ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ελληνικά νοικοκυριά: Εξακολουθούν να διαθέτουν το μεγαλύτερο μέρος του μηνιαίου εισοδήματος σε βασικές ανάγκες.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το onlarissa.gr στη Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του ot.gr στην Google

Η αποτίμηση της πορείας της ελληνικής οικονομίας, παρά την γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή, δείχνει οτι η ανάπτυξη παραμένει υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, η ανεργία κινείται στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων δεκαεπτά ετών, οι επενδύσεις συνεχίζουν να αυξάνονται, οι τράπεζες χρηματοδοτούν περισσότερο την οικονομία και οι μισθοί ακολουθούν ανοδική πορεία για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά.

Η Ελλάδα έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, οι δημοσιονομικές επιδόσεις παραμένουν ισχυρές και το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ συνεχίζει να αποκλιμακώνεται.

Παρ’ όλα αυτά, η βελτίωση αυτή δεν αποτυπώνεται με την ίδια ένταση στην καθημερινότητα των νοικοκυριών. Η οικονομία δείχνει να αναπτύσσεται ταχύτερα από όσο αυξάνεται η αίσθηση οικονομικής ευημερίας. Το διαθέσιμο εισόδημα ενισχύεται με βραδύτερο ρυθμό από εκείνον που αφήνουν να εννοηθεί οι μακροοικονομικοί δείκτες, καθώς μεγάλο μέρος των αυξήσεων απορροφάται από το αυξημένο κόστος στέγασης, τις ανατιμήσεις στις υπηρεσίες και στα τρόφιμα, αλλά και από τις διαρθρωτικές αδυναμίες που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν το παραγωγικό μοντέλο της χώρας.

Την ίδια ακριβώς εικόνα μοιάζει πως έχουν και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον ΟΟΣΑ, αλλά και στην Τράπεζα της Ελλάδος. Οι αναλυτές των τριών θεσμών μεταφέρουν σταδιακά τη συζήτηση από το ύψος των μισθών στην ποιότητα της ανάπτυξης, καθώς παραμένει ζητούμενο κατά πόσο η ανάπτυξη αυτή δημιουργεί αρκετή νέα αξία ώστε να μεταφράζεται σε ουσιαστική αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος.

Οι αυξήσεις των μισθών

Η αγορά εργασίας παρουσιάζει αναμφίβολα σημαντική πρόοδο, με την ανεργία να υποχωρεί τον Μάιο στο 8,1%, ενώ ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε από τον Απρίλιο στα 920 ευρώ, συνεχίζοντας μια ανοδική πορεία που έχει οδηγήσει σε συνολική αύξηση άνω του 40% μέσα σε μία τετραετία. Παράλληλα, οι μέσες αποδοχές στον ιδιωτικό τομέα ακολουθούν ανοδική τροχιά, καθώς οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να καλύψουν τις ανάγκες τους σε προσωπικό.

Οι εξελίξεις αυτές συνιστούν σαφή βελτίωση σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία. Παρόλα αυτά δεν αρκούν ώςτε τα νοικοκυριά να καλύψουν τον διαρκώς όλο και υψηλότερο λογαριασμό για την κάλυψη των καθημερινών αναγκών. Ο λόγος είναι ότι οι αυξήσεις των αποδοχών θα πρέπει να καλύψουν δύο διαφορετικές απώλειες ταυτόχρονα. Από τη μία πλευρά επιχειρούν να αποκαταστήσουν το εισοδηματικό κενό που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της πολυετούς δημοσιονομικής κρίσης, ενώ από την άλλη, καλούνται να αντισταθμίσουν τις σημαντικές απώλειες αγοραστικής δύναμης που προκάλεσε το πληθωριστικό κύμα μετά το 2022.

Ο πληθωρισμός τον Ιούνιο ήταν στο 4,4%, ποσοστό που παραμένει αισθητά υψηλότερο από τον στόχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό μέρος των ονομαστικών αυξήσεων εξανεμίζεται από την άνοδο των τιμών, ιδιαίτερα σε αγαθά και υπηρεσίες που καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού.

Η εικόνα αυτή δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Στην τελευταία του έκθεση για την απασχόληση, ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι οι πραγματικοί μισθοί στις περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες συνεχίζουν να ανακάμπτουν, χωρίς όμως να έχουν καλύψει πλήρως τις απώλειες που προκάλεσε η πληθωριστική κρίση των τελευταίων ετών. Στην ελληνική περίπτωση, η προσπάθεια αυτή ξεκινά από ακόμη χαμηλότερη αφετηρία, γεγονός που εξηγεί γιατί η βελτίωση γίνεται λιγότερο αισθητή στην καθημερινότητα.

Πίεση από τις ανελαστικές δαπάνες

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό στεγαστικής επιβάρυνσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 28,9% των πολιτών ζει σε νοικοκυριά που διαθέτουν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για ενοίκιο, δόση στεγαστικού, λογαριασμούς και λοιπές στεγαστικές δαπάνες. Ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μόλις στο 8%.

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη στα μεγάλα αστικά κέντρα και στους νεότερους εργαζόμενους, όπου η πρόσβαση στην κατοικία εξελίσσεται σε έναν από τους βασικότερους περιορισμούς του διαθέσιμου εισοδήματος. Η τελευταία Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ δείχνει ότι τα ελληνικά νοικοκυριά εξακολουθούν να διαθέτουν το μεγαλύτερο μέρος του μηνιαίου προϋπολογισμού τους σε βασικές ανάγκες. Τα τρόφιμα και τα μη αλκοολούχα ποτά απορροφούν το 20,7% της συνολικής καταναλωτικής δαπάνης, η κατοικία το 14,4%, οι μεταφορές το 13,3%, ενώ σημαντικό ποσοστό κατευθύνεται επίσης στην ενέργεια και στην υγεία.

Τα στοιχεία ωστόσο, δείχνουν μια ακόμα μεγαλύτερη οικονομική ανισότητα. Για το χαμηλότερο εισοδηματικό 20% των νοικοκυριών, περισσότερο από το 55% του συνολικού προϋπολογισμού δαπανάται αποκλειστικά για τρόφιμα και κατοικία. Στο υψηλότερο εισοδηματικό 20% το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται περίπου στο 25%.

Η ίδια εικόνα αποτυπώνεται και στον δείκτη Πραγματικής Ατομικής Κατανάλωσης (Actual Individual Consumption – AIC), τον οποίο η Eurostat θεωρεί πιο αντιπροσωπευτικό από το κατά κεφαλήν ΑΕΠ για τη σύγκριση του πραγματικού βιοτικού επιπέδου. Παρά τη συνεχή ανάπτυξη της οικονομίας, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την πραγματική κατανάλωση ανά κάτοικο να αντιστοιχεί περίπου στο 70% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η οικονομία παράγει περισσότερο πλούτο από ό,τι στο παρελθόν, χωρίς όμως η βελτίωση αυτή να μεταφέρεται με την ίδια ένταση στην κατανάλωσης των νοικοκυριών. Η ποιότητα της ανάπτυξης καθορίζει πλέον τους μισθούς. Η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται, όμως εξακολουθεί να παράγει μικρότερη αξία ανά εργαζόμενο σε σχέση με τις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό περιορίζει αντικειμενικά τον ρυθμό με τον οποίο μπορούν να αυξάνονται τα εισοδήματα χωρίς να επιβαρύνεται η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.

Η τελευταία έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Παρά την πρόοδο που έχει σημειώσει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, η παραγωγικότητα της εργασίας εξακολουθεί να αντιστοιχεί περίπου στο 55% του μέσου ευρωπαϊκού επιπέδου. Με απλά λόγια, κάθε ώρα εργασίας εξακολουθεί να παράγει αισθητά μικρότερη οικονομική αξία σε σχέση με τον μέσο Ευρωπαίο εργαζόμενο.

Η διαφορά αυτή δεν εξηγείται από την προσπάθεια των εργαζομένων. Αντίθετα, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, οι Έλληνες εξακολουθούν να συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων που εργάζονται περισσότερες ώρες στην Ευρώπη. Το πρόβλημα βρίσκεται στην παραγωγική δομή της οικονομίας και όχι στη διάθεση για εργασία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνδέει τη χαμηλή παραγωγικότητα με μια σειρά διαρθρωτικών χαρακτηριστικών. Το μικρό μέγεθος της πλειονότητας των επιχειρήσεων, οι χαμηλότερες επενδύσεις σε έρευνα και τεχνολογία, η περιορισμένη διάχυση της καινοτομίας, οι ελλείψεις δεξιοτήτων σε κρίσιμους τομείς και οι καθυστερήσεις στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και της δικαιοσύνης εξακολουθούν να επιβαρύνουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και μετά τις σημαντικές εισροές του Ταμείου Ανάκαμψης, η Ελλάδα εξακολουθεί να επενδύει λιγότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε άυλο κεφάλαιο, δηλαδή σε λογισμικό, ψηφιακές εφαρμογές, έρευνα, πατέντες και πνευματική ιδιοκτησία. Πρόκειται για τις επενδύσεις που στις περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες αυξάνουν την παραγωγικότητα και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για υψηλότερους μισθούς.

Περισσότερες θέσεις εργασίας

Η μείωση της ανεργίας αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ελληνικής οικονομίας μετά την κρίση. Ζητούμενο όμως παραμένει πόσες θέσεις εργασίας δημιουργούνται, αλλά και τι αξία παράγουν. Τα τελευταία χρόνια η ανάπτυξη στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στον τουρισμό, στις κατασκευές, στην αγορά ακινήτων, στις μεταφορές, στο λιανεμπόριο και γενικότερα στις υπηρεσίες. Πρόκειται για κλάδους που συνέβαλαν αποφασιστικά στην ανάκαμψη της οικονομίας και στη μείωση της ανεργίας. Ταυτόχρονα, όμως, εμφανίζουν κατά μέσο όρο χαμηλότερη παραγωγικότητα σε σχέση με δραστηριότητες υψηλής τεχνολογίας, προηγμένης μεταποίησης ή έντασης γνώσης.

Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει επισημάνει ότι οι επενδύσεις αποτελούν σήμερα τον βασικό μοχλό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Ο διοικητής Γιάννης Στουρνάρας υπογράμμισε πρόσφατα ότι η χώρα συνεχίζει να αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, προειδοποιώντας παράλληλα ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες. Ανάμεσα σε αυτές ξεχωρίζουν η χαμηλή παραγωγικότητα, οι ελλείψεις δεξιοτήτων, η περιορισμένη διάχυση της καινοτομίας, οι δυσκολίες πρόσβασης σε οικονομικά προσιτή κατοικία και το επίμονο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Η παρέμβαση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία γιατί μεταφέρει τη συζήτηση από τους ρυθμούς ανάπτυξης στην ποιότητα της. Η αύξηση του ΑΕΠ από μόνη της δεν αρκεί για να στηρίξει διατηρήσιμη άνοδο του βιοτικού επιπέδου, εφόσον δεν συνοδεύεται από μεγαλύτερη παραγωγικότητα και υψηλότερη προστιθέμενη αξία.

Η συζήτηση αυτή αναμένεται να βρεθεί ακόμη πιο έντονα στο επίκεντρο τους επόμενους μήνες. Το φθινόπωρο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα παρουσιάσει τις νέες οικονομικές προβλέψεις για τα κράτη-μέλη, ενώ θα ακολουθήσουν οι επικαιροποιημένες αξιολογήσεις του ΟΟΣΑ και της Τράπεζας της Ελλάδος για την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα και την αγορά εργασίας. Τα στοιχεία αυτά αναμένεται να δείξουν κατά πόσο η ισχυρή ανάπτυξη των τελευταίων ετών αρχίζει να μεταφράζεται σε μεγαλύτερη αύξηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος ή αν η απόσταση ανάμεσα στους θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες και στην οικονομική καθημερινότητα των νοικοκυριών εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις της ελληνικής οικονομίας.

ot.gr

Ακολουθήστε το onlarissa.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις