άδεια, πήγα από την πρώτη ημέρα στο δικαστήριο και παρακολούθησα τη διαδικασία από τις 9 το πρωί.

Ήξερα ότι όταν θα επέστρεφα, έπειτα από δέκα ημέρες, η δίκη θα συνεχιζόταν. Πώς θα μπορούσα να γράψω σωστά για την πορεία της, αν δεν είχα εικόνα όσων είχαν προηγηθεί; Δεν μπορούσα να αρκεστώ στο να ρωτήσω κάποιον τι είχε ειπωθεί. Ήταν η ευθύνη απέναντι στη δουλειά.

Το λες και επαγγελματική διαστροφή.

Μπορεί. Ήταν όμως κυρίως η ευθύνη του επαγγέλματος.

Η δημοσιογραφία ήταν τελικά έρωτας με την πρώτη ματιά; Σκέφτηκες ποτέ να επιστρέψεις στη λογιστική;

Ποτέ. Δεν μετάνιωσα ούτε στιγμή που έγινα δημοσιογράφος.

Η ενασχόλησή σου με την τοπική ιστορία, τα παλιά κτίρια και τις φωτογραφίες πώς προέκυψε;

Στην πορεία κάθε άνθρωπος αντιλαμβάνεται ποια πράγματα τον ενδιαφέρουν περισσότερο. Εγώ κατάλαβα ότι με τραβούσαν οι εικόνες των παλιών κτιρίων, η ιστορία της Λάρισας και τα πρόσωπα μιας άλλης εποχής.

Μέσα από τη δημοσιογραφική δουλειά ξεφυλλίζαμε συχνά το αρχείο της «Ελευθερίας», αναζητώντας κάποιο παλιό δημοσίευμα ή ένα στοιχείο που θα χρησιμοποιούσαμε σε ένα ρεπορτάζ. Εκεί κατάλαβα ότι όλο αυτό με γοήτευε.

Χρειάστηκε όμως ένας άνθρωπος για να με βάλει πιο βαθιά σε αυτή την ενασχόληση. Ήταν ο Νίκος Παπαθεοδώρου. Από μια ευτυχή συγκυρία, όταν συνταξιοδοτήθηκα το 2015, εκείνος είχε ήδη αρχίσει να οργανώνει μια μικρή παρέα τριών ή τεσσάρων ανθρώπων. Μας είπε ότι ήθελε να δημιουργήσει μια ομάδα που θα ασχολούνταν με παλιές φωτογραφίες της Λάρισας και με την ιστορία των κτιρίων και των ανθρώπων της πριν από έναν αιώνα.

Μας «συμμάζεψε», όπως λέω εγώ, και ανακαλύψαμε ότι είχαμε τεράστια κοινά ενδιαφέροντα, παρότι προερχόμασταν από διαφορετικά επαγγέλματα. Ο ένας ήταν δημοσιογράφος, ο άλλος τυπογράφος, κάποιος άλλος διατηρούσε κατάστημα.

Αυτή ήταν η αρχή της Φωτοθήκης Λάρισας;

Ναι. Παράλληλα ενταχθήκαμε και στον Όμιλο Φίλων Θεσσαλικής Ιστορίας, όπου υπήρχε μεγάλη παράδοση στην έρευνα της ιστορίας της Θεσσαλίας. Πρόεδρος ήταν τότε ο Κώστας Σπανός, ένας ακόμη σημαντικός πυρήνας αυτής της προσπάθειας, με το «Θεσσαλικό Ημερολόγιο».

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι δημιούργησαν έναν ευρύτερο κύκλο. Η Φωτοθήκη όμως έγινε και παραμένει μια καλή παρέα. Συναντιόμαστε κάθε εβδομάδα, διαβάζουμε και χαιρόμαστε ιστορίες που μπορεί να μην είναι εντελώς άγνωστες, αλλά χωρίς τον Παπαθεοδώρου, τον Ρηγόπουλο ή κάποιο άλλο μέλος της ομάδας θα μπορούσαν να χαθούν στη λήθη του χρόνου.

Για να διαβάσει ο κόσμος ένα αφιέρωμα 500 ή 600 λέξεων, πόσος χρόνος έρευνας έχει προηγηθεί;

Ένα τέτοιο κείμενο δεν προκύπτει ξαφνικά. Είχα την τύχη και τη χαρά να ασχοληθώ συστηματικά με το αρχείο της «Ελευθερίας», κάτι που επίσης ξεκίνησε τυχαία.

Όταν συνταξιοδοτήθηκα, επειδή ήμουν στους Προσκόπους, είχα θέσει ως στόχο να γράψω ένα βιβλίο για την ιστορία του προσκοπισμού στη Λάρισα. Το βιβλίο γράφτηκε και κυκλοφόρησε με χρηματοδότηση από την Περιφέρεια Θεσσαλίας και τον τότε περιφερειάρχη Κώστα Αγοραστό.

Με αφορμή αυτή την έρευνα ζήτησα άδεια από την «Ελευθερία» για να χρησιμοποιήσω το αρχείο της. Άρχισα να το ξεφυλλίζω και η εφημερίδα διαπίστωσε το ενδιαφέρον μου. Το αρχείο ήταν, ας χρησιμοποιήσω τη λέξη, κάπως παρατημένο. Το έβαλα σε μια σειρά και το έλεγξα.

Άκουσα τότε και τη συμβουλή ενός παλιού ερευνητή: «Όταν ξεφυλλίζεις μια παλιά εφημερίδα, ό,τι τραβά το μάτι σου να το φωτογραφίζεις. Μη σκέφτεσαι ότι δεν σου χρειάζεται. Κάποτε θα σου χρειαστεί».

Ακολούθησα τη συμβουλή του. Σήμερα έχω περισσότερες από 200.000 φωτογραφίες κειμένων, τις οποίες συγκέντρωσα μέσα σε περίπου επτά χρόνια.

Διακόσιες χιλιάδες φωτογραφίες;

Ναι. Δούλευα σχεδόν μέρα παρά μέρα, πολλές φορές και καθημερινά, για τρεις ή τέσσερις ώρες. Έφευγα με το κεφάλι καζάνι. Ξεφύλλιζα ένα προς ένα τα φύλλα, φορώντας γάντια, επειδή το χαρτί είχε ξεραθεί και χρειαζόταν μεγάλη προσοχή.

Πολλά φύλλα ήταν σκισμένα. Ρώτησα ειδικούς, προμηθεύτηκα κατάλληλες κόλλες και άρχισα να τα επισκευάζω.

Άρα υπήρξες και συντηρητής του αρχείου της «Ελευθερίας».

Ναι, και το κάνουμε ακόμη. Ένα φύλλο του 1947, το οποίο έχει στεγνώσει εντελώς και έχει χάσει την υγρασία του, χρειάζεται ειδική μεταχείριση. Βεβαίως, τα μέσα που διαθέτω εγώ είναι περιορισμένα και ένα τέτοιο αρχείο χρειάζεται πιο εξειδικευμένη συντήρηση.

Ξεφυλλίζοντας, έβρισκα απίθανα πράγματα. Διάβαζα μια είδηση και αναρωτιόμουν τι ακριβώς ήταν αυτό που είχα μπροστά μου. Τη φωτογράφιζα χωρίς να ξέρω αν θα μου χρειαζόταν ποτέ. Δεν ήξερα ότι θα αποκτούσα κάποτε δική μου στήλη. Απλώς ήθελα να υπάρχουν αυτά τα στοιχεία και να διασωθούν.

Όταν ο Νίκος Παπαθεοδώρου, ύστερα από περισσότερα από δέκα χρόνια εβδομαδιαίας αρθρογραφίας, κουράστηκε και μου πρότεινε να συνεχίσω τη στήλη, είχα ήδη συγκεντρώσει υλικό. Είχα τα κείμενα και τις πληροφορίες.

Στην έρευνα βοηθούν και τα υπόλοιπα μέλη της Φωτοθήκης. Ο φίλος μου Αχιλλέας Καλτσάς κάνει εξαιρετική δουλειά στην αναζήτηση παλιών δημοσιευμάτων. Ερευνά και το αρχείο της Βουλής των Ελλήνων, το οποίο θεωρώ το καλύτερο αρχείο εφημερίδων στην Ελλάδα, με περίπου 4.500 τίτλους από ολόκληρη τη χώρα. Βρίσκει πράγματα και μου δίνει συχνά ιδέες.

Ο βασικός πυρήνας, όμως, παραμένει το αρχείο της «Ελευθερίας», επειδή μέσα του βρίσκεται καταγεγραμμένη η ιστορία της πόλης.

Ανασύρεις από το χρονοντούλαπο ειδήσεις του 1947 και του 1948. Έχεις συνειδητοποιήσει ότι δημιουργείς μια τεράστια ψηφιακή παρακαταθήκη για τη Λάρισα;

Όχι, δεν το έχω συνειδητοποιήσει έτσι. Εκείνη την ώρα το κάνω επειδή μου αρέσει και με κάνει να αισθάνομαι καλά. Όταν διαβάζω μια εφημερίδα του 1947, νιώθω ότι μπαίνω μέσα σε εκείνη τη χρονιά.

Νομίζω ότι κατεβαίνω μερικά επίπεδα κάτω, σε ένα υπόγειο, και συναντώ τους ανθρώπους της εποχής σαν φαντάσματα. Διαβάζεις, για παράδειγμα, ότι ήρθε στη Λάρισα ο Ροδόπουλος, ένα πρόσωπο που όλοι γνωρίζουμε από την ιστορία και από τα κληροδοτήματα που άφησε. Καθώς διαβάζω τι έκανε και τι είπε, αισθάνομαι ότι τον ακούω. Είναι σαν να συμμετέχω και εγώ σε εκείνη τη στιγμή. Αυτό με συναρπάζει.

Σαν ταξιδιώτης στον χρόνο.

Ακριβώς.

Ποιες είναι μερικές από τις μικρές ιστορίες που σε συγκλόνισαν περισσότερο;

Μία από αυτές αφορούσε έναν Νεοζηλανδό στρατιώτη, ο οποίος βρισκόταν στη Λάρισα κατά τη γερμανική εισβολή, στις 19 Απριλίου 1941. Ανήκε σε μια μικρή ομάδα τεσσάρων ή πέντε στρατιωτών που είχαν εντολή να ανατινάξουν τη γέφυρα του Αλκαζάρ.

Δυστυχώς, η γέφυρα χάθηκε. Είναι μια ιστορία που προσωπικά με λυπεί πολύ, επειδή επρόκειτο για ένα εξαιρετικά παλιό έργο.

Ο στρατιώτης αυτός επέστρεψε στη Λάρισα περίπου 20 χρόνια αργότερα, μαζί με τη γυναίκα του, για να αναζητήσει τον άνθρωπο που τον είχε βοηθήσει. Εκείνες τις ημέρες οι στρατιώτες ήταν εξαντλημένοι και πεινασμένοι. Είχαν πάει σε ένα μικρό κατάστημα κοντά στη γέφυρα, στον Πέρα Μαχαλά, και ο ιδιοκτήτης τούς έδωσε να φάνε. Φεύγοντας, τους έδωσε και λίγα χρήματα για τον δρόμο.

Ο Νεοζηλανδός δεν το ξέχασε. Επέστρεψε έπειτα από δύο δεκαετίες, τον αναζήτησε, τον βρήκε και τον ευχαρίστησε. Του επέστρεψε και τα χρήματα. Αυτή η ιστορία με συγκίνησε πολύ.

Μια άλλη περίπτωση ήταν η προσπάθεια ενός τραπεζικού υπαλλήλου να διασώσει τις καταθέσεις των Λαρισαίων όταν μπήκαν οι Γερμανοί στην πόλη. Κατάφερε, με κάποιον τρόπο, να προστατεύσει τα χρήματα που βρίσκονταν σε ένα τραπεζικό υποκατάστημα, ώστε να μην τα πάρουν οι κατακτητές.

Επρόκειτο ουσιαστικά για τις περιουσίες ανθρώπων της Λάρισας. Θα μπορούσε να πει ότι δεν τον αφορούσε και να αφήσει τους Γερμανούς να τα αρπάξουν. Δεν το έκανε. Έδρασε με έναν τρόπο που μπορεί να χαρακτηριστεί ηρωικός. Τέτοιες ιστορίες μου κάνουν μεγάλη εντύπωση.

Αυτές οι μικρές, αυτοτελείς ιστορίες της Λάρισας δεν θα μπορούσαν να συγκεντρωθούν σε έναν ή περισσότερους τόμους;

Θα μπορούσαν και το έχω στο μυαλό μου, επειδή μου το πρότειναν και άλλοι. Μου λένε να κρατήσω τα κείμενα και να τα κάνω βιβλίο.

Ο Νίκος Παπαθεοδώρου κάνει ήδη κάτι αντίστοιχο με τα δικά του πολυάριθμα κείμενα και προσπαθεί να τα βάλει σε τάξη. Εγώ, από την άλλη, αναρωτιέμαι μερικές φορές αν η σκέψη ότι όσα γράφεις πρέπει οπωσδήποτε να γίνουν βιβλίο περιέχει και ένα μικρό ψήγμα αλαζονείας. Ποιος είσαι, τελικά, ώστε να θεωρείς ότι αυτά που έγραψες πρέπει να τυπωθούν και να τα διαβάσουν οι άλλοι;

Είσαι ένας ιστορικός διασώστης. Αν η ιστορία είχε “ΕΚΑΒ”, θα ήσουν διασώστης της.

Μου αρέσει πολύ αυτός ο όρος.

Άφησε τον ιστορικό του μέλλοντος να κρίνει όσα θα παραδώσεις.

Δεν ξέρω. Ίσως υπάρχει και μια έμφυτη ταπεινότητα. Εμένα μου αρέσει να ψάχνω. Δεν γνώριζα ότι είχα αυτή την τάση προς τα αρχεία.

Μπορεί να βρεις ένα μονόστηλο που αναφέρει ότι κάποιος έσπασε το πόδι του. Παρακάτω βρίσκεις μια άλλη είδηση για τον ίδιο άνθρωπο, ο οποίος αποθεραπεύτηκε και έκανε αργότερα κάτι σημαντικό. Έτσι αρχίζει να σχηματίζεται μια ολόκληρη ιστορία.

Με αυτόν τον τρόπο έχω δημιουργήσει αποθέματα πληροφοριών που διαφορετικά δεν θα γνώριζε κανείς. Μαζεύοντας μικρά μονόστηλα και μελετώντας τα ξανά, εντοπίζεις συνδέσεις. Η τεχνολογία βοηθά πλέον πολύ. Βάζω στον υπολογιστή ένα όνομα ή μια λέξη-κλειδί, συγκεντρώνω ό,τι σχετίζεται με το συγκεκριμένο θέμα και από αυτά τα μικρά κομμάτια δημιουργείται μια ιστορία που διαφορετικά δεν θα υπήρχε.

Η δημοσιογραφία έχει αλλάξει βίαια τα τελευταία 15 χρόνια, με την κυριαρχία των ηλεκτρονικών μέσων. Εσύ πρόλαβες το τέλος της λινοτυπίας και έφτασες στην ψηφιακή εποχή. Τι έχει αλλάξει περισσότερο;

Όταν ξεκίνησα, η λινοτυπία έσβηνε και η φωτοσύνθεση είχε αρχίσει να κυριαρχεί. Σήμερα ο δημοσιογράφος είναι υποχρεωμένος να γράψει αμέσως αυτό που βλέπει. Δυστυχώς, πολλές φορές δεν διαθέτει τον χρόνο να διασταυρώσει και να ελέγξει την πληροφορία, με αποτέλεσμα να γίνονται λάθη.

Τότε μπορούσες να ασχολείσαι με ένα θέμα από το πρωί. Δεν υπήρχε ο σημερινός ανταγωνισμός του δευτερολέπτου. Έφτιαχνες το κείμενο, το διόρθωνες, παρακολουθούσες την εξέλιξη του γεγονότος και το απόγευμα το παρέδιδες στον αρχισυντάκτη στρωμένο και ολοκληρωμένο.

Σήμερα ο δημοσιογράφος πιέζεται πάρα πολύ από την ταχύτητα των γεγονότων και από την ψηφιακή δημοσιογραφία. Αν δεν ανεβάσεις την είδηση εκείνη τη στιγμή, μέσα σε ένα λεπτό θα την έχει δημοσιεύσει κάποιο άλλο μέσο.

Αν λέγαμε ότι είχαμε άγχος τότε, το σημερινό άγχος είναι πολύ μεγαλύτερο. Καταλαβαίνω απολύτως πώς λειτουργεί ο σύγχρονος δημοσιογράφος. Πρέπει ταυτόχρονα να γνωρίζει και να χειρίζεται την τεχνητή νοημοσύνη και όλα τα νέα μέσα.

Εμείς δεν είχαμε ούτε Google. Για να βρεις μια πληροφορία, έπρεπε να ανοίξεις μια εγκυκλοπαίδεια ή να ρωτήσεις έναν παλιότερο συνάδελφο: «Θυμάσαι ποιος ήταν αυτός;». Εκείνος σου έδινε δύο πληροφορίες, εσύ έβρισκες ακόμη δύο και έγραφες το κείμενο.

Σήμερα, αν ήσουν ξανά 18 ή 20 ετών, θα επέλεγες τη δημοσιογραφία;

Βεβαίως. Θα γινόμουν ξανά δημοσιογράφος.

Είμαι σήμερα 71 ετών και συνταξιούχος, αλλά επειδή ασχολούμαι με τα αρχεία και συνεχίζω να γράφω, νιώθω σαν να εργάζομαι ακόμη. Όσο μπορώ να το κάνω, όσο με κρατά η υγεία μου, θα συνεχίσω μέχρι το τέλος της ζωής μου.

Στην αρχή πίστευα ότι είχα πάρει σύνταξη. Τώρα δεν το πιστεύω πια. Ο ένας σου ζητά να του βρεις κάτι από το αρχείο, ο άλλος να του γράψεις ένα κείμενο ή ένα δελτίο Τύπου. Χωρίς να το καταλάβεις, βρίσκεσαι ξανά μέσα στο επάγγελμα. Και, πράγματι, αυτό ακριβώς συμβαίνει.

Βαγγέλη σε ευχαριστώ πολύ γι’ αυτή την ωραία συζήτηση.

Εγώ σε ευχαριστώ Απόστολε.

Ακολουθήστε το onlarissa.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις
Ετικέτες