ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Ταξιδιωτικές εισπράξεις: Αυξάνονται χάρη στον εισερχόμενο τουρισμό και λιγότερο στη μέση δαπάνη

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης
Η υψηλή αύξηση της συμμετοχής του ταξιδιωτικού ισοζυγίου στο πλεόνασμα του ισοζυγίου υπηρεσιών αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο του τουρισμού στις εξαγωγές υπηρεσιών και, ευρύτερα, στο εξωτερικό ισοζύγιο της ελληνικής οικονομίας.
Αυτό τονίζουν οι οικονομολόγοι της Eurobank σε ανάλυσή τους στο «7 ημέρες Οικονομία», αναδεικνύοντας ότι, παράλληλα, η μεγάλη υποχώρηση της σχετικής συμβολής των μεταφορών υποδηλώνει αυξημένη συγκέντρωση του πλεονάσματος υπηρεσιών στον τουρισμό και, κατά συνέπεια, μεγαλύτερη έκθεσή του σε διαταραχές που επηρεάζουν ειδικά την τουριστική δραστηριότητα, όπως συνέβη κατά τη διάρκεια της πανδημίας.
Υπό αυτό το πρίσμα, σημειώνεται, η ενίσχυση της συνεισφοράς των μεταφορών στο ισοζύγιο υπηρεσιών, αξιοποιώντας μεταξύ άλλων τη γεωγραφική θέση της χώρας και την ισχυρή παρουσία της ελληνικής ναυτιλίας διεθνώς, θα μπορούσε να συμβάλει σε μεγαλύτερη διαφοροποίηση του εξαγωγικού μείγματος υπηρεσιών, ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας σε διαταραχές που πλήττουν δυσανάλογα συγκεκριμένους κλάδους.
Η ενίσχυση των τουριστικών εισπράξεων στηρίζεται στην αύξηση τουριστών
Συνολικά, η πορεία των ταξιδιωτικών εισπράξεων κατά το επτάμηνο του 2026 παρέμεινε ισχυρή, ενισχύοντας περαιτέρω τη συμβολή του τουρισμού στο εξωτερικό ισοζύγιο υπηρεσιών της χώρας και στηρίζοντας παράλληλα την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα.
Η σύνθεση, ωστόσο, της ανόδου, επισημαίνουν οι αναλυτές της Eurobank, διατηρεί ένα γνώριμο χαρακτηριστικό της ανάπτυξης του ελληνικού τουρισμού εδώ και πολλά χρόνια: η αύξηση της εισερχόμενης ταξιδιωτικής κίνησης αποτέλεσε τον βασικό μοχλό ενίσχυσης των εισπράξεων, ενώ η μέση δαπάνη ανά ταξίδι αυξήθηκε με ηπιότερο ρυθμό, με την άνοδό της να υπολείπεται εκείνης των τιμών σε υπηρεσίες που συνδέονται στενά με τον τουρισμό.
Συνεπώς, η ενίσχυση της πραγματικής ταξιδιωτικής δαπάνης, στηριζόμενης όχι μόνο στην εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση αλλά κυρίως στη μέση δαπάνη ανά ταξίδι, παράλληλα με τη μεγαλύτερη διαφοροποίηση των εξαγωγών υπηρεσιών, θα μπορούσε να ενισχύσει τη βιωσιμότητα του εξωτερικού τομέα υπηρεσιών της ελληνικής οικονομίας, προτείνει η Eurobank.
Το πλεόνασμα του ταξιδιωτικού ισοζυγίου
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ισοζυγίου πληρωμών της Τράπεζας της Ελλάδος, τον Ιούλιο του τρέχοντος έτους οι ταξιδιωτικές εισπράξεις ανήλθαν στα €4,7 δισεκ. σε τρέχουσες τιμές, αυξημένες κατά 7,2% σε ετήσια βάση.
Σημειώνεται ότι ο Ιούλιος είναι ο μήνας με τη δεύτερη μεγαλύτερη συμμετοχή στις ετήσιες ταξιδιωτικές εισπράξεις (18,7% το 2025), μετά τον Αύγουστο (19,3% το 2025).
Οι ταξιδιωτικές πληρωμές, δηλαδή οι δαπάνες των κατοίκων Ελλάδος κατά τα ταξίδια τους στο εξωτερικό, διαμορφώθηκαν στα €0,4 δισεκ., καταγράφοντας ετήσια αύξηση κατά 23,0%.
Ως αποτέλεσμα, το πλεόνασμα του ταξιδιωτικού ισοζυγίου, δηλαδή η θετική διαφορά μεταξύ ταξιδιωτικών εισπράξεων και πληρωμών, αυξήθηκε στα €4,3 δισεκ. (+5,9%), συμβάλλοντας στην ενίσχυση του πλεονάσματος του ισοζυγίου υπηρεσιών και στην αντιστάθμιση του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών.

Η σημασία του ταξιδιωτικού ισοζυγίου τόσο για το πλεόνασμα του ισοζυγίου υπηρεσιών όσο και για την αντιστάθμιση του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών έχει ενισχυθεί σημαντικά σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την κρίση χρέους.
Ειδικότερα, σε όρους κυλιόμενου 12μήνου έως τον Ιούλιο του 2026, το πλεόνασμα του ταξιδιωτικού ισοζυγίου αντιστοιχούσε στο 91,4% του πλεονάσματος του ισοζυγίου υπηρεσιών, έναντι 61,9% κατά μέσο όρο την πενταετία πριν από την κρίση χρέους. Παράλληλα, αντιστάθμιζε το 66,8% του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών, έναντι 26,1% κατά μέσο όρο την περίοδο Ιουλίου 2003-Ιουλίου 2008.
Η τελευταία μεταβολή αντανακλά όχι μόνο την ενίσχυση του ταξιδιωτικού πλεονάσματος, αλλά και τη μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών σε σύγκριση με τα προ κρίσης χρέους επίπεδα. Στη σημαντική προσαρμογή του ελλείμματος αγαθών κατά την περίοδο της κρίσης συνέβαλε καθοριστικά η υποχώρηση των εισαγωγών λόγω της έντονης συρρίκνωσης της εγχώριας ζήτησης.
Αύξηση ταξιδιωτικής δαπάνης και πληθωρισμός
Σε ό,τι αφορά τις δύο συνιστώσες που συνθέτουν το μέγεθος των ταξιδιωτικών εισπράξεων, τη μέση δαπάνη ανά ταξίδι και την εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση, τα στοιχεία του Ιουλίου έδειξαν αύξηση της πρώτης και μείωση της δεύτερης.
Συγκεκριμένα, η μέση δαπάνη ανά ταξίδι ανήλθε στα €685,4 σε τρέχουσες τιμές, από €623,1 τον Ιούλιο του 2025 (+10,0%), ενώ η εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση υποχώρησε στους 6,6 εκατ. ταξιδιώτες, από 6,8 εκατ. τον Ιούλιο του 2025 (-3,1%). Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή στην κατηγορία ξενοδοχεία-καφέ-εστιατόρια παρουσίασε ετήσια αύξηση 4,2% τον Ιούλιο, εκτιμάται ότι μέρος της αύξησης της μέσης δαπάνης ανά ταξίδι αντανακλά την άνοδο των τιμών.
Ωστόσο, ο συγκεκριμένος δείκτης δεν καλύπτει το σύνολο των αγαθών και υπηρεσιών που συνθέτουν την ταξιδιωτική δαπάνη και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ακριβής αποπληθωριστής της. Πληρέστερη εικόνα για τους παράγοντες που οδήγησαν στην αύξηση της μέσης δαπάνης ανά ταξίδι θα προκύψει με τη δημοσίευση των στοιχείων για τη μέση διάρκεια παραμονής ανά ταξίδι και τη μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση, ωστόσο αυτά τα στοιχεία δημοσιεύονται σε επίπεδο τριμήνου.
Στο σύνολο του επταμήνου Ιανουαρίου-Ιουλίου 2026, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αυξήθηκαν στα €13,5 δισεκ. σε τρέχουσες τιμές, από €12,1 δισεκ. την αντίστοιχη περίοδο του 2025 (+12,0%).
Παράλληλα, οι ταξιδιωτικές πληρωμές διαμορφώθηκαν στα €2,3 δισεκ., από €2,0 δισεκ. (+14,7%). Ως αποτέλεσμα, το πλεόνασμα του ταξιδιωτικού ισοζυγίου διευρύνθηκε στα €11,2 δισεκ., καταγράφοντας άνοδο κατά 11,5%.
Σε αντίθεση με τον Ιούλιο, στο σύνολο του επταμήνου η αύξηση της εισερχόμενης ταξιδιωτικής κίνησης αποτέλεσε τον βασικό παράγοντα ενίσχυσης των ταξιδιωτικών εισπράξεων. Συγκεκριμένα, η εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση ανήλθε στους 20,0 εκατ. ταξιδιώτες,από 18,5 εκατ. το αντίστοιχο επτάμηνο του 2025 (+8,6%), ενώ η μέση δαπάνη ανά ταξίδι διαμορφώθηκε στα €642,5, σημειώνοντας αύξηση κατά 2,9%.
Την ίδια περίοδο, οι τιμές στην κατηγορία ξενοδοχεία-καφέ-εστιατόρια, βάσει του ΕνΔΤΚ, αυξήθηκαν κατά 5,4% σε σύγκριση με το αντίστοιχο επτάμηνο του 2025.
Η σχετικά περιορισμένη αύξηση της μέσης δαπάνης ανά ταξίδι, σε συνδυασμό με την ταχύτερη άνοδο των τιμών στις υπηρεσίες που συνδέονται στενά με τον τουρισμό, αποτελεί ένδειξη ασθενέστερης εξέλιξης της ταξιδιωτικής δαπάνης σε πραγματικούς όρους.
Πληρέστερη εικόνα θα προκύψει με τη δημοσίευση των στοιχείων για τη μέση διάρκεια παραμονής ανά ταξίδι και τη μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση, οι μεταβολές των οποίων προσδιορίζουν από κοινού την εξέλιξη της μέσης δαπάνης ανά ταξίδι.
Συνολικά, η πορεία των ταξιδιωτικών εισπράξεων κατά το επτάμηνο του 2026 παρέμεινε ισχυρή, ενισχύοντας περαιτέρω τη συμβολή του τουρισμού στο εξωτερικό ισοζύγιο υπηρεσιών της χώρας και στηρίζοντας παράλληλα την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα.
Η σύνθεση, ωστόσο, της ανόδου διατηρεί ένα γνώριμο χαρακτηριστικό της ανάπτυξης του ελληνικού τουρισμού εδώ και πολλά χρόνια: η αύξηση της εισερχόμενης ταξιδιωτικής κίνησης αποτέλεσε τον βασικό μοχλό ενίσχυσης των εισπράξεων, ενώ η μέση δαπάνη ανά ταξίδι αυξήθηκε με ηπιότερο ρυθμό, με την άνοδό της να υπολείπεται εκείνης των τιμών σε υπηρεσίες που συνδέονται στενά με τον τουρισμό.
Η ενίσχυση της πραγματικής ταξιδιωτικής δαπάνης, στηριζόμενης όχι μόνο στην εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση αλλά κυρίως στη μέση δαπάνη ανά ταξίδι, παράλληλα με τη μεγαλύτερη διαφοροποίηση των εξαγωγών υπηρεσιών, θα μπορούσε να ενισχύσει τη βιωσιμότητα του εξωτερικού τομέα υπηρεσιών της ελληνικής οικονομίας.
ot.gr
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις

