ΕΛΛΑΔΑ
Μακιγιάζ πριν από το σχολείο: Τα παιδιά στον καθρέφτη των social media

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης
Με το άνοιγμα των σχολείων επέστρεψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μια εικόνα που γίνεται ολοένα συχνότερη: μαθήτριες στέκονται από νωρίς μπροστά στον καθρέφτη, εφαρμόζουν προϊόντα περιποίησης, βάζουν ρουζ, μάσκαρα και λιπ γκλος και στη συνέχεια παίρνουν τη σχολική τσάντα και φεύγουν για το μάθημα.
Παιδιά και έφηβες γνωρίζουν πλέον τις ονομασίες δραστικών συστατικών, αναζητούν συγκεκριμένες μάρκες και χρησιμοποιούν προϊόντα που μέχρι πριν από λίγα χρόνια απευθύνονταν κυρίως σε ενηλίκους. Το ενδιαφέρον για το μακιγιάζ συνυπάρχει με το skincare, με την πρώτη επαφή με τον κόσμο της ομορφιάς να ξεκινά σε ολοένα μικρότερη ηλικία.
Πού τελειώνουν, όμως, το παιχνίδι και ο πειραματισμός και πού αρχίζουν η πίεση της εικόνας και η επιβάρυνση του παιδικού δέρματος;
Οι influencers καθορίζουν τις επιλογές των παιδιών
Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν μέχρι σήμερα εξειδικευμένα στατιστικά στοιχεία για την ηλικία έναρξης της χρήσης καλλυντικών ούτε αναλυτικά δεδομένα για την κατανάλωσή τους από παιδιά και προέφηβες.
Ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Βιομηχάνων και Αντιπροσώπων Καλλυντικών και Αρωμάτων επιβεβαιώνει, ωστόσο, ότι πρόκειται για διεθνή τάση, η οποία έχει ενισχυθεί από το TikTok, το Instagram και τη συνεχή έκθεση των παιδιών σε περιεχόμενο ομορφιάς.
Όπως αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η γενική διευθύντρια του ΠΣΒΑΚ, Ιωάννα Βαλασκοπούλου, οι έφηβοι και οι προέφηβοι είναι πλέον περισσότερο εξοικειωμένοι με προϊόντα, μάρκες και τάσεις που παλαιότερα απευθύνονταν κυρίως σε ενηλίκους.
Το ενδιαφέρον τους δεν περιορίζεται στο μακιγιάζ, αλλά περιλαμβάνει καθαριστικά προσώπου, κρέμες, ορούς και αντηλιακά. Συχνά, μάλιστα, φτάνουν στην αγορά έχοντας ήδη αποφασίσει τι θέλουν και ζητούν τη μάρκα ή το προϊόν που είδαν να χρησιμοποιεί κάποιος influencer ή συνάντησαν σε ένα βίντεο που έγινε viral.

Οι επιπτώσεις στο παιδικό δέρμα
Το παιδικό και προεφηβικό δέρμα είναι πιο ευαίσθητο και μπορεί ευκολότερα να εμφανίσει ερεθισμούς, αλλεργίες ή ακμή, εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρόεδρος της Ελληνικής Δερματολογικής και Αφροδισιολογικής Εταιρείας, Σωτήριος Γ. Θεοχάρης.
Το συχνότερο πρόβλημα δεν προκαλείται από ένα μεμονωμένο ή ήπιο προϊόν, αλλά από την καθημερινή εφαρμογή πολλών καλλυντικών ή ισχυρών δραστικών ουσιών. Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις μπορεί να περιλαμβάνουν ξηρότητα, κοκκινίλα, κνησμό, αίσθημα καύσου, απολέπιση, αλλεργική δερματίτιδα εξ επαφής και επιδείνωση της ακμής.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στην περιοχή γύρω από τα μάτια, ενώ συχνές αιτίες αλλεργικών αντιδράσεων είναι τα αρώματα και ορισμένα συντηρητικά. Ακόμη και ένα συστατικό φυσικής προέλευσης μπορεί να προκαλέσει αντίδραση.
Σύμφωνα με τον κ. Θεοχάρη, δεν υπάρχει ένα συστατικό που πρέπει να απαγορευτεί οριζόντια σε όλα τα παιδιά. Εκείνο που πρέπει να αποφεύγεται είναι η άσκοπη χρήση ισχυρών δραστικών ουσιών, όπως τα ισχυρά απολεπιστικά οξέα, χωρίς συγκεκριμένη δερματολογική ένδειξη.
Για ένα παιδί χωρίς δερματολογικό πρόβλημα, η βασική φροντίδα μπορεί να παραμένει απλή: απαλό καθαριστικό, ενυδατική κρέμα χωρίς άρωμα και καθημερινό αντηλιακό ευρέος φάσματος, ανθεκτικό στο νερό, με δείκτη προστασίας SPF 30 ή υψηλότερο.
«Τα social media μπορούν να δημιουργούν την εντύπωση ότι ένα παιδί χρειάζεται μια ρουτίνα ομορφιάς ενηλίκου. Από ιατρικής πλευράς, αυτό δεν είναι ούτε αναγκαίο ούτε σωστό. Το παιδικό δέρμα δεν χρειάζεται δεκάδες προϊόντα. Χρειάζεται προστασία, σωστή φροντίδα και μέτρο», τονίζει ο πρόεδρος της ΕΔΑΕ.
Παρότι η πρώιμη ενασχόληση με το μακιγιάζ και το skincare είναι πλέον ορατή και στην Ελλάδα, δεν υπάρχουν επαρκή ελληνικά επιδημιολογικά δεδομένα που να αποδεικνύουν αύξηση των δερματικών προβλημάτων αποκλειστικά εξαιτίας τους. Υπάρχει, ωστόσο, επιστημονική τεκμηρίωση ότι η επαναλαμβανόμενη και αυξημένη έκθεση των παιδιών σε καλλυντικά μπορεί να εντείνει τον κίνδυνο εμφάνισης ερεθιστικής ή αλλεργικής δερματίτιδας εξ επαφής.
«Ένας καθρέφτης που δεν τελειώνει ποτέ»
Η επιθυμία ενός εφήβου να μακιγιαριστεί δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη χαμηλής αυτοεκτίμησης ούτε σημαίνει απαραίτητα ότι το παιδί βιάζεται να μεγαλώσει.
Ο Γεράσιμος Μακρής, ειδικευόμενος ψυχίατρος παιδιού και εφήβου, ψυχοθεραπευτής και διδάσκων Αναπτυξιακής Ψυχολογίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, τοποθετεί το φαινόμενο μέσα στην αναπτυξιακή διαδικασία.
Με την έναρξη της ήβης, περίπου από την ηλικία των δέκα ετών, το σώμα αλλάζει με ρυθμό που το παιδί δεν ελέγχει και δεν προλαβαίνει πάντοτε να κατανοήσει. Ταυτόχρονα, το βλέμμα των συνομηλίκων αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα. Το μακιγιάζ μπορεί τότε να λειτουργήσει ως πειραματισμός, μέσα από τον οποίο το παιδί δοκιμάζει διαφορετικές εκδοχές της εικόνας του.
«Δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι ένα κορίτσι που βάφεται δεν αγαπά τον εαυτό του ή έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση», σημειώνει ο κ. Μακρής. Σε μικρότερες ηλικίες μπορεί να πρόκειται απλώς για παιχνίδι και μίμηση, ενώ στην εφηβεία μπορεί να αποτελεί τρόπο διαχείρισης της νέας σχέσης με το σώμα.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν δημιούργησαν την ανάγκη των εφήβων να ασχολούνται με την εικόνα τους. Άλλαξαν, όμως, την ένταση, τη διάρκεια και την κλίμακα της έκθεσης. Κατά τον κ. Μακρή, η τεχνολογία έχει δώσει στους εφήβους «έναν καθρέφτη που δεν τελειώνει ποτέ».
Η εικόνα επιστρέφει αμέσως ως σχόλιο, like, αριθμός προβολών και σύγκριση. Παράλληλα, τα φίλτρα, ο φωτισμός, η επεξεργασία και οι αισθητικές παρεμβάσεις παρουσιάζουν την ομορφιά ως κάτι που μπορεί –και πρέπει– να τελειοποιείται διαρκώς.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο πειραματισμός μετατρέπεται σε αδιάκοπη αξιολόγηση και το παιδί αισθάνεται ότι πρέπει να αλλάξει την εικόνα του για να γίνει αποδεκτό ή να συγκεντρώσει περισσότερες αντιδράσεις.
Τα σημάδια που απαιτούν προσοχή
Για να αντιληφθεί ένας γονιός πότε προκύπτει πρόβλημα, δεν αρκεί να εξετάσει πόσο συχνά βάφεται το παιδί. Σημασία έχει κυρίως η λειτουργία που έχει αποκτήσει το μακιγιάζ στη ζωή του.
Διαφορετικό είναι να ζητά μια προέφηβη να βαφτεί για ένα πάρτι και διαφορετικό να αδυνατεί να πάει στο σχολείο χωρίς να καλύψει ένα σπυράκι ή ένα χαρακτηριστικό που της προκαλεί έντονη δυσφορία.
Ενδείξεις που απαιτούν προσοχή είναι:
- η επίμονη και καταναγκαστική ενασχόληση με τον καθρέφτη ή την κάμερα,
- η συνεχής ανάγκη επιβεβαίωσης για την εμφάνιση,
- οι διαρκείς συγκρίσεις με άλλα παιδιά ή με πρόσωπα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης,
- η αποφυγή του σχολείου, μιας εξόδου ή άλλων δραστηριοτήτων επειδή το παιδί θεωρεί ότι δεν δείχνει αρκετά καλό,
- οι απότομες αλλαγές στη διάθεση και στη συμπεριφορά,
- η κοινωνική απομόνωση.
Η φράση που αλλάζει το επίπεδο της ανησυχίας, εξηγεί ο κ. Μακρής, είναι όταν το «δεν μου αρέσει το πρόσωπό μου σήμερα» μετατρέπεται σε «δεν αντέχω να με δουν έτσι».
Όριο χωρίς επιβολή και ελευθερία χωρίς εγκατάλειψη
Σε ό,τι αφορά τη στάση των γονέων, δεν βοηθούν ούτε η απόλυτη απαγόρευση ούτε η καθησυχαστική φράση «μα είσαι μια χαρά», επισημαίνει ο ειδικός.
Χρειάζεται να δημιουργηθεί ένας ασφαλής χώρος μέσα στον οποίο το παιδί θα μπορεί να μιλήσει για όσα αισθάνεται σε σχέση με την εμφάνισή του και την κρίση των άλλων.
Εάν η ενασχόληση με την εικόνα συνοδεύεται από έντονο άγχος, απομόνωση ή αδυναμία του παιδιού να συνεχίσει τις καθημερινές του δραστηριότητες, οι γονείς μπορούν να απευθυνθούν σε εξειδικευμένο επαγγελματία ψυχικής υγείας.
«Ο γονιός χρειάζεται να προσφέρει όριο χωρίς επιβολή και ελευθερία χωρίς εγκατάλειψη», καταλήγει ο κ. Μακρής.
ertnews.gr
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις





