Ολική επαναφορά στα ελλείμματα του 2009

Δημοσιεύθηκε στις: 9 Ιουνίου 2012, 17:24

Αναπόσπαστο κομμάτι κάθε προεκλογικής διαδικασίας, διαχρονικα, αποτελεί η κατάθεση κυβερνητικών προγραμμάτων από τα κόμματα που διεκδικούν την εντολή των πολιτών για να κυβερνήσουν.

Η πρόσφατη παρουσίαση των προγραμμάτων της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ συμβάλλει στην πληρέστερη ενημέρωση των πολιτών πριν προσέλθουν στις κάλπες.

Εντύπωση προκαλεί, ότι και τα δυο προγράμματα δεν περιλαμβάνουν ποσοτικές εκτιμήσεις για το κόστος εφαρμογής τους. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει την εκτίμηση ότι τα προγράμματα αυτά είναι δηλώσεις προθέσεων  παρά ολοκληρωμένες προτάσεις για την αντιμετώπιση των σύνθετων προβλημάτων της χώρας.

Στις παρούσες συνθήκες που η χρηματοδότηση των ελλειμμάτων της χώρας εξαρτάται από τους θεσμικούς πιστωτές η παράλειψη αυτή δεν είναι χωρίς κινδύνους. Αν υπήρχε πραγματικό ενδιαφέρον να ποσοτικοποιηθούν οι προτάσεις των δυο κομμάτων τότε θα μπορούσαν να απευθυνθούν είτε στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους ή σε οποιαδήποτε άλλο ερευνητικό ίδρυμα της εμπιστοσύνης τους.

Τίθεται λοιπόν εύλογα το ερώτημα «γιατί αποφεύγεται η τεκμηρίωση που θα ενίσχυε περισσότερο την αξιοπιστία των προγραμμάτων και θα προσείλκυε πολλούς από τους αναποφάσιστους ψηφοφόρους;»

Η απάντηση είναι σχετικά απλή.

Δεν γίνεται ποσοτικοποίηση γιατί δεν βγαίνουν τα νούμερα.

Σε επίπεδο γενικής κυβέρνησης η χώρα εξακολουθεί να έχει ένα πρωτογενές έλλειμμα, το οποίο χρηματοδοτεί με τα κεφάλαια που εισπράττει από τους πιστωτές. Αν λοιπόν εκτιμηθεί, ότι με τις προτεινόμενες πολιτικές προτάσεις αυτό Θα διευρυνθεί, τότε θα πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα πώς αυτό θα χρηματοδοτηθεί.
Για παράδειγμα, η Ν.Δ. υπόσχεται σε βάθος χρόνου φορολογικές ελαφρύνσεις, όπως κατάργηση του τέλους ακινήτων, μειώσεις φορολογικών συντελεστών και αύξηση του αφορολόγητου ορίου. Με μια πρώτη εκτίμηση οι απώλειες στα φορολογικά έσοδα ανέρχονται σε 9,7 δισ.

Για παράδειγμα, αν κατέβουν οι συντελεστές ΦΠΑ n μείωση των εσόδων υπολογίζεται περίπου στα 3.3 δισ. Από την αύξηση του αφορολόγητου στα 10.000 ευρώ, το κόστος στα έσοδα ανέρχεται περίπου σε 2 δισ. Εάν τεθεί ο ανώτατος συντελεστής στο 32% θα υπάρξει απώλεια επιπλέον 1,3 δισ. και απώλεια περίπου 600 εκατ. από τη μείωση στα νομικά πρόσωπα. Τέλος, η κατάργηση του τέλους ακινήτων θα αποστερήσει έσοδα 2.5 δισ.

Αν σε αυτά προστεθεί και το κόστος των δαπανών που συνεπάγονται οι προτάσεις της και που με μια εκτίμηση ξεπερνούν τα 2,5 δισ., τότε γίνεται κατανοητό ότι η υλοποίηση όλων αυτών των προτάσεων μπορεί να οδηγήσει το πρωτογενές έλλειμμα σε επίπεδα που θα ακυρώνουν σημαντικά την προσπάθεια που έγινε στη διετία 2010-2011, ώστε να μειωθεί στα 4,4 δισ. από τα 24 δισ. που το άφησε η Ν.Δ. το 2009.

Αν τα έσοδα αυτά δεν αντικατασταθούν από κανένα άλλο μέτρο δημοσιονομικά ισοδύναμο, τότε θα υπάρξει μια θετική επίπτωση στην οικονομική ανάπτυξη και συνεπακόλουθα αύξηση στα φορολογικά έσοδα που όμως δεν θα αναπληρώσουν τις μεγάλες απώλειες.

Ανάλογη εικόνα προκύπτει και από μια απόπειρα ποσοτικοποίησης στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Ειδικότερα, η υλοποίηση των προτάσεων που αφορούν στο σκέλος των δαπανών εκτιμάται ότι θα οδηγήσουν σε αύξησή τους τουλάχιστον κατά 12 δισ. ή 6% του ΑΕΠ. Εξίσου σημαντικές είναι και οι απώλειες από τις προτεινόμενες μειώσεις συντελεστών ΦΠΑ ή τις καταργήσεις φόρων.

Έναντι όλων αυτών των επιλογών που συνεπάγονται αλματώδη αύξηση του πρωτογενούς έλλειμματος, προτείνεται η κατ’ έτος αύξηση των φορολογικών και ασφαλιστικών εσόδων κατά 1% του ΑΕΠ ή 2 δισ., έτσι ώστε σε βάθος τετραετίας να προσεγγίσει n Ελλάδα το μέσο όρο εσόδων της Ε.Ε.

Η αύξηση αυτή θα προέλθει από τη φορολόγηση του πλούτου και των υψηλών εισοδημάτων. Είσπραξη εσόδων 8 δισ. στην τετραετία σημαίνει, ότι για οικογενειακά εισοδήματα π.χ. άνω των 50 χιλ. ευρώ ο μεσοσταθμικός συντελεστής θα πρέπει να αυξηθεί στην τετραετία από 24% οτα 58%. Εναλλακτικά θα πρέπει να επιβληθεί ένα τέλος πλούτου που θα αποδίδει πάνω από 2 δισ. τσ χρόνο ή ένας συνδυασμός των προαναφερθέντων.

Ανεξάρτητα όμως από τις επιλογές, το πρωτογενές έλλειμμα δεν θα μειώνεται αλλά θα αυξάνεται, αφού τα φορολογικά έσοδα αργούν να εισπραχτούν. ενώ οι δαπάνες θα καταβάλλονται άμεσα.

Από τα προαναφερθέντα γίνεται κατανοητό, ότι τυχόν ακύρωση της δανειακής σύμβασης θα οδηγήσει τη χώρα σε αδυναμία να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις της στο εσωτερικό, ακόμη και αν αποφασίσει να διακόψει την εξυπηρέτηση του χρέους.

Έτσι, θα υποχρεωθεί σε μια βίαιη περικοπή των δαπανών σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, ώστε να πετύχει την εξίσωση των πρωτογενών δαπανών με τα έσοδα, οδηγώντας σε πλήρη παράλυση βασικές λειτουργίες του κράτους, όπως στο χώρο της υγείας ή της ασφάλειας.

Απέναντι σε αυτή την αδιέξοδη παροχολογία, που μπορεί να οδηγήσει τη χώρα πίσω στο 2009, το ΠΑΣΟΚ παρουσίασε σειρά συγκεκριμένων και ρεαλιστικών προτάσεων για μια αυτοδύναμη πορεία.

Δημιουργήσαμε τις προϋποθέσεις για την επιμήκυνση του χρόνου μείωσης του ελλείμματος, θέτουμε ως ζητήματα προς αναθεώρηση την αποφυγή περαιτέρω μείωσης εισοδημάτων, την αύξηση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, την ενίσχυση πολιτικών για την απασχόληση και την καταπολέμηση της ανεργίας.

Προτάσεις που αναθεωρούν αρνητικές πτυχές της δανειακής συμφωνίας και διασφαλίζουν την επιστροφή της οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, αναγκαία προϋπόθεση για τη δημιουργία θέσεων εργασίας και αποκατάστασης μισθών και κοινωνικων πιρογραμμάτων.

Του Φίλιππου Σαχινίδη, υπ. βουλευτή του ΠΑΣΟΚ – πρώην υπουργού Οικονομικών

 

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ