ΛΑΡΙΣΑΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ
Αυτό είναι το παλιότερο τσιπουράδικο στη Λάρισα με το παράξενο παρατσούκλι: Βρίσκεται στην πιο παλιά πιάτσα της πόλης (φωτο)

Ο Γιώργος Μούμος μαζί με τον γιο του Θωμά (Μάκη) Μούμο άνοιξαν το καφενείο ουζερί «το Κέφι» το 1979. Σήμερα είναι 47 ετών το ουζερί του Μούμου.
Σχεδόν κανείς δεν το ξέρει σαν «Κέφι», όλοι στου Μούμου λέγανε και πηγαίνανε τότε· το ίδιο κάνουν και τώρα. Δεν ξέρω ποιον εννοούσαν, τον πατέρα ή τον γιο, πάντως ο Μάκης ήταν 18 χρονών όταν το άνοιξαν το μαγαζί. Εκεί ανδρώθηκε, έκανε οικογένεια, εκεί έζησε.
Αν σκεφτείς ότι τα πρώτα χρόνια – και για πολλά χρόνια – το μαγαζί άνοιγε τις 5:30 το πρωί σερβίροντας καφέδες και τραβούσε μέχρι μετά τα μεσάνυχτα, εκεί πέρασε όλη του τη ζωή. «Θα ΄ρθει ο Κατσαμπέλας να μας πάει από δω» μου λέει…

Της Εύης Μποτσαροπούλου
Πριν σε αυτό ακριβώς το σημείο υπήρχε και πάλι καφενείο ουζερί. Από το 1958. Ο Μάκης δεν θυμάται το όνομά του, ούτε τους αρχικούς ιδιοκτήτες, μόνο ότι εκείνος με τον πατέρα του το πήρανε από κάποιον κύριο Μπέη· αυτός ήταν μάλλον ο τελευταίος ιδιοκτήτης. «Βέβαια, εδώ και 47 χρόνια ο λογαριασμός του ρεύματος έρχεται στο όνομα Ζαγγλές… μπορεί να ήταν ο προηγούμενος ιδιοκτήτης, πριν τον Μπέη». Την απορία την έλυσα μετά στο σπίτι, από μια παλιά φωτογραφία που δείχνει στην οδό Βενιζέλου το Ξενοδοχείο ΑΚΡΟΠΟΛ και δίπλα του το Ζυθεστιατόριον “Ελλασών”. Η φωτογραφία προέρχεται από το βιβλίο Λάρισα των Βουτσιλά-Αβραμόπουλου και χρονολογείται στις αρχές της δεκαετίας του 1960.

Με τον τρόπο που εξελίχτηκε η συζήτηση μου φαίνεται πολύ λογικό. Το να λεγόταν «Ελλασών». Η Βενιζέλου τότε αποτελούσε την κύρια είσοδο της πόλης από το βορρά. Συνέδεε τη Λάρισα με την Ελασσόνα και όλα τα χωριά της περιοχής. «75 χωριά συνολικά». Μάλιστα αμέσως μόλις έστριβες στη Γρηγορίου Λαμπράκη, στον κυκλικό κόμβο που υπάρχει σήμερα, ήταν το ΚΤΕΛ Κοζάνης. «Εισιτήρια για Κοζάνη, για Γρεβενά, έκοβες στην ταβέρνα Βλαχοχώρια που βρισκόταν δίπλα ακριβώς». Αυτά μου τα λέει ένας παλιός φίλος του Μάκη και θαμώνας στου Μούμου, ο κύριος Θανάσης από τη Βερδικούσια.
Αν αθροίσουμε όλα αυτά τα χρόνια, καφενείο ουζερί υπάρχει εδώ και 70 σχεδόν χρόνια στο ίδιο ακριβώς σημείο, εκεί στην αρχή της Βενιζέλου, που παλιά λεγόταν 1ης Μεραρχίας και για κάποιο διάστημα Μακεδονίας. Με τα 47 έτη της δικής του διαδρομής ο Μούμος είναι το πιο παλιό καφενείο ουζερί στην πόλη. Τίποτα δεν έχει αλλάξει σε αυτόν τον χώρο. Πάντα 6-7 τραπέζια είχε μέσα και 3-4 έξω. Οι γενιές Μούμου άλλαξαν, μόνο ο Μάκης είναι η σταθερή, η κομβική φιγούρα. Το σήμα κατατεθέν του μαγαζιού. Σήμερα το δουλεύει και αυτός με τον ένα του γιο. «Πάρε 3-4 τραπέζια, δικά σου» του είπε «και πορέψου, κάνε τη δική σου προκοπή». Και η ιστορία συνεχίζεται…΄

«Άντε σαγήνεψε με» του λέω «πες μου την ιστορία της ζωής σου…». Βιβλίο λέει γράφει, κάτι δεν έχουν δει τα μάτια του. Άλλα χρόνια, άλλες εποχές. Τότε υπήρχε πάρα πολύ πιοτό. Τότε ήταν φθηνό το αλκοόλ, υπήρχαν και λεφτά, σήμερα για να μεθύσεις όπως τότε θες εκατό ευρώ… «Δεν μπορείς να καταλάβεις τις ποσότητες. Ήταν και αμόρφωτος ο κόσμος, γινόταν χαμός· είχαμε πολλά σπασίματα». Τα πιάτα και τα ποτήρια εννοεί, τα τραπέζια που φεύγαν στον αέρα από τους μεθυσμένους και νταλκαδιασμένους. «Τη άλλη μέρα το ξεχνούσαν, πίναν μαζί πάλι». Μέχρι το 2000 περίπου κράτησε αυτό. «Οι οικοδόμοι τότε πίναν από τις 2 που σχολούσαν μέχρι τις 10 το βράδυ. Συνεχόμενα. Γύριζαν σπίτι και ξεραίνονταν· με τα ίδια τα ρούχα κοιμότανε. Και την άλλη μέρα, ξανά από την αρχή».
Μετά μου λέει για τις κασέτες. Είχαν οι περισσότεροι δυο τρεις κασέτες την τσέπη, γυρισμένες με μολύβι στο τραγούδι που θέλαν. «Μόλις σουρώναν λίγο και αρχίζαν τα μεράκια, μου έδιναν την κασέτα να τη βάλω να χορέψουν παραγγελιά». Καζαντζίδη ήθελαν οι περισσότεροι. Υπήρχε βέβαια και ένας που τραγουδούσε συνέχεια μόνος «Στην κολώνα της ΔΕΗ» και ζητούσε αυτό το τραγούδι. Ο Μάκης δεν τον έπαιρνε στα σοβαρά… σιγά μην υπήρχε τέτοιο τραγούδι. Ε, υπήρχε· του Μπιθικώτση.
Πήγαιναν πολλοί οικοδόμοι στου Μούμου. Και άνθρωποι από τα χωριά που κατέβαιναν στη Λάρισα. «Πάρα πολύς κόσμος, από Φαλάνη, Τύρναβο, Αμπελώνα, Βερδικούσια. Μετά το ΄80 εκεί ήταν πρακτορεία. Όλα τα χωριά της Ελασσόνας, 75 χωρία, ήξεραν μόνο τη Βενιζέλου. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος»…
«Στο πεζοδρόμιο έξω από του Μούμου, έβλεπες τσουβάλια, σακιά, δέματα. Όποιος ήθελε να αφήσει κάτι για το πάρει κάποιος άλλος στου Μούμου το άφηνε από τα δικά μας τα χωριά. Το χρησιμοποιούσαμε το μαγαζί και σαν ταχυδρομείο και σαν τόπο συνάντησης» λέει και ο κύριος Θανάσης.


Μου περιγράφει ο Μάκης πως από τις πεντέμισι το πρωί που άνοιγαν άρχισαν να μαζεύονται οι άνδρες που έβγαιναν για το μεροκάματο. «Έρχονταν, πίναν καφέ και περίμεναν να τους φωνάξουν για δουλειά». Οι πληρωμές γινόταν κάθε Σάββατο, εκεί στου Μούμου· έδινε τα λεφτά ο εργολάβος και κερνούσε την παρέα και μια γύρα…
Συνεχίζουν να μιλούν για τη περιοχή, το Τσούγκαρι. Πήρε το όνομά της μάλλον από ένα παλιό χάνι στην τουρκοκρατία· το χάνι του Τσούγκαρη, γνωστό για τον πατσά του. Ήταν από τις παλιότερες εμπορικές συνοικίες της Λάρισας. Έπιανε όλη την έκταση από το Φρούριο και προς τα κάτω. Την Ηφαίστου, τη Μανωλάκη, την Απόλλωνος… γινόταν και ένα ιδιότυπο «παζάρι» εργασίας. Μου λένε και για τα άλλα τσιπουράδικα εκεί γύρω, το Στέκι ή Μουράρος, τον Γκέκα απέναντι ακριβώς, το Εργατικό αριστερά δίπλα στο ξενοδοχείο Αχίλλειον. «Αν ήθελες να βρεις εργάτη, στο Εργατικό πήγαινες. Πως πας τώρα στη Λαγού, στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο και στη ΔΕΥΑΛ για να βρεις εργάτη; Έ, έτσι τότε όλοι έρχονταν σε μας».
Όλη η πιάτσα εκεί ήταν στο Τσούγκαρι· «τα ουζερί, τα καφενεία, τα μπαράκια, οι πουτάνες, οι πούστηδες, όλα εδώ… δεν υπήρχε άλλη πιάτσα» λέει ο Μάκης. «Όλη η κίνηση ήταν εδώ, δεν υπήρχε άλλη Λάρισα. Η πλατεία Ταχυδρομείου δεν είχε τίποτα τότε. Η Βενιζέλου ήταν κεντρική αρτηρία της πόλης. Όταν άρχισαν να φτιάχνουν τους πεζοδρόμους, ξεκίνησαν αναγκαστικά από το κέντρο, δεν μπορούσαν να κόψουν την κίνηση της Βενιζέλου, δεν υπήρχε η Γεωργιάδου τότε».

Και τότε στο Τσούγκαρι όλα ερήμωσαν. Για σχεδόν 15 χρόνια δεν υπήρχε τίποτα. Φοβόσουν να περάσεις, να μπεις στα στενά. Αλλά ο Μούμος άντεξε. Ήταν στέκι, είχε σταθερή πελατεία. Όταν έγινε πεζόδρομος η Βενιζέλου ξαναζωντάνεψε η περιοχή. «Τώρα αλλάξαν οι εποχές. Παλιά είχαμε μόνο εργατιά. Τώρα έχω από τον τελευταίο χασικλή μέχρι και δικαστές πελάτες». Έγινε μόδα τώρα αυτό το παλιό, το αυθεντικό…
Περιττό να αναφέρω ότι στου Μούμου πίνες τσίπουρα όπως παλιά. Σε καραφάκι με γλυκάνισο. «Οι μικρότεροι τώρα θέλουν χωρίς, τους δίνουμε, αλλά άλλο πράγμα το τσίπουρο με γλυκάνισο». Μαζί με καραφάκι έρχεται ο μεζές. Στην πραγματικότητα είναι πολλά πιάτα. Σπεσιαλιτέ η ομελέτα. «Έμαθα να την πετάω στον αέρα» μου λέει και γελάει. Και τα κεφτεδάκια.

Παλιά μαγείρευε η μάνα του, εδώ και χρόνια η γυναίκα του. «Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα» μου λέει «να είναι στην ίδια δουλεία μάνα και γυναίκα. Ποια να φτιάξεις, ποια να χαλάσεις;». Η μεταξύ τους κόντρα κορυφωνόταν στα κεφτεδάκια· ήταν και το χαρακτηριστικό πιάτο του Μούμου βλέπεις… «Αφού πέθανε η μανούλα μου, μπορώ να το πω… της γυναίκας μου τα κεφτεδάκια είναι καλύτερα» μου λέει εκείνος και γω γελάω.
Γενικά τις σκιάζονταν τις γυναίκες ο Μάκης. «Δεν φοβήθηκα ποτέ στο μαγαζί τόσα χρόνια, ούτε το πιώμα το πολύ, ούτε τους καυγάδες, ούτε το ξύλο που έπεφτε κατά καιρούς, ούτε τις φορές που βγήκε μαχαίρι. Μόνο τη μεθυσμένη γυναίκα φοβήθηκα. Άλλο το πιώμα της γυναίκας, άλλος εαυτός βγαίνει. Πώς να την κάνεις καλά, δεν μπορείς ούτε να την ακουμπήσεις… και αν αρχίσει τα «βοήθεια» τι κάνεις;». Ευτυχώς έβλεπες πολύ σπάνια γυναίκα στο ουζερί. Δεν πατούσαν το πόδι τους οι γυναίκες τότε, δεν έβγαιναν καν έξω. Μόνο οι άνδρες. «Τι να έκαναν και σπίτι, να μαγείρευαν ή να φρόντιζαν το νοικοκυριό και τα παιδιά;». Όλη μέρα εδώ ήταν. Ειδικά το χειμώνα που δεν υπήρχαν πολλά μεροκάματα, οι οικοδόμοι στις 10 το πρωί είχαν σουρώσει με κονιάκ. Πήγαιναν σπίτι να συνέλθουν και ξανά στο Μούμο μέχρι το βράδυ. Ο Μάκης μάλωνε συχνά με τους μεθυσμένους. «Τον μεθυσμένο λένε τον είδε ο τρελός και φοβήθηκε. Ήμουν ο μοναδικός καφετζής στη Λάρισα που δεν σέρβιρα μεθυσμένο…».

Αρχίζει να μου λέει μια ιστορία με έναν δικαστή, το πώς και οι δυο ξέρουν να «διαβάζουν» τους ανθρώπους…., αλλά εμφανίζεται κάποιος Γιάννης, γαμπρός στο Μελισσοχώρι. Κρατάει μια σακούλα με αυγά. «Επτά κότες σήμερα έκαναν οχτώ αυγά. Μόλις τα μάζεψα από τη φωλιά, είναι ζεστά ακόμη». Το τα δίνει για να του φτιάξει την περιβόητη ομελέτα. Με πατάτες μέσα. Και πίνει ένα διπλό ουίσκι…
Επιμένουν να δοκιμάσω και γω. Δεν προλάβαινα. «Θα έρθω αύριο το μεσημέρι με μια φίλη» του είπα «να ζήσω την εμπειρία. Και πήγα… Άξιζε.
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις





