ΛΑΡΙΣΑΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ
Το μισοβυθισμένο περίπτερο στον Πηνειό: Η τρελή ιδέα που έγινε θρύλος στη Λάρισα!

Ο Γιάννης Πέτρου και ο Αστέρης Γκανάς κάνανε προπόνηση στο ποτάμι. Το 2012 ήτανε. Τρέχανε. Στην δεξιά όχθη. Στο ύψος πίσω από τα σφαγεία που ο Πηνειός κάνει ένα ελιγμό το είδανε. Ήταν στην απέναντι όχθη. Ένα παλιό περίπτερο, από τα κλασικά τα κίτρινα· μισοβυθισμένο στο νερό. Χωρίς τέντα. Ήταν σαν να είχε στηθεί όρθιο δίπλα στην όχθη και κύλισε προς το νερό.
Αρχικά σταμάτησαν να τρέχουν. Το κοιτούσαν και το φωτογράφησαν· η φωτογραφία δεν βρέθηκε. Ήξεραν και οι δυο ότι το θέλανε. Για τον κήπο. Στο Κλίμαξ. Που μόλις είχε ανοίξει.
Της Εύης Μποτσαροπούλου
Ήταν και κάπως μοιραίο. Αν είχαν κάνει τη διαδρομή αυτή λίγες μέρες αργότερα μπορεί το ποτάμι να το είχε παρασύρει. Περάσανε στην απέναντι όχθη και όταν φτάσανε στη σημείο βρήκαν έναν άνδρα. Ήταν ο διαχειριστής της περιοχής αυτής με τα χαλάσματα και τα άλογα. «Θέλουμε αυτό το περίπτερο που είναι το μισό μέσα στο ποτάμι, είναι δικό σου;» τον ρώτησαν. Τους είπε να το πάρουν, να το ξεφορτωθεί. «Που θα το πάτε;» Του είπαν ότι θέλουν να το τοποθετήσουν σε ένα οικόπεδο που έχουν για ντεκόρ. Εκεί, σχεδόν απέναντι από το αρχαίο θέατρο. «Θα σας το φέρω εγώ» είπε και το έκανε.

Έτσι ξεκινά η ιστορία του περιπτέρου στο Κλίμαξ. Υπήρξε τελικά μια επιχείρηση πολύ δύσκολη και εξαιρετικά σύντομη. Και κυρίως σουρεαλιστική.
Μου την διηγήθηκε ο Γιάννης Πέτρου με αφορμή το αφιέρωμα στην ιστορία των περιπτέρων στη Λάρισα του περασμένου σαββατοκύριακου. Δεν το θυμόμουν, το περίπτερο. Άλλωστε, έζησε στον κήπο του Κλίμαξ λίγο πάνω από ένα μήνα. Όταν είδα την πρώτη φωτογραφία κάτι συνέβη. Το ανακάλεσα στη μνήμη μου. Όντως για λίγες μέρες υπήρχε ένα φανταστικό, φρεσκοβαμμένο παλιό κίτρινο περίπτερο πίσω στον κήπο.
Σε εκείνο τον κήπο μεγάλωσε ο γιος μου. Όπως και τόσα άλλα παιδιά. Προσωπικά, τον βίωνα τον κήπο σαν την αυλή του σπιτιού μου. Που δεν είχα.
Αυτό ήταν το εντυπωσιακό με αυτό τον κήπο. Το πρώτο πάρκο τσέπης της Λάρισας. Το Wikipedia αποκαλεί πάρκα τσέπης τους χώρους πρασίνου μικρής κλίμακας που απευθύνονται στο ευρύ κοινό, είτε βρίσκονται σε δημόσιο, είτε σε ιδιωτικό χώρο. Συνήθως, δημιουργούνται ευκαιριακά πάνω σε κομμάτια κενής ή «ξεχασμένης» αστικής γης. Στην περίπτωσή μας δημιουργήθηκε όταν ο Πέτρος και ο Αστέρης νοικιάσανε το άδειο μακρόστενο οικόπεδο με τα χόρτα και τα μπάζα απέναντι από το μαγαζί τους, την Κλίμακα, και τον πολυχώρο που δημιουργήσανε σταδιακά από τον Δεκέμβριο του 2010 στο κτίριο που βρισκόταν το παλιό ξενοδοχείο «ΛΙΝΤΟ» από το 1959.

Το περίπτερο…
«Δεν είχα καμία εικόνα για το πόσο βαρύ μπορεί να ήταν αυτό το περίπτερο. Μασίφ ξύλο, ολόκληρο» μου λέει ο Γιάννης. Τους το πήγαν πάνω σε ένα τεράστιο τρέιλερ. Ήταν έξι-επτά άτομα. Άλλοι τόσοι ήταν εκεί από το Κλίμαξ. Αρχικά προσπάθησαν να το βάλουν από την Ηφαίστου αλλά δεν γινόταν. Τελικά, το πήγαν από πίσω, από την Απόλλωνος. Το σήκωσαν 15 άτομα στα χέρια και προσπαθούσαν να το χωρέσουν στο διάδρομο-δίοδο προς τον πεζόδρομο. «Χώρεσε ξυστά» λέει ο Πέτρου «διαγώνια πάνω από το Αχούρι το περάσαμε και το τοποθετήσαμε, όπως κοιτάμε τον κήπο, τέρμα αριστερά».
Μπορεί να ήταν το μισό μέσα στο νερό αλλά δεν ήταν διαλυμένο. Το έτριψαν και το ξαναβάψανε κίτρινο, παρήγγειλαν νέες τέντες «στο μπλε του κοβαλτίου», πήραν μέτρα και τοποθέτησαν νέα τζάμια στα παράθυρα. Κατέβηκαν Αθήνα και αγόρασαν από το Μοναστηράκι εφημερίδες και περιοδικά παλιά. Του ΄60, του ΄70 και μετά. Είχαν μια εφημερίδα «Μεσημβρινή» με πρωτοσέλιδο τον Παπανδρέου πριν από το 1981. Κάποιες Βαβέλ, ένα Αλφαβητάρι, μια Ελευθεροτυπία με το παλιό της λογότυπο της δεκαετίας του ΄70, ένα ασπρόμαυρο φύλλο από Τα Νέα… Δίπλα είχαν τοποθετήσει ένα τροχήλατο για μπύρα και είχαν φτιάξει με ξύλα ανάγλυφη την παλιά επιγραφή της «Φιξ».
Ήταν μια βουτιά στο παρελθόν της προπολεμικής και μεταπολεμικής Ελλάδας…

ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ
Σχέδιο αναπαράστασης της εγκατάστασης στο χώρο του κήπου του “κλίμαξ”, φετινή χρηστική προσθήκη αλλά και αφιερωματική υπενθύμιση στο έργο δύο σπουδαίων ελλήνων εικαστικών, του Βλάση Κανιάρη και του Κώστα Μαλάμου.
Η νοσταλγία από ανάγκη και όχι από lifestyle, ανάγκη αναζήτησης της χαμένης μας πολιτισμικής ταυτότητας, που επιμελώς στη δίνη του νεοπλουτισμού τα χρόνια που πέρασαν απαξιώσαμε και καταστρέψαμε. Η κρίση και οι παράπλευρες απώλειές της, μας ανάγκασαν να “ψαχτούμε” και να αναζητήσουμε ποιοι είμαστε και που πάμε…
Είμαστε εδώ για να σας θυμίζουμε και να προβάλουμε, εγκαταλελειμμένα στοιχεία του παρελθόντος μας που ευτυχώς κάποιοι “γραφικοί” από τους συμπολίτες μας μαζεύουν από τα σκουπίδια μας…
Υ.Γ. Τάκη ευχαριστούμε που μας το εμπιστεύτηκες και δε δέχθηκες να πάρεις οποιοδήποτε αντίτιμο…(το κείμενο της τότε ανάρτησης στο Facebook)
Το πρόβλημα τους πάντα ήταν ο «από πάνω». Δεν ξέρω ποιον εννοούν, αλλά έτσι τον αποκαλούν. Μόλις είδε ότι αναρτήσανε στα σόσιαλ πως τοποθετήθηκε ένα περίπτερο πίσω στον κήπο έκανε καταγγελίες στην Πολεοδομία, το Υγειονομικό και τη Διεύθυνση Εμπορίου. Πήγαν οι Υπηρεσίες να κάνουν επιτόπιο έλεγχο ως όφειλαν. Καλά κάναν. Να δουν αν υπάρχει περίπτερο που πουλά τσιγάρα και εφημερίδες!
«Εμείς δεν είχαμε σκεφτεί τίποτα από όλα αυτά. Δεν φανταζόμασταν ότι πρέπει να ψάξουμε το νομικό πλαίσιο». Παρασυρμένοι από την ομορφιά του περιπτέρου στην όχθη του Πηνειού έτσι όπως ήταν έτοιμο να διαλυθεί, θέλησαν να το βάλουν στο χώρο τους, να βλέπουμε οι μεγάλοι και τα παιδιά κάτι ωραίο από το παρελθόν.
Και από το σημείο αυτό αρχίζει ο σουρεαλισμός…
«Οι μεν ήρθαν να μας ελέγξουν για παράνομη δόμηση, και οι άλλοι για την άδεια περιπτέρου». Διαπιστώσανε πως το περίπτερο δεν είχε, φυσικά, ούτε άδεια λειτουργίας, ούτε άδεια εγκατάστασης περιπτέρου, οπότε θεωρήθηκε πως διαπράχτηκε το αδίκημα της παράνομης δόμησης, καθότι βάσει νόμου τα περίπτερα αποτελούν δόμηση σε δημόσιο χώρο. Από τη στιγμή που η επιτόπια αυτοψία επιβεβαίωσε την ύπαρξη του περιπτέρου, οι υπηρεσίες έπρεπε να το καταγράψουν· να μετρήσουν την κάτοψη για να καταγράψουν τα τετραγωνικά της παράνομης δόμησης. Ασχέτως αν το περίπτερο λειτουργούσε, αν είχε ταμιακή, αν πουλούσε προϊόντα. Ούτε αν ο κρεμασμένος Τύπος ήταν πολύ περασμένων δεκαετιών. Ούτε αν ήταν μια εικαστική εγκατάσταση φόρος τιμής στην πολιτισμική κουλτούρα μιας ολόκληρης χώρας…

Είχε και ποινική προέκταση η υπόθεση. «Πάω ξανά μετά από λίγο στον άνθρωπο που μας το έφερε, με κατεβασμένα αυτιά, και του λέω πως πρέπει να το ξαναβγάλουμε το περίπτερο. Ήρθε και το πήρε. Δεν ξέρω που το πήγε…» λέει ο Γιάννης και έτσι τελειώσανε με τις διοικητικές και ποινικές παραβάσεις. Εκείνοι αθωώθηκαν, το περίπτερο πάσα πιθανότητα το διέλυσαν και το κάψανε σαν καυσόξυλα…
Μπορεί αυτό να ήταν το τελευταίο κίτρινο ξύλινο της πόλης. Από εκείνα τα πολύ παλιά με την κωνική οροφή…

Ο κήπος…
Ο Αντώνης Μόρας, το 2012, είχε γράψει ένα μανιφέστο με τίτλο «Τοίχοι Τραχοί», μια «εργασία του που παρουσιάστηκε με την ευκαιρία ανάδειξης και αξιοποίησης του παρόντος οικοπέδου ως ο «κήπος» της ΚΛΙΜΑΞ» όπως το υπογράφει στο τέλος.
«Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική δεν είναι τα νεοκλασικά. Δεν είναι οι μετώπες, τα μάρμαρα, η συμμετρία και ο ανάγλυφος διάκοσμος. Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική ήταν φτιαγμένη με ευτελή υλικά, ασύμμετρη και οργανική, χωρίς διάκοσμο, τραχιά. Ήταν αληθινή στην κατασκευή της, κάτω από τα επιχρίσματα, το σοβά και τα στρώματα μπογιάς. Το χτίζειν ως κατοικείν. Η συνθήκη όπου η πράξη της κατοίκησης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την κατασκευή της κατοικίας η οποία ταυτόχρονα είναι και σκέψη πάνω στον τρόπο με τον οποίο ζει κανείς σε/από έναν τόπο. Αυτού του τύπου η ιδιωματική και ιδιότυπη αρχιτεκτονική στηρίζεται στον τόπο με τρόπο φυσικό και οργανικό καθώς τα υλικά της πηγάζουν άμεσα από αυτόν. Πάνω σε κάθε πέτρα υπάρχουν τα ίχνη προηγούμενων χρήσεων, μάρτυρες προηγούμενων κατασκευών, αλλά και αποτυπώματα των ίδιων των μαστόρων και των εργατών. Αυτές οι τραχιές πέτρες είναι η ιστορία του πώς χτίστηκε ο τόπος. Μία ιστορία του γίγνεσθαι αντί του φαίνεσθαι. Μία ζωντανή ιστορία που γράφεται προσθετικά, συνεργετικά και εν καιρώ».

«Αυτό ακριβώς κάναμε» λέει ο Γιάννης Πέτρου «αυτόν τον λίγο ελεύθερο χώρο που είχαμε, τον διαχειριστήκαμε με σπαράγματα και παλιά υλικά και τον ξαναδώσαμε πίσω στην πόλη». Ο Βαγγέλης Χατζούλης είχε πάει στο χώρο υλικά κατεδαφίσεων, πόρτες και παράθυρα, με τα οποία είχαν καλύψει ολόκληρο τον ένα τοίχο. Τα ζωγράφισε ο Γιάννης «κάποια τα ζωγράφισε ο Χρήστος Παπανικολάου». Όλος ο χώρος ήταν μια εικαστική εγκατάσταση.

Όταν άνοιξε ο κήπος γέμισε με οικογένειες και μικρά παιδιά. Τότε οι παιδικές χαρές της πόλης ήταν διαλυμένες, αργότερα άρχισαν να ξαναφτιάχνονται από την αρχή την δημοτική αρχή Καλογιάννη και συνεχίζουν και σήμερα. Δεν είχες που να πας τα μωρά και τα παιδιά. Δεν υπήρχε λίγος ελεύθερος, καθαρός, χώρος πρασίνου. Κι έτσι ο κήπος του Κλίμαξ έγινε η αυλή πολλών Λαρισαίων.

Στα δέντρα ήταν κρεμασμένα αληθινά, βίνταζ, ξύλινα και μεταλλικά κλουβιά πουλιών. Υπήρχαν λαμπιόνια κρεμασμένα στα δέντρα. Τα βράδια κάνανε προβολές στον τοίχο της διπλανής πολυκατοικίας. Αρχίσανε να κάνουνε εκθέσεις. Η πρώτη ήταν φωτογραφίας.

Από το 2012 άλλαξε αρκετές φορές διακόσμηση, αλλά ήταν πάντα ο κήπος. Μια ευκαιρία να λιαστείς ή να δροσιστείς ανάμεσα στις πολυκατοικίες. Να δραπετεύσεις μέσα στον αστικό ιστό από αυτόν τον ίδιο.
Υπήρχε όμως εκείνος ο «από πάνω» και δεν του άρεσε ποτέ που τα παιδιά «ανακατέψανε τη γειτονιά», την προτιμούσε ως είχε, λίγο λούμπεν…

Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις





