ΥΓΕΙΑ - ΖΩΗ

Το 40% των Ελλήνων με μια χρόνια νόσο – Από τα μεγαλύτερα ποσοστά πολλαπλής νοσηρότητας κατέχει η Ελλάδα

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το onlarissa.gr στη Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του in.gr στην Google

To 85% των ασθενειών στην Ελλάδα είναι μη μεταδιδόμενες και η επιβάρυνση από τις νόσους αυτές προβλέπεται να ενταθεί καθώς ο πληθυσμός γερνάει και η πολυνοσηρότητα γίνεται ολοένα και πιο διαδεδομένη. Πάνω από 4 στους 10 ενήλικες πάσχουν από μια διαγνωσμένη χρόνια νόσο, ενώ το 52% των ασθενών άνω των 65 ετών πάσχει από δύο χρόνιες ασθένειες, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά πολυνοσηρότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το ελληνικό σύστημα υγείας ιστορικά είναι προσανατολισμένο στη θεραπεία και οι πόροι επικεντρώνονται κυρίως στα νοσοκομεία και τα φάρμακα, αντί της πρόληψης και πρωτοβάθμιας περίθαλψης.

Οι νοσηλείες καλύπτουν το 40% και πλέον των δαπανών υγείας έναντι 28% στην Ε.Ε., ενώ οι δαπάνες για πρόληψη παρέμεναν ιστορικά χαμηλότερα του 2% των δαπανών υγείας, αυξήθηκαν στο 4,5% κατά την πανδημία και μειώθηκαν στο 3,1% το 2023.

Αυτό το μοτίβο κατανομής αντανακλά έναν διαρθρωτικό προσανατολισμό προς τη θεραπεία των ασθενειών αντί για την έγκαιρη δράση για την πρόληψή τους. Η μετάβαση προς ένα προληπτικό μοντέλο που εστιάζει στην πρόληψη είναι κρίσιμη για την αντιμετώπιση της κλιμακούμενης πρόκλησης των μη μεταδοτικών ασθενειών και τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης ανθεκτικότητας του συστήματος.

Το 16% των θανάτων από εγκεφαλικό επεισόδιο και ισχαιμική καρδιοπάθεια στην Ελλάδα οφείλονται στην ατμοσφαιρική ρύπανση.

Τα αιωρούμενα μικροσωματίδια επιβαρύνουν την υγεία των Ελλήνων

Στα συμπεράσματα αυτά καταλήγει η δεύτερη Ελληνική μελέτη για την « πολιτική έγκαιρης δράσης κατά των μη μεταδιδόμενων ασθενειών στην Ελλάδα – Policy Roadmaps for Acting Early on NCDs» στο πλαίσιο της διεθνούς πρωτοβουλίας  Συνεργασία για τη Βιωσιμότητα και Ανθεκτικότητα των Συστημάτων Υγείας – Partnership for Health System Sustainability and Resilience (PHSSR). Η πρωτοβουλία συγκεντρώνει ένα διεθνές δίκτυο επιστημόνων, ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, φορέων χάραξης πολιτικής, επαγγελματιών υγείας και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών σε 30 χώρες, προωθώντας τη λήψη αποφάσεων με πολιτικές που βασίζονται σε επιστημονικά δεδομένα και παρεμβάσεις με μετρήσιμο αντίκτυπο για τους πολίτες και τα συστήματα υγείας.

Η υγεία του πληθυσμού

Σύμφωνα με τη μελέτη, η υγεία του πληθυσμού στην Ελλάδα παρουσιάζει αξιοσημείωτες ευπάθειες. Παρότι το προσδόκιμο ζωής ανέκαμψε στα 80,8 έτη μετά την πανδημία το 2022, το προσδόκιμο υγιούς ζωής στην ηλικία των 65 ετών ανέρχεται σε 8,8 έτη, κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ των 9,1 ετών.

Αυτή η μειωμένη περίοδος υγιούς γήρανσης, σε συνδυασμό με τα υψηλά ποσοστά πολυνοσηρότητας, σηματοδοτεί σημαντικές μελλοντικές ανάγκες περίθαλψης που θα επιβαρύνουν την ικανότητα του συστήματος χωρίς προληπτική παρέμβαση. Η επιβάρυνση του συστήματος με βασικές ασθένειες όπως οι αναπνευστικές παθήσεις, ορισμένες μορφές καρκίνου, καρδιαγγειακά νοσήματα και η χρόνια νεφρική νόσος, αυξάνονται, υπερβαίνοντας συχνά τους μέσους όρους της ΕΕ. σε αντίθεση με τις πτωτικές τάσεις που παρατηρούνται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Ταυτόχρονα, η Ελλάδα εμφανίζεται ευάλωτη απέναντι στην κλιματική αλλαγή.

Τα μέσα επίπεδα μικροσωματιδίων PM2,5 φτάνουν τα 15 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο, τρεις φορές υψηλότερα από τις οδηγίες του ΠΟΥ, συμβάλλοντας σημαντικά στην καρδιαγγειακή και αναπνευστική θνησιμότητα, και τα στοιχεία δείχνουν ότι το 16% των θανάτων από εγκεφαλικό επεισόδιο και ισχαιμική καρδιοπάθεια στην Ελλάδα οφείλονται στην ατμοσφαιρική ρύπανση.

Αυτοί οι περιβαλλοντικοί παράγοντες που καθορίζουν τα μη μεταδοτικά νοσήματα πρέπει να ενταχθούν άμεσα στις στρατηγικές πρόληψης.

Οι υπηρεσίες υγείας

Παρόλα αυτά, το ΕΣΥ επικεντρώνεται στα νοσοκομεία, με περιορισμένο συντονισμό και συνέχεια της περίθαλψης.

Υπάρχουν εθνικά πρωτόκολλα για τη διαχείριση των σημαντικότερων μη μεταδοτικών ασθενειών, ωστόσο η τήρηση παραμένει πρόκληση: σε μελέτη για τη συμμόρφωση με τις εθνικές οδηγίες για την παρακολούθηση του σακχαρώδη διαβήτη διαπίστωσε σημαντικές διαφορές στην πράξη.

Είναι απαραίτητη η ενσωμάτωση της συνολικής διαχείρισης των ασθενειών πέρα ​​από τη φαρμακευτική θεραπεία, με την πρόληψη να εντάσσεται σε όλα τα επίπεδα περίθαλψης, και η προσθήκη διαστρωμάτωσης του κινδύνου ανά κατηγορία ασθενών για καλύτερα θεραπευτικά αποτελέσματα.

Η μελέτη, αναφερόμενη στο πρόγραμμα «Προλαμβάνω» επεσήμανε την αμφίβολη συνέχισή του μετά τη λήξη της χρηματοδότησης από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Ανεκπλήρωτες ανάγκες

Παρέθεσε επίσης τα υψηλά ποσοστά ανεκπλήρωτων ιατρικών αναγκών, με το 9% του πληθυσμού να αναφέρει ότι έχει χάσει περίθαλψη λόγω κόστους, χρόνων αναμονής ή γεωγραφικών εμποδίων, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ που είναι 2,2%.

Η ανεκπλήρωτη ανάγκη μεταξύ των νοικοκυριών χαμηλού εισοδήματος είναι περισσότερο από τρεις φορές υψηλότερη από ό,τι μεταξύ των ομάδων υψηλού εισοδήματος.

Επιπλέον, η κατανομή των γιατρών και των δομών υγείας είναι άνιση, με πάνω από το 60% των γιατρών να συγκεντρώνονται στην Αττική και την Κεντρική Μακεδονία και μόνο το 10% στις νησιωτικές περιοχές, δημιουργώντας σημαντικά κενά πρόσβασης για τους κατοίκους απομακρυσμένων περιοχών οι οποίες δεν καλύπτονται πλήρως.

Οι χρόνοι αναμονής θεωρούνται σημαντικό πολιτικό ζήτημα. Παρά την πρόσφατη πρόοδο, οι παρατεταμένες αναμονές εξακολουθούν να υπάρχουν για κρίσιμες υπηρεσίες, όπως η ακτινοθεραπεία και οι χειρουργικές επεμβάσεις, και οι ελλείψεις ανθρώπινου δυναμικού επιδεινώνουν περαιτέρω τις καθυστερήσεις στη διάγνωση.

Η σοβαρή έλλειψη δεδομένων σχετικά με την ποιότητα της περίθαλψης για τα σημαντικά μη μεταδοτικά νοσήματα περιορίζει την ικανότητα αξιολόγησης της απόδοσης του συστήματος υγείας ή εντοπισμού σημείων συμφόρησης.

Βασικοί δείκτες ποιότητας, όπως το στάδιο κατά τη διάγνωση, οι χρόνοι αναμονής για διαγνωστικές διαδικασίες, η θνησιμότητα 30 ημερών μετά την εισαγωγή για οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο και τα ποσοστά επανεισαγωγής στο νοσοκομείο για χρόνιες παθήσεις, δεν αναφέρονται συστηματικά.

Το νέο σύστημα DRG που εφαρμόζεται επί του παρόντος θα μπορούσε να συμβάλει σημαντικά στην παραγωγή τέτοιων μετρήσεων, υπό την προϋπόθεση ότι η καταγραφή και η αναφορά δεδομένων πληρούν τα επαρκή πρότυπα ποιότητας.

Κατακερματισμός περίθαλψης

Τα μακροχρόνια διαρθρωτικά προβλήματα, όπως ο κατακερματισμός, ο ασθενής συντονισμός, η ελλιπής πρωτοβάθμια περίθαλψη, οι ανεπαρκείς μηχανισμοί παραπομπής και οι ασαφείς διαδρομές των ασθενών μέσα στο σύστημα υγείας, επηρεάζουν τη συνέχεια της περίθαλψης.

Το υπό ανάπτυξη σύστημα «προσωπικού ιατρού» αποτελεί ένα θετικό βήμα προς την ενίσχυση της πρωτοβάθμιας περίθαλψης, αν και η αποτελεσματικότητά του επηρεάζεται από την προϋπάρχουσα έλλειψη γενικών ιατρών, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν μόνο το 6% των ιατρών σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ που είναι 21%.

Μια σημαντική εξέλιξη, είναι ο συνεχιζόμενος ψηφιακός μετασχηματισμός του συστήματος.

Η Ελλάδα προωθεί ενεργά τον ψηφιακό μετασχηματισμό της υγείας μέσω της ΗΔΥΚΑ, επενδύοντας πάνω από 250 εκατ. ευρώ μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης. Βασικές πρωτοβουλίες περιλαμβάνουν ένα ενημερωμένο εθνικό ηλεκτρονικό αρχείο υγείας, τη διαχείριση της ψηφιακής ογκολογίας, τις ενημερωμένες ηλεκτρονικές συνταγές, την προγραμματισμένη εισαγωγή ενός Νομοθετικού Πλαισίου για την Ψηφιακή Υγεία και ενός Εθνικού Πλαισίου Διαλειτουργικότητας για την Ηλεκτρονική Υγεία (NeHIF), καθώς και την αναβάθμιση της χωρητικότητας της ψηφιακής υποδομής των σημείων παροχής φροντίδας. Πρωτοβουλίες για την ενσωμάτωση εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης στην παροχή υπηρεσιών βρίσκονται επίσης σε εξέλιξη, με παραδείγματα να περιλαμβάνουν τον «ψηφιακό βοηθό» για τους γιατρούς. Η Ελλάδα θα φιλοξενήσει επίσης ένα από τα επτά Εργοστάσια Τεχνητής Νοημοσύνης της ΕΕ (το Εργοστάσιο Τεχνητής Νοημοσύνης Pharos), για να χρησιμεύσει ως κόμβος έρευνας σε τομείς όπως η υγεία. Μέχρι το 2026, οι αρχές αναμένουν ένα πλήρες ψηφιακό άλμα, με ενσωμάτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης και ευθυγράμμιση με τον κανονισμό της ΕΕ για τον Ευρωπαϊκό Χώρο Δεδομένων Υγείας.

Μειωμένη χρηματοδότηση

Σύμφωνα με τη μελέτη, η Ελλάδα δαπανά χαμηλότερο ποσοστό του ΑΕΠ για την υγεία (8,5%) σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ (10,4%), και οι κατά κεφαλήν δαπάνες για την υγεία ύψους 2.001 ευρώ (ΙΑΔ) το 2022 είναι σημαντικά χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ των 3.533 ευρώ (ΙΑΔ). Το σύστημα ιστορικά χαρακτηρίζεται από υψηλές άμεσες δαπάνες υγείας, οι οποίες αντιπροσώπευαν το 33% των συνολικών δαπανών για την υγεία το 2021, σε σύγκριση με σημαντικά χαμηλότερα μερίδια σε άλλες χώρες της ΕΕ.

Αυτή η εξάρτηση από τις άμεσες πληρωμές των νοικοκυριών συμβάλλει στην ανισότητα και δημιουργεί οικονομικά εμπόδια στην πρόσβαση, ιδίως για τους ευάλωτους πληθυσμούς.

Το 23% των ατόμων στο χαμηλότερο πέμπτο του εισοδήματος αναφέρουν ότι έχουν χάσει ιατρική περίθαλψη για λόγους οικονομικών, απόστασης ή χρόνου αναμονής, έναντι μόλις 3,4% του πληθυσμού στο υψηλότερο πέμπτο των εισοδημάτων, γεγονός που αντιπροσωπεύει τη μεγαλύτερη ανισότητα που σχετίζεται με το εισόδημα στις ανεκπλήρωτες ανάγκες περίθαλψης στην ΕΕ.

Η συχνότητα εμφάνισης καταστροφικών δαπανών υγείας στους μεσήλικες και ηλικιωμένους αυξήθηκε από 5,8% το 2007 σε 13,6% το 2015 κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και, αν και έκτοτε έχει μειωθεί, παρέμεινε στο 9,8% το 2022, με το βάρος να πέφτει δυσανάλογα στο φτωχότερο πεμπτημόριο.

Τα νοικοκυριά με χρόνιους ασθενείς αντιμετωπίζουν σημαντικά αυξημένο οικονομικό κίνδυνο.

Η κατανομή των πόρων εξακολουθεί να επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στη θεραπεία ασθενειών παρά στην πρόληψή τους.

Η νοσοκομειακή περίθαλψη αντιπροσωπεύει πάνω από το 40% των δαπανών υγείας έναντι του μέσου όρου της ΕΕ που είναι 28%, ενώ οι δαπάνες για εξωνοσοκομειακή περίθαλψη (21%) και μακροχρόνια περίθαλψη (2%) παραμένουν συγκριτικά χαμηλές.

Οι δαπάνες πρόληψης, μετά την αύξηση στο 4,5% κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, μειώθηκαν στο 3,1% το 2023.

Η πληρωμή – με ασφαλιστική κάλυψη –  ανά παρεχόμενη υπηρεσία υγείας στην εξωνοσοκομειακή περίθαλψη και η πληρωμή νοσοκομείων βάσει DRG παρέχουν κίνητρα για περισσότερο όγκο υπηρεσιών έναντι της αξίας, με περιορισμένα οικονομικά κίνητρα για συντονισμένη και ολοκληρωμένη περίθαλψη βάσει αποτελεσμάτων.

Το σύστημα του προσωπικού γιατρού αποζημιώνει τους γιατρούς με ετήσια κατά κεφαλήν πληρωμή, προσαρμοσμένη στον κίνδυνο ανά ηλικιακή ομάδα, αλλά δεν περιλαμβάνει κίνητρα για απόδοση, ολοκληρωμένη περίθαλψη ή συστηματική παρακολούθηση για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας.

Οι διαδικασίες κατανομής του προϋπολογισμού δεν λαμβάνουν συστηματικά υπόψη τις μελλοντικές ανάγκες υγείας, το βάρος των ασθενειών ή παράγοντες ανισότητας, όπως η κοινωνικοοικονομική κατάσταση και η γεωγραφική πρόσβαση.

Προτάσεις

Με δεδεομένα τα παραπάνω, η μελέτη θέτει 10 προτεραιότητες μεταρρύθμισης στο σύστημα υγείας για να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα και ανθεκτικότητά του, παράλληλα με την εστίαση στις ανάγκες των ασθενών.

Οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις περιλαμβάνουν:

  1. Επένδυση στην πρόληψη από την παιδική ηλικία, με προώθηση υγιεινών συμπεριφορών σε όλη τη διάρκεια της ζωής.
  2. Μείωση των ανισοτήτων στην υγεία, μέσω συστηματικής μέτρησης και στοχευμένων παρεμβάσεων για τις ευάλωτες ομάδες.
  3. Αξιολόγηση των οργανωμένων προγραμμάτων προσυμπτωματικού ελέγχου, σύνδεσή τους σε ολοκληρωμένες διαδρομές έγκαιρης διάγνωσης και θεραπείας, και διεύρυνσή τους με προτεραιότητα στη χρόνια νεφρική νόσο, τον καρκίνο του πνεύμονα, το μελάνωμα και την άνοια.
  4. Μετάβαση σε διεπιστημονικά, ασθενοκεντρικά μοντέλα διαχείρισης των χρόνιων νοσημάτων.
  5. Μεταρρύθμιση της χρηματοδότησης του συστήματος υγείας, με αποζημίωση βάσει αποτελεσμάτων και όχι μόνο όγκου υπηρεσιών.
  6. Διασφάλιση της έγκαιρης και βιώσιμης πρόσβασης στην καινοτομία, μέσα από ένα αποτελεσματικότερο πλαίσιο χρηματοδότησης, αξιολόγησης, αποζημίωσης και αξιοποίησης νέων φαρμάκων, ιατροτεχνολογικών προϊόντων και ψηφιακών τεχνολογιών.
  7. Θέσπιση ολοκληρωμένου Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τα μη μεταδιδόμενα νοσήματα, με σαφείς στόχους, δείκτες και μηχανισμούς λογοδοσίας.
  8. Ουσιαστική συμμετοχή των ασθενών στη διαμόρφωση και αξιολόγηση των πολιτικών υγείας.
  9. Αξιοποίηση των δεδομένων υγείας και της τεχνητής νοημοσύνης για τεκμηριωμένη λήψη αποφάσεων και βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών.
  10. Ενσωμάτωση της αρχής «Health in All Policies», ώστε η υγεία να αποτελεί κριτήριο σε όλες τις δημόσιες πολιτικές.

in.gr

Ακολουθήστε το onlarissa.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις