Όταν η Γερμανία λάτρευε την Ελλάδα

Δημοσιεύθηκε στις: 30 Νοεμβρίου 2012, 11:53

Αν κάποιος μείνει στην ερμηνεία την οποία δίνει στο «ελληνικό» ο γερμανικός λαϊκός (αλλά και όχι τόσο λαϊκός) Τύπος, οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να είναι πιο στενάχωρες. Το «ελληνικό» είναι συνώνυμο του χείριστου, και το χείριστο μεταφράζεται σε διαφθορά, οκνηρία και φυγοπονία.

Το μεγάλο παράδοξο, εντούτοις, είναι πως καμία κουλτούρα, στο άμεσο παρελθόν, δεν στράφηκε περισσότερο προς την Ελλάδα από ό,τι η γερμανική. Η λατρεία της κλασικής Ελλάδας υπήρξε πολύ έντονη τον 18ο και 19ο αιώνα και στη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία· σε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα όμως δεν υπήρξε τόσο καθοριστική όσο σε αυτή που σήμερα αποκαλούμε Γερμανία.

Το «ελληνικό», που τόσο πολύ διασύρεται σήμερα, έμοιαζε απαραίτητο στη γερμανική κουλτούρα για τη συνοχή ενός έθνους που παρέμενε κατακερματισμένο σε πολυάριθμα εδάφη μέχρι πριν από ενάμιση αιώνα.

Δεν είναι καθόλου βέβαιο πως οι σημερινοί Γερμανοί συνειδητοποιούν πόσο προσβάλλουν τις ίδιες τους τις πνευματικές ρίζες όταν χρησιμοποιούν υποτιμητικά τον όρο «ελληνικός»· είναι σαφές πως λιγοστή πνευματική λεπτότητα μπορεί να περιμένει κανείς από τους ευρωπαίους πολιτικούς των ημερών μας, συμπεριλαμβανομένων των Γερμανών: η ευρωπαϊκή κουλτούρα μοιάζει απόλυτα απούσα από την πολιτική που ασκείται στην Ευρώπη.

Και όμως, όσο αλλόκοτο και αν ακούγεται στους σημερινούς καταναλωτές της ενημέρωσης, η Γερμανία έχει αγαπήσει με πάθος την Ελλάδα. Τόσο που, σε αυτό που σε κάθε πανεπιστήμιο διδάσκεται ως το κορυφαίο έργο της γερμανικής λογοτεχνίας, τον «Φάουστ» του Γκαίτε, ο γάμος του πρωταγωνιστή με την Ελένη της Τροίας συμβολίζει, μεταξύ άλλων, την ένωση της αρχαίας Ελλάδας με ένα έθνος εν τω γίγνεσθαι ονόματι Γερμανία.

Με την αξεπέραστη συνθετική του ικανότητα, ο Γκαίτε κορυφώνει σε αυτόν τον συμβολικό γάμο μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις διανοητικής οικειοποίησης που έχουν γίνει στην ιστορία του πολιτισμού: δύο κόσμοι, ο ελληνικός και ο γερμανικός, συνδέονται με ένα είδος κοινού πεπρωμένου που εκφράζεται μέσω της τέχνης και της φιλοσοφίας.

Επί δύο αιώνες, οι γερμανοί συγγραφείς και φιλόσοφοι ζούσαν με την πεποίθηση πως ήταν οι φυσικοί κληρονόμοι των Ελλήνων στη σύγχρονη εποχή· πεποίθηση, γόνιμη και καταστροφική ταυτόχρονα, που οδήγησε σε υπερβολές – για να το πούμε με ευγενικό τρόπο – όπως η άποψη του Χάιντεγκερ πως μόνο στα γερμανικά και τα ελληνικά μπορεί κάποιος πραγματικά να σκέπτεται.

Σε κάθε περίπτωση η Ελλάδα – ως ιδεώδες, ως μεταφυσική οντότητα, ως σύμβολο – διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο στην ενδυνάμωση της γερμανικής κουλτούρας, χωρίς δυνατή σύγκριση με όσα συνέβησαν σε καμία άλλη χώρα, παρότι ο κλασικισμός υπήρξε θεμελιώδης σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Ίσως πρέπει να αναζητήσουμε την εξήγηση στην αδυναμία των γερμανικών ως γλώσσας του πολιτισμού μέχρι το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, και στην ιστορική καθυστέρηση της γερμανικής ενοποίησης. Και για τους δύο αυτούς λόγους η πνευματική οικειοποίηση μιας εξιδανικευμένης Ελλάδας υπήρξε καθοριστική.

Στη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία αυτή η διαδικασία δεν κατέστη απαραίτητη. Στην Ιταλία, η γλώσσα της οποίας είχε μακρύτατη παράδοση πολιτισμού, το Risorgimento [το κίνημα της ιταλικής παλιγγενεσίας] στηρίχθηκε, με εδαφική φυσικότητα, στην αρχαία Ρώμη.

Μόνο η Γερμανία θεώρησε τον εαυτό της με τρόπο τόσο παθιασμένο και αποκλειστικό ως την πνευματική θυγατέρα της Ελλάδας (σχέση λίγο αιμομικτική στην περίπτωση του έρωτα ανάμεσα στον Φάουστ και την Ελένη της Τροίας).

Ως συνέπεια, η γερμανική κουλτούρα συνάντησε τη μήτρα της, τον λόγο ύπαρξής της, το πεπρωμένο της, σε αυτό που υποτίθεται πως ήταν η ονειρική της Ελλάδα, εκείνη των ναών και των αγαλμάτων του Βίνκελμαν, εκείνη των θεών του Σίλερ (ίσως η κ. Μέρκελ να έπρεπε να διαβάσει το εξαιρετικό λυρικό του ποίημα «Οι θεοί της Ελλάδας»), εκείνη των ηρώων του Χέλντερλιν. Κατά μια έννοια, η Ελλάδα υπήρξε, μέσω των συγγραφέων και των καλλιτεχνών, το όνειρο της Γερμανίας.

Σήμερα, εφιάλτης. Βεβαίως και ζούμε σε έναν άλλο κόσμο, ο Γκαίτε και ο Χέλντερλιν δεν μπορούν να ανταγωνιστούν το δηλητήριο των μέσων επικοινωνίας που αυτοαποκαλούνται λαϊκά και τη συστηματική άγνοια των πολιτικών.

Ούτε, προφανώς, είναι οι Έλληνες – ή υπήρξαν ποτέ – εκείνοι οι υπέροχοι κάτοικοι των στίχων του «Οι θεοί της Ελλάδας». Παραμένει όμως παράξενο – και, σε έναν βαθμό, φρικιαστικό – που η ίδια λέξη, το «ελληνικό», χρησιμεύει στο μεν πανεπιστήμιο ως αναφορά στις μεγαλύτερες των αρετών, στον δε δρόμο, ως σύνοψη των πλέον επικίνδυνων αμαρτιών.

(To άρθρο του ισπανού φιλοσόφου και συγγραφέα Ραφαέλ Αργκουγιόλ δημοσιεύτηκε στην ισπανική εφημερίδα «Ελ Παΐς» – Το μεταφρασμένο άρθρο δημοσιεύεται από «Τα Νέα») 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ