ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Επενδυτική βαθμίδα: «Κλειδί» για την ανάπτυξη της οικονομίας – Στοίχημα η παραγωγικότητα

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το onlarissa.gr στη Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του ot.gr στην Google

Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας αποτέλεσε το σημαντικότερο ορόσημο για την ελληνική οικονομία μετά την πολυετή κρίση χρέους. Για πρώτη φορά μετά από περισσότερο από μία δεκαετία, η χώρα επέστρεψε στην κατηγορία των επενδυτικά αξιόπιστων οικονομιών, αποκτώντας πρόσβαση σε ένα πολύ ευρύτερο φάσμα διεθνών επενδυτών. Η εξέλιξη αυτή επηρέασε άμεσα το κόστος δανεισμού του Δημοσίου, την αποτίμηση των ελληνικών τραπεζών, τις δυνατότητες χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και συνολικά την εικόνα της χώρας στις διεθνείς αγορές.

Τα πρώτα κέρδη της επιστροφής στην επενδυτική βαθμίδα τα έγραψε η αγορά ομολόγων, με τις αποδόσεις των ελληνικών τίτλων να υποχωρούν, ενώ τα spreads έναντι των γερμανικών τίτλων διαμορφώθηκαν στα χαμηλότερα επίπεδα της τελευταίας δεκαπενταετίας.Τα στοιχεία δείχνουν ότι το ασφάλιστρο κινδύνου της χώρας βρίσκεται πλέον στο χαμηλότερο επίπεδο, γεγονός που σημαίνει οτι η Ελλάδα δανείζεται σήμερα με όρους που πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν αδιανόητοι.

Η αλλαγή αυτή άνοιξε έναν νέο κύκλο για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, αποκτόντας ευκολότερη πρόσβαση στις αγορές, άντλησαν κεφάλαια με ευνοϊκότερους όρους και βελτίωσαν τη δυνατότητά τους να χρηματοδοτούν επιχειρήσεις. Παράλληλα, οι μεγάλες ελληνικές εταιρείες μπόρεσαν να εκδώσουν εταιρικά ομόλογα με χαμηλότερο κόστος, διευρύνοντας τις πηγές χρηματοδότησής τους πέρα από τον τραπεζικό δανεισμό.

Η επενδυτική βαθμίδα μείωσε αισθητά το κόστος χρηματοδότησης του Δημοσίου και των μεγάλων επιχειρήσεων, ωστόσο η αποκλιμάκωση προς τα νοικοκυριά και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις εξελίσσεται με βραδύτερο ρυθμό

Η βελτίωση αυτή σταδιακά άρχισε να περνά και στην πραγματική οικονομία. Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι η πιστωτική επέκταση προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις διατηρείται κοντά στο 10%, ενώ τα νέα επιχειρηματικά δάνεια αυξήθηκαν στα 23,6 δισ. ευρώ το 2025, από περίπου 17 δισ. ευρώ δύο χρόνια νωρίτερα. Πρόκειται για αύξηση σχεδόν 40%, η οποία συνδέεται τόσο με τη βελτίωση του τραπεζικού περιβάλλοντος όσο και με την ισχυρή επενδυτική δραστηριότητα που χρηματοδοτείται από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Οι επιχειρήσεις ήταν οι πρώτες που αξιοποίησαν τη νέα δεδομένα της οικονομίας, με τη δυνατότητα χρηματοδότησης μεγάλων επενδυτικών σχεδίων να βελτιώνεται αισθητά, ιδιαίτερα σε τομείς όπως η ενέργεια, οι υποδομές, η μεταποίηση, τα logistics και οι ψηφιακές υπηρεσίες. Η εικόνα αυτή συνδυάστηκε με την αύξηση των άμεσων ξένων επενδύσεων, την ενίσχυση των εταιρικών κερδών και την επιστροφή της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου.

Η ταχύτητα μετάδοσης

Η μετάδοση του οφέλους δεν έγινε με τον ίδιο ρυθμό σε όλα τα επίπεδα της οικονομίας. Τα στοιχεία δείχνουν οτι το κόστος χρηματοδότησης παραμένει σημαντικά υψηλότερο για τις μικρότερες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά σε σχέση με τις μεγάλες εταιρείες οι οποίες διαθέτουν ισχυρούς ισολογισμούς και πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές και επωφελήθηκαν ταχύτερα από τη μείωση του κινδύνου χώρας.

Η ίδια εικόνα αποτυπώνεται και στην αγορά στεγαστικής πίστης, όπου για πρώτη φορά μετά από δεκαπέντε χρόνια καταγράφεται θετικός ετήσιος ρυθμός μεταβολής στα στεγαστικά δάνεια, ωστόσο η αύξηση παραμένει κοντά στο 1%, όταν η επιχειρηματική πίστη αυξάνεται σχεδόν με δεκαπλάσιο ρυθμό.

Η σύγκριση δείχνει ότι το χρηματοπιστωτικό όφελος της επενδυτικής βαθμίδας δεν έχει ακόμη περάσει με την ίδια ένταση στα ελληνικά νοικοκυριά.

Η διαφορά μεταξύ επενδύσεων και παραγωγικότητας

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης, σε συνδυασμό με τη βελτίωση του επενδυτικού κλίματος και τη χρηματοδότηση από το τραπεζικό σύστημα, θα αυξήσουν το ελληνικό ΑΕΠ, κυρίως μέσω της ενίσχυσης των επενδύσεων και του παραγωγικού κεφαλαίου.

Η αύξηση των επενδύσεων δεν μετατρέπεται όμως αυτόματα σε υψηλότερη παραγωγικότητα. Εκεί βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο αναπτυξιακό στοίχημα της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η παραγωγικότητα της εργασίας αυξήθηκε κατά 3,2% το 2025, μετά από σχεδόν μηδενική μεταβολή το 2024. Η εξέλιξη είναι θετική, χωρίς να έχει καλύψει ακόμη τη μεγάλη απόσταση από την υπόλοιπη Ευρώπη.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας παραμένει περίπου στο 55% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης διαμορφώνεται περίπου στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Επενδυτική βαθμίδα και ανάπτυξη

Οι δείκτες αυτοί δείχνουν ότι η οικονομία επενδύει περισσότερο, εξακολουθεί όμως να παράγει αισθητά μικρότερη αξία ανά εργαζόμενο σε σχέση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες. Τα στοιχεία δείχνουν οτι η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας βελτίωσε τις προϋποθέσεις ανάπτυξης, ωστόσο, η παραγωγικότητα θα κρίνει αν αυτή η βελτίωση αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά.

Η τελευταία έρευνα SAFE της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δείχνει ότι το 25% των μεγάλων επιχειρήσεων σχεδίαζε αύξηση των επενδύσεων σε πάγιο εξοπλισμό κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026, ενώ στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις το αντίστοιχο ποσοστό περιορίστηκε στο 7%. Η εικόνα αυτή αντανακλά τις διαφορετικές δυνατότητες πρόσβασης στη χρηματοδότηση.

Η διαφορά φαίνεται και στο κόστος χρήματος, με τα νέα επιχειρηματικά δάνεια να χορηγούνται με μέσο επιτόκιο περίπου 4,5%, ενώ τα νέα καταναλωτικά δάνεια εξακολουθούν να κινούνται πάνω από 11%. Η επενδυτική βαθμίδα μείωσε αισθητά το κόστος χρηματοδότησης του Δημοσίου και των μεγάλων επιχειρήσεων, ωστόσο η αποκλιμάκωση προς τα νοικοκυριά και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις εξελίσσεται με βραδύτερο ρυθμό.

Η βελτίωση των επενδυτικών συνθηκών αποτυπώνεται και στις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, οι οποίες αυξήθηκαν το 2025 και συνέχισαν ανοδικά και το 2026. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών περιορίστηκε χωρίς να παύει να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας.

Στην αγορά εργασίας, η συνολική αμοιβή των εργαζομένων αυξήθηκε κατά 4,5% το πρώτο τρίμηνο του 2026, ενώ η αμοιβή ανά εργαζόμενο ενισχύθηκε κατά 3,3%. Η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ, μικτά από τον Απρίλιο του 2026 ενίσχυσε περαιτέρω το ονομαστικό εισόδημα ενός μεγάλου αριθμού εργαζομένων.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι μέρος του οφέλους περνά πλέον στην αγορά εργασίας μέσω της αυξημένης οικονομικής δραστηριότητας, ωστόσο η πραγματική αγοραστική δύναμη εξακολουθεί να επηρεάζεται από τον πληθωρισμό, ιδιαίτερα στις υπηρεσίες και στη στέγαση, γεγονός που περιορίζει το αποτύπωμα των αυξήσεων στο διαθέσιμο εισόδημα.

Το επόμενο στοίχημα

Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας βοήθησε την Ελλάδα να αποκτήσει χαμηλότερο κόστος δανεισμού, ισχυρότερη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές, μεγαλύτερη τραπεζική ρευστότητα και υψηλότερες επενδύσεις.

Οι δείκτες αυτοί εξηγούν γιατί η ελληνική οικονομία εμφανίζεται σήμερα πιο ανθεκτική απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις από ό,τι πριν από λίγα χρόνια.

ot.gr

Ακολουθήστε το onlarissa.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις