ΥΓΕΙΑ - ΖΩΗ
Καρδιοχτύπια και στρες; Ώρα για έλεγχο των νεφρών

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης
Δείκτης καλής λειτουργίας των νεφρών ή προειδοποίηση για επερχόμενα προβλήματα καρδιάς, γίνεται τώρα μια παλιά και απλή εξέταση η οποία αναγνωρίζει την ύπαρξη πρωτεϊνών στα ούρα.
Η αναγνώριση και αξιοποίηση της σύνδεσης μεταξύ καρδιάς και νεφρών στον οργανισμό μας, οδήγησε πρόσφατα στην αλλαγή των διεθνών θεραπευτικών πρωτοκόλλων για τα καρδιαγγειακά νοσήματα. Το αποτέλεσμα είναι να συστήνεται πλέον η εξέταση αλβουμίνης (λευκωματίνης), συνδυαστικά με την κρεατινίνη, προκειμένου να διαπιστωθεί πιθανή έναρξη βλάβης στα νεφρά σε πολύ πρώιμο στάδιο.
Σε περίπτωση που βρεθούν αυξημένες τιμές, τότε η προειδοποίηση – και η προστασία – είναι διπλή. Κατ΄ αρχήν, ο γιατρός θα λάβει μέτρα για τη διατήρηση της νεφρικής λειτουργίας αποτρέποντας την συνέχιση της βλάβης που ξεκίνησε, ενώ την ίδια στιγμή θα μπορέσει να προλάβει και βλάβη στην καρδιά.
Η έναρξη των εξετάσεων πρέπει να γίνεται μεταξύ 40-50 ετών
Ο καθηγητής Παθολογίας – Νεφρολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών Ευάγγελος Παπαχρήστου
Για τη νέα θεραπευτική προσέγγιση των ασθενών μίλησε στο in.gr o Πρόεδρος της Ελληνικής Νεφρολογικής Εταιρείας, Καθηγητής Νεφρολογίας και Διευθυντής της Νεφρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Πατρών Ευάγγελος Παπαχρήστου.
Ο κ. Παπαχρήστου, εξήγησε τη σύνδεση των νεφρών και της καρδιάς, μέσω κοινών μηχανισμών λειτουργίας, με τους οποίους επηρεάζει το ένα σύστημα το άλλο. Κατ΄ αρχήν η συνηθέστερη σύνδεση, είναι αυτή που ρυθμίζει την πίεση, ενώ στην περίπτωση της καρδιακής ανεπάρκειας υπάρχει επίδραση στη λειτουργία των νεφρών, καθώς τα δύο συστήματα είναι αλληλένδετα.
Το στρες
Οι ορμόνες του στρες, επηρεάζουν τα νεφρά, γιατί η αδρεναλίνη, σε καταστάσεις έντονης καταπόνησης, αυξάνουν τη συστολή της καρδιάς, αυτή πάλλεται πιο γρήγορα με το στρεσογόνο ερέθισμα και αντίστοιχα οι νεφροί προσαρμόζουν τη λειτουργία τους στην διατήρηση των ζωτικών λειτουργιών, μέσω του ισοζυγίου των υγρών μας. Δηλαδή κρατούν το νερό και το αλάτι, η διούρηση μειώνεται και όσο βρισκόμαστε σε κατάσταση σοκ «κατεβάζουν ρολά» μέχρι να επανέλθει η ηρεμία.
Όπως διευκρίνισε δεν είναι όλες οι περιπτώσεις καρδιοπαθειών που επιβαρύνουν τα νεφρά, ούτε είναι βέβαιο ότι προηγείται η βλάβη των νεφρών έναντι των βλαβών στην καρδιά. Όμως ο συνδυασμός των δύο εξετάσεων, της αλβουμίνης και της κρεατινίνης μαζί, «επιτρέπει να αναγνωριστεί μια πολύ πρώιμη βλάβη, η οποία μπορεί να αποτελέσει προπομπό νοσημάτων που αφορούν τόσο την καρδιά, όσο και τους νεφρούς».
Όσο για τον χρόνο έναρξης της βλάβης και ποιο όργανο πλήττεται πρώτα, η καρδιά ή οι νεφροί, έφερε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την υπέρταση, σημειώνοντας μάλιστα πως η σχέση της βλάβης καρδιάς και νεφρών είναι κάτι σαν τη σχέση «κότας και αυγού», καθώς στην όλη διαδικασία μετέχει και η καρδιά.
Σε ότι αφορά τον σακχαρώδη διαβήτη, ο κ. Παπαχρήστου τόνισε ότι πολλά όργανα μπορούν να επηρεαστούν από αυτόν. Οι νεφροί είναι συχνό φαινόμενο, όπως και οι οφθαλμοί. Εδώ το κοινό σημείο είναι τα αγγεία και η ανίχνευση αφορά πρώιμες βλάβες από την αθηροσκλήρυνση. Αιτία είναι η στένωση που προκαλεί η αθηρωματική πλάκα σε όλα τα αγγεία, συμπεριλαμβανομένων των αγγείων του εγκεφάλου, της καρδιάς και των νεφρών.
Ποιο κινδυνεύουν περισσότερο και πότε
Σε ότι αφορά τις ομάδες υψηλού κινδύνου, ο καθηγητής έδωσε έμφαση σε όσους πάσχουν από υπέρταση και διαβήτη, «ακόμη κι αν τον ρυθμίζουν καλά», όπως είπε χαρακτηριστικά, ενώ ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει θέμα κληρονομικής προδιάθεσης.
Η εξέταση της αλβουμίνης αφορά άτομα μεταξύ 30-70 ετών. Όμως ο κ. Παπαχρήστου εκτιμώντας ότι το όριο των 30 ετών είναι πολύ χαμηλό, πρότεινε την έναρξη των εξετάσεων μεταξύ 40-50 ετών, επισημαίνοντας ότι ανιχνεύει νοσήματα πολύ πριν δώσουν συμπτώματα.
Ως παράδειγμα ανέφερε ότι αν πάρουμε 1000 ανθρώπους και πραγματοποιήσουμε την εξέταση της αλβουμίνης, παρότι εμφανίζουν φυσιολογικές τιμές νεφρικής λειτουργίας, μπορεί να βρεθούν αυξημένες τιμές αλβουμίνης στο 10-20% αυτών των ατόμων. Στην περίπτωση αυτή, η ύπαρξη αλβουμίνης μπορεί να προειδοποιήσει ότι οι συγκεκριμένοι ασθενείς μπορεί να αναπτύξουν βαριά καρδιαγγειακά νοσήματα αργότερα. Ο λόγος είναι ότι προκαλείται βλάβη του ενδοθηλίου, του εσωτερικού χιτώνα των αγγείων, γεγονός που μπορεί να επιβαρύνει στη συνέχεια την καρδιά και τους νεφρούς. Η αναγνώριση της βλάβης γίνεται σε πολύ πρώιμο στάδιο, με τη συγκεκριμένη εξέταση, οπότε μπορεί και να αντιμετωπιστεί έγκαιρα.
in.gr
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις
