ΛΑΡΙΣΑ

Ο Αμπελώνας ( Καζακλάρ)  ένα χρόνο μετά την καταστροφή του 1897: Μια συγκλονιστική μαρτυρία

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το onlarissa.gr στη Google

Γράφει η Κωνσταντινιά Πατσή*

Στο τέλος του 19ου αιώνα, η Θεσσαλία βρέθηκε στο επίκεντρο του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, μιας ένοπλης σύγκρουσης που σάρωσε τον τόπο αφήνοντας πίσω της αποκαΐδια και ερήμωση. Η τουρκική εισβολή έσπειρε τον τρόμο στις μικρές αγροτικές κοινωνίες και έκοψε βίαια τον ειρηνικό βηματισμό μιας ζωής που είχε μόλις αρχίσει να ανασυγκροτείται μετά το 1881, όταν η Θεσσαλία απελευθερώθηκε και ενσωματώθηκε στο ελληνικό κράτος. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, ολόκληρα χωριά εγκαταλείφθηκαν μέσα στη νύχτα, με τους κατοίκους να φεύγουν κυνηγημένοι από τη φωτιά του πολέμου, για να επιστρέψουν αργότερα σε τόπους λεηλατημένους και  κατεστραμμένους.

Το μέγεθος της καταστροφής και της ανθρώπινης δοκιμασίας αποτυπώνεται με ιδιαίτερη ένταση στον αθηναϊκό Τύπο της εποχής. Ανάμεσα στις μαρτυρίες ξεχωρίζει η ανταπόκριση της εφημερίδας «ΣΚΡΙΠ» (Ιούλιος  1898), όπου ο ειδικός απεσταλμένος της καταγράφει την εικόνα του Καζακλάρ (σημερινού Αμπελώνα) όχι απλώς ως έναν τόπο ερειπωμένο, αλλά ως έναν τόπο βαθιά πληγωμένο, όπου οι σκιές της καταστροφής παραμένουν ζωντανές. Μέσα από τις περιγραφές του αναδύονται οι φωνές των κατοίκων, οι καμένες εστίες και οι πληγές μιας κοινωνίας που παλεύει να ξανασταθεί όρθια πάνω στα ίχνη του πολέμου.

Η περιγραφή ξεκινά από τα περίχωρα της κωμόπολης, καθώς ο απεσταλμένος προσεγγίζει έφιππος την περιοχή από την κατεύθυνση του Τυρνάβου. Ήδη από μακριά, πριν ακόμη εισέλθει στον οικισμό, αντικρίζει τα πρώτα σημάδια της καταστροφής, περνώντας από το περίφημο δάσος του χωριού, γνωστό για τις πολυάριθμες φτελιές και τα καρποφόρα δέντρα του. Η εικόνα που παρουσιάζεται μπροστά του είναι αποκαρδιωτική. Τα δέντρα έχουν κοπεί σχεδόν ολοκληρωτικά, αφήνοντας μόνο χαμηλούς κορμούς ύψους περίπου ενός μέτρου. Από αυτούς έχουν αρχίσει να ξεπετάγονται νέα βλαστάρια, δημιουργώντας την εντύπωση ενός νεοφυτεμένου άλσους. Σύμφωνα με την ανταπόκριση, εκεί εκδηλώθηκε αρχικά η καταστροφική μανία των τουρκικών στρατευμάτων. Ο συντάκτης μάλιστα σημειώνει ότι η ύπαρξη αυτού του δάσους υπήρξε κατά κάποιον τρόπο ευεργετική για τους κατοίκους. Αν δεν υπήρχε η διαθέσιμη ξυλεία του, οι στρατιώτες θα είχαν στραφεί στους εκτεταμένους αμπελώνες της περιοχής για να εξασφαλίσουν καύσιμη ύλη και οικοδομικό ξύλο. Οι αμπελώνες, που αποτελούσαν βασική πηγή εισοδήματος για τους κατοίκους, είχαν ευτυχώς διασωθεί.

Κατά την είσοδό του στο χωριό, ο ανταποκριτής σχηματίζει αρχικά την εντύπωση ότι οι ζημιές ίσως να μην είναι τόσο εκτεταμένες όσο είχε ακούσει. Τα περισσότερα σπίτια φαίνονται εξωτερικά όρθια. Μόνο ορισμένα διώροφα και τριώροφα κτίσματα παρουσιάζουν εμφανή σημάδια ολοκληρωτικής καταστροφής. Ωστόσο η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ διαφορετική. Τα περισσότερα σπίτια του Καζακλάρ ήταν χτισμένα πίσω από ψηλούς μαντρότοιχους και διέθεταν εσωτερικές αυλές. Οι περιτοιχισμένοι αυτοί χώροι έκρυβαν τις πραγματικές διαστάσεις της καταστροφής.

Όταν ο ανταποκριτής, συνοδευόμενος από έναν από τους προκρίτους του χωριού, επισκέπτεται το εσωτερικό των κατοικιών, αντιλαμβάνεται το μέγεθος της συμφοράς. Το Καζακλάρ αριθμούσε περίπου πεντακόσιες κατοικίες και πληθυσμό που προσέγγιζε τις δυόμισι χιλιάδες ψυχές. Από τις κατοικίες αυτές οι 154 είχαν καεί ολοσχερώς, ενώ σχεδόν όλες οι υπόλοιπες είχαν λεηλατηθεί. Οι στρατιώτες που εγκαταστάθηκαν στο χωριό είχαν αφαιρέσει κάθε ξύλινο στοιχείο που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί: πόρτες, παράθυρα, δοκάρια, πατώματα και στέγες. Αποδίδει μεγάλο μέρος των καταστροφών στην παρουσία περίπου πεντακοσίων Γκέκηδων, Αλβανών στρατιωτών που υπηρετούσαν στον οθωμανικό στρατό, καθώς και στο διαβόητο σώμα ιππικού που ήταν γνωστό ως «σουργούν ταμπούρ», δηλαδή «τάγμα εξορίας». Σύμφωνα με την περιγραφή της εποχής, επρόκειτο για μονάδα στην οποία συγκεντρώνονταν τα πιο απείθαρχα και επικίνδυνα στοιχεία του οθωμανικού στρατού. Η παραμονή τους μέσα σε πόλεις και οικισμούς αποφεύγονταν συνήθως, καθώς θεωρούνταν βέβαιο ότι θα προκαλούσαν επεισόδια, λεηλασίες και βιαιοπραγίες.

«Αν ολόκληρος ο τουρκικός στρατός προκάλεσε τόσες καταστροφές στη Θεσσαλία», σημειώνει χαρακτηριστικά ο συντάκτης, «μπορεί κανείς να φανταστεί τι συνέβη σε έναν τόπο όπου στρατοπέδευσε το φοβερό αυτό τάγμα». Επικεφαλής της στρατιωτικής δύναμης ήταν ένας αξιωματικός γνωστός με το προσωνύμιο «Μπεχλιβάν καϊμακάμης». Το πραγματικό του όνομα φαίνεται πως ήταν άγνωστο ακόμη και στους ίδιους τους άνδρες του. Το παρατσούκλι του το είχε αποκτήσει χάρη στη φήμη του ως εξαιρετικά δυνατού παλαιστή, τον οποίο κανείς δεν μπορούσε να νικήσει. Ο ανταποκριτής σημειώνει ότι ο ίδιος έδειχνε κατά καιρούς διάθεση να επιβάλει κάποια τάξη, όμως δεν μπορούσε να συγκρατήσει τους υφισταμένους του, οι οποίοι ακολουθούσαν ανεξέλεγκτα τις καταστροφικές τους ορμές. Σημαντικό ρόλο στα γεγονότα φέρονται να διαδραμάτισαν και ορισμένοι ντόπιοι μουσουλμάνοι κάτοικοι. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των χριστιανών του χωριού, περίπου δεκαπέντε έως είκοσι άτομα είχαν εγκαταλείψει το Καζακλάρ πριν από την υποχώρηση του ελληνικού στρατού και είχαν καταφύγει στη Λάρισα. Όταν όμως οι χριστιανοί κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον οικισμό, επέστρεψαν μαζί με τα τουρκικά στρατεύματα και συμμετείχαν ενεργά στις πυρπολήσεις και τις λεηλασίες. Οι κάτοικοι τόνιζαν ότι σε καμία άλλη περιοχή της Θεσσαλίας δεν παρατηρήθηκε ανάλογη συμπεριφορά από τους ντόπιους μουσουλμάνους. Όπως ανέφεραν, οι σχέσεις που είχαν αναπτυχθεί επί δεκαεπτά χρόνια συνύπαρξης είχαν διαρραγεί οριστικά. Όταν αργότερα οι μουσουλμάνοι κάτοικοι εγκατέλειψαν οριστικά τη Θεσσαλία ακολουθώντας τον οθωμανικό στρατό, έφυγαν έχοντας μαζί τους την οργή και την αποδοκιμασία των παλαιών συμπολιτών τους.

Ιδιαίτερα σκληρό υπήρξε και το πλήγμα που δέχθηκε η θρησκευτική ζωή του χωριού. Το Καζακλάρ διέθετε δύο εκκλησίες. Η παλαιότερη ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο και η νεότερη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου παραδόθηκε στις φλόγες το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου του 1897, αμέσως μετά την είσοδο των τουρκικών στρατευμάτων στο χωριό. Μέσα στον ναό βρισκόταν η σορός του ανθυπολοχαγού πεζικού Κωνσταντίνου Μακροπούλου από την Κόρινθο. Ο νεαρός αξιωματικός είχε σκοτωθεί στα Δελέρια το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής και είχε μεταφερθεί στο Καζακλάρ με σκοπό να ταφεί την επόμενη ημέρα. Η υποχώρηση όμως του ελληνικού στρατού και ο πανικός που ακολούθησε οδήγησαν στην εγκατάλειψη της σορού μέσα στην εκκλησία. Όταν ο ναός πυρπολήθηκε, κάηκε μαζί του και το σώμα του αξιωματικού. Η δεύτερη εκκλησία, η Κοίμηση της Θεοτόκου, υπέστη επίσης σοβαρές ζημιές. Οι εικόνες βεβηλώθηκαν, τα κουφώματα καταστράφηκαν και οι σταυροί των τεσσάρων μικρότερων τρούλων αφαιρέθηκαν. Οι στρατιώτες προσπάθησαν επανειλημμένα να γκρεμίσουν και τον μεγάλο κεντρικό σταυρό. Αρχικά τον πυροβολούσαν συνεχώς, χωρίς αποτέλεσμα. Στη συνέχεια ανέβηκαν στον τρούλο, τον έδεσαν με σχοινιά και επιχείρησαν να τον τραβήξουν προς τα κάτω. Παρά τις προσπάθειές τους, ο σταυρός παρέμεινε στη θέση του, καθώς ήταν εξαιρετικά καλά στερεωμένος. Η εκκλησία δεν καταστράφηκε ολοσχερώς επειδή υπήρχε η πρόθεση να μετατραπεί σε τζαμί. Στους τοίχους του ναού είχαν γραφτεί επιγραφές που ανέφεραν χαρακτηριστικά: «Θα γίνει τζαμί του Σουλτάνου».

Συγκινητική είναι και η συνέχεια της ιστορίας του Κωνσταντίνου Μακροπούλου. Την ημέρα της επίσκεψης του ανταποκριτή στο χωριό έφτασε από τη Λάρισα ο διευθυντής της Νομαρχίας, Στεφόπουλος, μαζί με τη σύζυγό του, συγγενή του νεκρού αξιωματικού. Με δική της πρωτοβουλία ξεκίνησαν έρευνες στα ερείπια του Αγίου Γεωργίου. Μετά την απομάκρυνση των καμένων κεραμιδιών βρέθηκαν λίγα οστά, τρία κουμπιά από το υποκάμισο του αξιωματικού, τα κουμπιά από τις μανσέτες του και τα χρυσά γαλόνια του πηληκίου του. Η κυρία Στεφοπούλου παρέλαβε τα ευρήματα και ζήτησε να συνεχιστούν οι ανασκαφές, με την ελπίδα ότι θα εντοπίζονταν και άλλα λείψανα.

Η καταστροφή αποτυπωνόταν και στους αριθμούς. Στη συνοικία Μπετσιλιέρ διασώθηκαν περίπου είκοσι σπίτια. Στον Τσάι Μαχαλά δέκα. Στο Γενί Τζαμί μόλις πέντε, από τα οποία τα δύο ανήκαν σε μουσουλμάνους. Στο Εσκή Τζαμί σώθηκαν τρία σπίτια, στον Τατάρ Μαχαλά μόνο ένα και στον Καργατζή Μαχαλά δεκαπέντε. Συνολικά, από τις πεντακόσιες κατοικίες του οικισμού είχαν απομείνει μόλις πενήντα τέσσερις. Οι κάτοικοι βίωσαν εξίσου δραματικές καταστάσεις. Οι άνδρες εξαναγκάζονταν να συμμετέχουν στην κατεδάφιση των ίδιων των σπιτιών τους. Οι γυναίκες ζούσαν κλεισμένες στα σπίτια υπό τον φόβο επιθέσεων και κακοποιήσεων. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, δεν έλειψαν οι απόπειρες στρατιωτών να εισβάλουν σε χριστιανικές κατοικίες, οι οποίες αποκρούστηκαν από τους ενοίκους τους. Παράλληλα, τα κάρα των κατοίκων επιτάσσονταν για τη μεταφορά οικοδομικών υλικών από τα κατεστραμμένα σπίτια προς τη Λάρισα, καθώς και για τον ανεφοδιασμό του στρατού. Η αγροτική παραγωγή τέθηκε επίσης υπό έλεγχο. Οι επιστρέφοντες κάτοικοι δεν μπορούσαν να εισπράξουν τα έσοδα από τα σιτηρά και τα αμπέλια τους, καθώς οι οθωμανικές αρχές σχεδίαζαν να διαθέσουν πρώτα την παραγωγή προς όφελος του κρατικού ταμείου.

Όταν οι κάτοικοι άρχισαν να επιστρέφουν, βρήκαν ένα χωριό κατεστραμμένο. Πολλοί στεγάστηκαν στα σπίτια που είχαν εγκαταλείψει οι μουσουλμάνοι κάτοικοι, ενώ ασθένειες και κακουχίες εξαπλώνονταν στον πληθυσμό. Η πείνα είχε πλέον γίνει καθημερινή πραγματικότητα για τους κατοίκους. Σύμφωνα με την ανταπόκριση πολλοί στερούνταν ακόμη και τα στοιχειώδη μέσα διαβίωσης και αναγκάζονταν να περιπλανώνται στα χωράφια συλλέγοντας τα λιγοστά στάχυα που είχαν απομείνει μετά τον θερισμό. Μπροστά σε αυτή τη δραματική κατάσταση, ο συντάκτης απευθύνει έκκληση προς το ελληνικό κράτος να συνδράμει άμεσα τους πληγέντες, αποστέλλοντας οικοδομικά υλικά για την αποκατάσταση των κατοικιών, καθώς και φάρμακα και τρόφιμα, προκειμένου οι κάτοικοι να μπορέσουν να επιβιώσουν και να ξαναχτίσουν τη ζωή τους.

Η εικόνα του Αμπελώνα μετά τα γεγονότα του 1897 αποκαλύπτει το βαρύ τίμημα που πλήρωσαν οι τοπικές κοινωνίες της Θεσσαλίας κατά τη διάρκεια της σύντομης αλλά ιδιαίτερα τραυματικής αυτής περιόδου. Οι καμένες κατοικίες, οι λεηλατημένοι ναοί, οι κατεστραμμένες περιουσίες και η καθημερινή πάλη για επιβίωση συνθέτουν μια πραγματικότητα που σημάδεψε βαθιά τη ζωή των κατοίκων. Πίσω από τις περιγραφές των υλικών ζημιών αναδεικνύεται η ανθρώπινη διάσταση της ιστορίας: οικογένειες που έχασαν τα σπίτια τους, άνθρωποι που βρέθηκαν αντιμέτωποι με την πείνα και τις ασθένειες, αλλά και μια κοινωνία που κλήθηκε να ανασυγκροτηθεί μέσα από τα ερείπια. Η τύχη του ανθυπολοχαγού Κωνσταντίνου Μακροπούλου, η καταστροφή των εκκλησιών και οι δοκιμασίες των κατοίκων αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα των δραματικών εμπειριών που βίωσε ο πληθυσμός της περιοχής. Παρά το μέγεθος της καταστροφής, το Καζακλάρ δεν έπαψε να υπάρχει. Οι κάτοικοί του κατάφεραν σταδιακά να ξαναχτίσουν τα σπίτια τους, να ανασυγκροτήσουν την οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου και να διατηρήσουν ζωντανή τη συλλογική μνήμη των γεγονότων. Η ιστορία αυτή δεν αποτελεί μόνο μια αφήγηση για τις συνέπειες του πολέμου, αλλά και μια μαρτυρία για την ανθεκτικότητα, την επιμονή και τη δύναμη μιας τοπικής κοινωνίας να αναγεννηθεί ύστερα από μια από τις δυσκολότερες στιγμές της ιστορίας της.

Πηγή , Εφημερίδα «ΣΚΡΙΠ» , 2 Ιουλίου 1898

Φωτογραφία : Η κατάληψη του περάσματος της Μελούνας από τις τουρκικές δυνάμεις και η ανάπτυξή τους στο θεσσαλικό κάμπο (The Daily Graphic, May 3, 1897).

*Η Κωνσταντινιά Πατσή είναι Διευθύντρια του ΓΕ.Λ Τυρνάβου. Πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, κάτοχος Μεταπτυχιακών  διπλωμάτων,  Master of Business Administration (MBA) του Staffordshire University και Οργάνωση και Διοίκηση της εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Ακολουθήστε το onlarissa.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις
Ετικέτες