ΛΑΡΙΣΑΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ
Το εργοστάσιο που ήρθε στη Λάρισα πριν μισό αιώνα και όλοι νομίζουμε ότι είναι λαρισαϊκό – Ο λόγος που προτίμησε τον θεσσαλικό κάμπο (φωτο)

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης
Το έχουμε εδώ, στη Φαρσάλων στο 6ο χλμ., και νομίζουμε ότι είναι λαρισαϊκό. Από το 1974. Σπάνια η βιομηχανική ιστορία της πόλης δεν συνδέεται με την εντοπιότητα των ιδιοκτητών ή έστω την πλήρη μετεγκατάστασή τους στην πόλη. Άνθρωποι που βρέθηκαν στη Λάρισα μέσω συγκυριών ή άλλοι που την επέλεξαν για να ζήσουν, να επενδύσουν και να δημιουργήσουν.
Το εργοστάσιο όμως της Melissa Κίκιζας διαφοροποιείται. Μπορεί να είναι και η μοναδική περίπτωση όπου μια εταιρία με εμπορική δραστηριότητα εντός και εκτός των συνόρων επέλεξε τη Λάρισα για λόγους άλλους. Καθαρά επενδυτικούς. Για τον θεσσαλικό κάμπο και τα στάρια του.
Της Εύης Μποτσαροπούλου

Η ιστορία της οικογένειας Κίκιζας ξεκινά πολύ πιο πίσω στο χρόνο και έρχεται από πολύ μακριά. Συγκεκριμένα, από το Ελαιοχώρι Αρκαδίας και από ένα μικρό παντοπωλείο που άνοιξε το 1925. Τη δεκαετία του ’30, οι Κικιζαίοι, αποφασίζουν να φύγουν από την Πελοπόννησο και να ανέβουν στην Αθήνα. Στην περιοχή του Μεταξουργείου ανοίγουν ένα παντοπωλείο· μεγάλο αυτή τη φορά, πολύ. Στο χαρακτηριστικό γωνιακό κτίριο που έγινε τοπόσημο, τραγούδι και στάση. «Στη γειτονιά του Κίκιζα» τραγουδάει ο Ζαμπέτας, εκεί σταματούν λεωφορεία, στη στάση «Κίκιζας»· μέχρι σήμερα έτσι την αποκαλούν οι παλιοί.



Για δυόμιση δεκαετίες εμπόριο κάνουν. Μέχρι το 1949, όταν ο Αλέξανδρος Κίκιζας παίρνει την απόφαση να κάνει το μεγάλο βήμα, να ιδρύσει μια εταιρεία ζυμαρικών. Το πρώτο εργοστάσιο χτίζεται στην Κολοκυθού, δίπλα στον Κηφισό. Δεν λεγόταν εξαρχής Melissa. Στην αρχή η επωνυμία ήταν «Εκλεκτά Ζυμαρικά Κίκιζα». Το 1950 το πρώτο εργοστάσιο συστήνεται στην αγορά ως «Βιομηχανία Ζυμαρικών ΒΕΖΑΚ», ήτοι… Βιομηχανία Εκλεκτών Ζυμαρικών Αλέξανδρος Κίκιζας. Από το 1956 καθιέρωσαν την επωνυμία «Μέλισσα».

Τις μεγάλες αλλαγές τις κάνουν κάθε 25 χρόνια περίπου. Το βλέπεις το μοτίβο όταν παρακολουθείς την ιστορία της οικογένειας. Το 1974 φτιάχτηκε ο μύλος στη Λάρισα και το μακαρανοποιείο. Ήρθαν εδώ «για να βρίσκονται κοντά στην πρώτη ύλη» Το στάρι. Σήμερα, το εργοστάσιο της Λάρισας λειτουργεί με τον παλιό μύλο αναβαμθισμένο και τον καινούργιο που έγινε το 2019. Είναι από τους μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού σιμιγδαλόμυλους που απέμειναν στη χώρα. «Χρησιμοποιούμε περίπου 100.000 τόνους σκληρό σιτάρι το χρόνο, την ώρα που η Ελλάδα παράγει 700.000-800.000 τόνους εμείς παίρνουμε το 1/7 με 1/8 της αγοράς και είμαστε ο μεγαλύτερος αγοραστής σίτου» εξηγεί ο Διευθυντής κ. Δημήτρης Μπακοδήμος.
Όλο αυτό το σιτάρι επεξεργάζεται στους δύο μύλους στη Λάρισα και τροφοδοτεί το μακαρονοποιείο· όλη αυτή η ποσότητα γίνεται ζυμαρικά «δεν πουλάμε ούτε σιμιγδάλια ούτε στάρια». Με αυτή τη ποσότητα παράγουν 65-70 χιλιάδες τόνους ζυμαρικά το χρόνο. 135 άτομα είναι όλο το προσωπικό, από το μύλο μέχρι την αποθήκη. Δουλεύουν 7 μέρες την εβδομάδα με 3 βάρδιες καθημερινά· ο μύλος δουλεύει 5 μέρες για να δίνεται η ευκαιρία για συντήρηση ενδιάμεσα.


Η διαδρομή, τα ορόσημα, η ιστορία…
Ο Αλέξανδρος Κίκιζας έκανε την αρχή. Έδωσε το πλαίσιο για 15 χρόνια με το εργοστάσιο στην Κολοκυθού. Δεν ξέρω αν ονειρεύτηκε το εργοστάσιο στη Λάρισα. Αν το σχεδίαζε. Το 1965, αιφνιδίως φεύγει από τη ζωή. Εκεί γίνεται η μεγάλη ανατροπή και τα ηνία παίρνει η σύζυγός του Κωνσταντίνα Κίκιζα. Για 10 χρόνια. Περίμενε να μεγαλώσει ο γιος της Γιώργος για να αναλάβει.

Οι δυο τους πήραν την μεγάλη απόφαση να ανοίξουν εργοστάσιο στη Λάρισα. Να έρθουν στην καρδιά της πρώτης ύλης. Έτσι, το 1974 ιδρύεται ο πρώτος σιμιγδαλόμυλος, ενώ το 1975 ο Γεώργιος Κίκιζας αναλαμβάνει τα ηνία της εταιρείας. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, αρχές της δεκαετίας του ’80, ξεκινάει η ολοκληρωτική μετεγκατάσταση από την Αθήνα στη Λάρισα.

Το 1989, ο Γεώργιος Κίκιζας και ο Ιταλός βιομήχανος Ντανίλο Φοσάτι συνεργάζονται. Ιδρύουν από κοινού την εταιρεία Pumaro. Το 1990 κάνουν το επόμενο βήμα· αγοράζουν το εργοστάσιο του Πελαργού στην Πελοπόννησο και ξεκινάει από εκεί η παραγωγή των τοματικών. Το 1999 γίνεται μια πρώτη αναβάθμιση στον παλαιό μύλο στη Λάρισα. Η δεκαετία αυτή υπήρξε έντονη.
Πλέον, στο τιμόνι της εταιρείας βρίσκεται ο Αλέξανδρος Κίκιζας, ο εγγονός. Από το 2013 τα ηνία ανέλαβε η τρίτη γενιά Κικιζαίων. Τρία χρόνια αργότερα ιδρύεται η Ακαδημία Σίτου και το 2020 ένας νέος μύλος έρχεται στο μακαροανοποιείο της Λάρισας. Το 2021, το επενδυτικό ενδιαφέρον στρέφεται σε έναν ακόμη τομέα, τα ελαιόλαδα, και ιδρύεται η εταιρεία Tera Creta.
«Δεν θυμάμαι ούτε μία χρονιά η εταιρεία να μην επένδυσε, να μην έκανε κάτι. Ή σε συστήματα, ή κτιριακά, ή σε μηχανές. Πάντα κάτι κάνει. Και αυτό είναι το μυστικό, ότι επανεπενδύει. Να σκεφτούμε ότι το ’92, η Μέλισσα ήταν το νούμερο 3 μακαρονοποιείο στην Ελλάδα και σήμερα είναι το νούμερο 1. Τότε υπήρχαν γύρω στις 15-18 εταιρείες ζυμαρικών και σήμερα μόνο 3-4» λέει ο κ. Μπακοδήμος. Είναι άλλωστε πάρα πολλά χρόνια στην εταιρία. Έχει δει όλη την πορεία της. Όλη τη διαδρομή. «Δεν υπήρχαν οι αυτοματισμοί που βλέπεις σήμερα στο εργοστάσιο, τα ρομποτικά. Υπήρχαν οι μηχανές της τεχνολογίας της εποχής. Υπήρχαν και πολλές γυναίκες, σχεδόν 70, οι οποίες συσκευάζανε στο χέρι. Τα πακέτα στα κιβώτια και στις παλέτες. Σήμερα οι άνθρωποι που δουλεύουν το μόνο που κάνουν είναι να χειρίζονται τις μηχανές…».




Το Μουσείο Σίτου…
Το 2023 εγκαινιάζεται το Μουσείο Σίτου στην Λάρισα. «Το τελευταίο στολίδι της οικογένειας Melissa Κίκιζας» όπως λέει ο Γάννης Πούρικας όταν ξεκινά την ξενάγηση…
Είναι ένα κανονικό μουσείο. Από αυτά που αξίζει να επισκεφτείς. Μαζί με την ιστορία της οικογένειας Κίκιζα παρακολουθείς την ιστορία της καλλιέργειας σιτηρών από τις αρχές του 20ου αιώνα έως σήμερα, μέσα από εκθέματα, εργαλεία και ιστορικά στοιχεία. Είναι εντυπωσιακό! Εκτίθενται ιστορικά εργαλεία και μηχανήματα, όπως αλέτρια, άροτρα, σβάρνες, δρεπάνια, αδοκάνες, αλωνιστικές μηχανές, ζυγαριές και μύλοι, που απεικονίζουν την εξέλιξη της παραγωγής. Και της παραγωγής ζυμαρικών. Και της εταιρίας. Τρία αφηγήματα που μπλέκονται και γίνονται ένα.
Εκεί μέσα καταλαβαίνεις πως η ιστορία της καλλιέργειας του σιταριού και της παραγωγής ζυμαρικών είναι βαθιά ριζωμένη στην ελληνική παράδοση και εξελίχθηκε σημαντικά με την τεχνολογία και τη βιομηχανική επανάσταση.




Από το στάρι στο πακέτο ζυμαρικών…
Όσο κυκλοφορείς μέσα στο μουσείο τόσο συνειδητοποιείς ότι η παραγωγική διαδικασία των ζυμαρικών παραμένει ίδια. Και στην Ιταλία του 1880, τι κάνανε; Τα βάζανε πάνω σε καλάμια και τα περνάγανε από ξήρανση. Η ξήρανση ήταν ο ήλιος. Πλέον στο μακαρονοποιείο τα περνάνε μέσα από σύγχρονους φούρνους για να γίνεται πιο γρήγορη η διαδικασία.

Η διαδικασία ξεκινά πολύ πριν το ζυμαρικό φτάσει στο πιάτο μας. Ξεκινά τη στιγμή που ένα φορτηγό γεμάτο σκληρό σιτάρι περνά την πύλη του εργοστασίου. Εκεί γίνονται οι πρώτοι έλεγχοι: υγρασία, καθαρότητα, παρουσία εντόμων ή ξένων υλών. Ακολουθούν οι ποιοτικές αναλύσεις στο εργαστήριο. «Μόνο τότε αποφασίζεται αν η παρτίδα θα παραληφθεί και σε ποιο σιλό θα αποθηκευτεί, ανάλογα με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της» εξηγεί ο κ. Μπακοδήμος. «Οι αποθηκευτικοί χώροι είναι γεμάτοι με αισθητήρες θερμοκρασίας και υγρασίας, παρακολουθούν συνεχώς τις συνθήκες. Σε όλη τους έκταση. Χωρούν περίπου 38.000 τόνους και τροφοδοτούν μια παραγωγή που καταναλώνει σχεδόν 100.000 τόνους σκληρού σίτου τον χρόνο».
Πριν από την άλεση προηγείται ένας σύνθετος καθαρισμός. Με αέρα, κόσκινα και φυγοκεντρικά συστήματα απομακρύνεται κάθε ξένη ύλη. Στη συνέχεια το σιτάρι ενυδατώνεται σταδιακά για περίπου 14 ώρες, ώστε να αποκτήσει την κατάλληλη υγρασία που απαιτεί η παραγωγή ποιοτικού σιμιγδαλιού. «Τότε είναι έτοιμο να αλεστεί. Θέλουμε να φτάσουμε στην «καρδιά» του σπόρου, το σιμιγδάλι. Το πίτυρο που απομένει αξιοποιείται ως ζωοτροφή. Από εκεί και πέρα η διαδικασία είναι σχεδόν πλήρως αυτοματοποιημένη…». Το σιμιγδάλι μεταφέρεται αεροστεγώς και χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση στο μακαρονοποιείο, όπου αναμειγνύεται με νερό και μετατρέπεται σε ζυμάρι και μπαίνει σε ειδικές μήτρες που δίνουν το σχήμα στα ζυμαρικά. Τρεις γραμμές παραγωγής παράγουν τα μακριά ζυμαρικά και τέσσερις τα κοφτά.

Μόλις έχουμε σχηματίσει το ζυμαρικό που περιέχει περίπου 33% υγρασία. «Πρέπει να περάσει από ελεγχόμενη ξήρανση διάρκειας τεσσάρων έως οκτώ ωρών». Στο τέλος της διαδρομής ζυγίζεται, συσκευάζεται, τοποθετείται σε κιβώτια και παλέτες και οδηγείται αυτόματα στην αποθήκη ετοίμων προϊόντων. Εκεί ένα ψηφιακό σύστημα διαχειρίζεται περίπου 8.500 παλέτες και οργανώνει τις φορτώσεις για την ελληνική και τη διεθνή αγορά. «Σε όλη αυτή τη διαδρομή, από τον πρώτο έλεγχο του σιταριού μέχρι το τελικό πακέτο, το εργαστήριο παρακολουθεί κάθε στάδιο της παραγωγής. Ελέγχει την ποιότητα του σιμιγδαλιού, τις συνθήκες ξήρανσης, τα χαρακτηριστικά του τελικού προϊόντος, ακόμη και τις αναγραφές στη συσκευασία» συνεχίζει την ξενάγηση ο Διευθυντής του εργοστασίου.
Όταν τελειώνει, η ξενάγηση, αντιλαμβάνεσαι ότι, πίσω από ένα πακέτο μακαρόνια, κρύβεται μια αλυσίδα διαδικασιών που ξεκινά από το χωράφι και περνά από δεκάδες ελέγχους, αυτοματισμούς και ανθρώπους που παρακολουθούν διαρκώς την ποιότητα. Πώς να τον φανταστείς όλον αυτόν τον κόσμο όταν κοιτάς ένα πακέτο μακαρόνια;

Η συμβολαιακή γεωργία…
Ένα από τα πράγματα για τα οποία είναι περήφανοι είναι η συμβολαιακή γεωργία. «Είναι μια δουλειά που ξεκινήσαμε πριν 12 χρόνια. Το πρόγραμμα που τρέξανε βασίστηκε σε μια πολύ απλή βάση, το πώς θα καταφέρουνε να κάνουμε την καλλιέργεια βιώσιμη. «Έπρεπε να βρούμε ένα τρόπο να έχουμε τον παραγωγό δίπλα μας και να εξασφαλίσουμε ότι θα τον έχουμε κάθε χρόνο μέσα σε ένα ανταγωνιστικό κατά το δυνατόν τρόπο στο πλαίσιο των οικονομικών συνθηκών της ελεύθερης αγοράς». Έτσι εξασφαλίσανε και την ποιότητα. «Είπαμε ότι θα καλύψουμε, εμείς σαν εταιρία, το κόστος καλλιέργειας στον παραγωγό μέσω μιας ελάχιστης εγγυημένης τιμής, η οποία προκύπτει σαν μέρος όρος με βάση τα 400 κιλά/στρέμμα». Για φέτος αυτή η ελάχιστη εγγυημένη τιμή είναι 24,5 λεπτά το κιλό «τη στιγμή που έξω το εμπόριο μιλά μόλις για 20 λεπτά»…
Το αποτέλεσμα; Μια κρίσιμη μάζα παραγωγών πανελλαδικά που εκτείνεται στη Νίκαια, στο Δομοκό, στην Κοζάνη, στην Πτολεμαΐδα και στην Καστοριά δίνει τα στάρια του στην Melissa Κίκιζας. Αυτές είναι άλλωστε και οι περιοχές που παράγουν σοβαρές ποσότητες σκληρού σιταριού. «Μιλάμε περίπου για 700-800 παραγωγούς και 70.000 στρέμματα. Είναι μεγάλο το νούμερο. Όλοι αυτοί απολαμβάνουν την ελάχιστη εγγυημένη τιμή που τουλάχιστον τους καλύπτει το κόστος της καλλιέργειας, ώστε η επιδότηση να είναι όλη δική τους». Η συνδεδεμένη, που λέμε, είναι γύρω στα 10 λεπτά το κιλό. Εξαρτάται από το πόσα στρέμματα καλλιεργούμε κάθε χώρα σαν χώρα. Ο Δημήτρης Μπακοδήμος εξηγεί πως αυτό είναι ένα «μαξιλάρι». «Αν η αγορά φύγει πιο πάνω, εννοείται πως ακολουθούμε και εμείς». Επίσης, λέει, για να εξασφαλίσουν περαιτέρω την ποιότητα δίνουν ένα επιπλέον κίνητρο στον παραγωγό, έξτρα από την ελάχιστη εγγυημένη τιμή. «Είναι 20-30 ευρώ τον τόνο». Και υπάρχει, εννοείται, η δυνατότητα να επιλέξει ανοιχτή τιμή μέχρι το τέλος Νοεμβρίου. Για να επωφεληθεί όποια τυχόν άνοδο της τιμής στην αγορά.
«Το όφελος από το πρόγραμμα της συμβολαιακής που τρέξαμε εμείς πρώτοι πριν τόσα χρόνια, είναι ότι αναγκάστηκε ολόκληρη η αγορά να ακολουθήσει αυτό το μοντέλο. Πλέον ο πήχης έχει ανέβει γενικά. Τώρα λέμε κάθε μέρα τι τιμή έχει το κιλό στο στάρι. Ο παραγωγός ξέρει και επιλέγει αν και σε τι τιμή θα κλείσει και θα πουλήσει». Έχει κι άλλο… Η Melissa Κίκιζας παρέχει επιπλέον δωρεάν συμβουλευτική στο χωράφι, διοργανώνει σεμινάρια για παραγωγούς και έχει καθιερώσει την υποτροφία στο διετές πρόγραμμα της Αμερικάνικης Γεωργικής Σχολής που δίνεται σε ένα νέο αγρότη κάτω των 30 ετών.
Η συζήτηση πάει στο υδατικό της Θεσσαλίας, στο κόστος του νερού γενικότερα, στην μεγάλη πίεση που δέχεται ο αγροτικός τομέας. Λέει κάτι ο κ. Μπακοδήμος που με ξάφνιασε… «Εμείς» ξεκινά – μ’ αρέσει αυτό το εμείς που χρησιμοποιεί συνέχεια όταν μιλάει για την εταιρία. Δεν είναι τυχαίο. Είναι μια οικογενειακή επιχείρηση όχι μόνο στο ιδιοκτησιακό της καθεστώς. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι παίρνουν σύνταξη από την Melissa Κίκιζας. Πώς να μην λένε «εμείς»; «Εμείς δεν το βλέπουμε ανταγωνιστικά. Δεν θέλουμε να επικρατήσουν οι ξερικές καλλιέργειες. Θέλουμε ο παραγωγός να έχει εναλλακτικές. Είναι κομβικό για τη βιωσιμότητα του. Ναι, μας προβληματίζει που χάνονται οι δυναμικές καλλιέργειες. Άλλωστε το στάρι που παράγει η Ελλάδα περισσεύει, το είπαμε και νωρίτερα. Το θέμα είναι να γίνει ποιοτικό. Και θα γίνει μόνο αν ο παραγωγός είναι κραταιός».
Αυτά τα λέγαμε νωρίτερα, την ώρα που φορούσαμε τις προστατευτικές στολές μιας χρήσης, αυτές τις άσπρες ρόμπες και τα σκουφάκια, για να μπούμε στα άδυτα του εργοστασίου…





Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις





