Εύη Μποτσαροπούλου
Ζήτησα από το ChatGPT να μου πάρει συνέντευξη – Τελικά, ποιος από τους δυο μας δεν ήξερε πώς γίνεται;

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης
Βράδυ του Αυγούστου στον Αγιόκαμπο με φίλους μιλάμε για συνεντεύξεις. «Σας έχουν πάρει ποτέ συνέντευξη;» ρώτησα. Σχεδόν όλοι είπαν όχι. Η εξαίρεση ήταν ο διευθυντής των επειγόντων σε μεγάλο νοσοκομείο στο εξωτερικό, που είχε μιλήσει σε αθηναϊκό ραδιόφωνο στο πρώτο μεγάλο κύμα του Covid. «Άστο», του είπαμε. «Τα πήγες χάλια».
Προσπαθούσα να τους εξηγήσω αυτό το περίεργο πράγμα που συμβαίνει σε μια συνέντευξη. Τότε που αρχίζει και πάει μόνο του. Το ένα φέρνει το άλλο και καταλήγεις να συζητάς όχι να ρωτάς. Αναπτύσσεται μια παράξενη οικειότητα και στο τέλος συνειδητοποιείς ότι καταλαβαίνεις πράγματα που δεν θα μπορούσες να τα είχες προβλέψει. «Τον ακούς και ταυτόχρονα τον παρατηρείς τον άλλο. Πού δίστασε. Πού άλλαξε θέμα. Που ενθουσιάστηκε. Πού δεν απάντησε καθόλου….».
«Εσένα σου έχουν πάρει ποτέ συνέντευξη;» με ρώτησε κάποιος. «Όχι, ποτέ». Σκέφτηκα την αντιστροφή των ρόλων και μετά αν μπορεί κανείς να πάρει συνέντευξη από τον εαυτό του. Αν γίνεται.. Νομίζω πως όχι. Για να το κάνεις πραγματικά θα έπρεπε να μπορείς ταυτόχρονα να γνωρίζεις και να αγνοείς όσα ξέρεις για τον άνθρωπο απέναντί σου. Να εκπλήσσεσαι από μια απάντηση που μόλις έδωσες. Να ακούς τον εαυτό σου σαν να είναι κάποιος άλλος. Εν ολίγοις, θα έπρεπε να είσαι ο Πεσσόα. Όχι απλώς να χρησιμοποιείς ένα ψευδώνυμο, αλλά να μπορείς να δημιουργείς έναν άλλο άνθρωπο, με δική του βιογραφία, ιδιοσυγκρασία και φωνή… Το συζητήσαμε λίγο.
«Μπορεί όμως να σου πάρει το ChatGPT» ειπώθηκε. Γέλασα. Τις επόμενες μέρες όμως, άρχισα να το σκέφτομαι. Θεωρητικά γιατί όχι. Και το έκανα. Του ζήτησα να μου πάρει συνέντευξη.
Όχι όμως να μου δώσει μια λίστα ερωτήσεων για να απαντήσω αργότερα. Ήθελα να δω αν μπορούσε να κάνει αυτό ακριβώς που προσπαθούσα να περιγράψω εκείνο το βράδυ στον Αγιόκαμπο: να ακούει μία απάντηση και να αποφασίζει τι αξίζει να ρωτήσει μετά. Του έδωσα λοιπόν μερικούς κανόνες. Μία ερώτηση κάθε φορά. Κανένα προκαθορισμένο ερωτηματολόγιο. Η επόμενη ερώτηση να προκύπτει από όσα έχουν ήδη ειπωθεί. Αν αντιλαμβάνεται υπεκφυγή, αντίφαση ή κάτι που αξίζει περισσότερο, να επιμένει. Να μη μου χαρίζεται, να μη με οδηγεί σε ένα ωραίο συμπέρασμα και, από τη στιγμή που θα ξεκινήσει η συνέντευξη, εγώ να μην έχω το δικαίωμα να ζητήσω αλλαγή ερώτησης ή να του υποδείξω προς τα πού να πάει. Η συνομιλία θα έμενε ολόκληρη διαθέσιμη, με τη σειρά που πραγματοποιήθηκε. Καμία διόρθωση εκ των υστέρων.
Μου φάνηκε αρκετά σαφές. Ήταν;
Στην πορεία κατάλαβα ότι η φράση «η επόμενη ερώτηση προκύπτει από την προηγούμενη απάντηση» περιέχει πολύ περισσότερα απ’ όσα λέει. Κι ότι ίσως είχα θεωρήσει αυτονόητα πράγματα που δεν ήταν καθόλου αυτονόητα για μια μηχανή.
Κάπως έτσι το πείραμα απέκτησε ένα ενδιαφέρον που δεν είχα προβλέψει.
Η συνομιλία που προέκυψε είναι ακριβώς αυτή. Την παραθέτω εδώ χωρίς διορθώσεις. Μαζί με τα σημεία όπου λειτούργησε και με εκείνα όπου όχι.
…
Εύη:
Θέλω να μου πάρεις συνέντευξη.
Η αφορμή είναι μια συζήτηση που είχα ένα βράδυ του καλοκαιριού στον Αγιόκαμπο με φίλους, για το τι συμβαίνει πραγματικά όταν παίρνεις συνέντευξη από έναν άνθρωπο: δεν έχει σημασία μόνο τι τον ρωτάς, αλλά τι ακούς στην απάντησή του και πώς αυτή σε οδηγεί στην επόμενη ερώτηση. Θέλω λοιπόν να το δοκιμάσουμε πάνω μου.
Οι κανόνες είναι οι εξής: Εσύ είσαι ο δημοσιογράφος και εγώ η συνεντευξιαζόμενη. Θα μου κάνεις μία ερώτηση κάθε φορά. Δεν υπάρχει προκαθορισμένο ερωτηματολόγιο. Κάθε επόμενη ερώτηση πρέπει να προκύπτει από όσα έχω ήδη απαντήσει και από ό,τι θεωρείς ότι αξίζει να διερευνηθεί περισσότερο.
Μην προσπαθήσεις να είσαι ευγενικός μαζί μου, να με επιβεβαιώσεις ή να οδηγήσεις τη συζήτηση σε ένα ωραίο συμπέρασμα. Θέλω πραγματική δημοσιογραφική περιέργεια. Αν μια απάντησή μου είναι αόριστη, αντιφατική, υπεκφεύγει ή κρύβει κάτι πιο ενδιαφέρον, ρώτησέ με γι’ αυτό.
Εγώ, από τη στιγμή που θα ξεκινήσει η συνέντευξη, δεν θα ζητήσω να αλλάξεις, να διορθώσεις ή να αντικαταστήσεις καμία ερώτηση και δεν θα σου υποδείξω προς τα πού να κατευθύνεις τη συζήτηση. Θα απαντώ μόνο στις ερωτήσεις που μου κάνεις.
Η συνομιλία θα δημοσιευτεί μέσω shared link, ώστε να είναι ορατή ολόκληρη και με τη σειρά που πραγματοποιήθηκε.
Μια μόνο πληροφορία πριν ξεκινήσουμε: την Κυριακή έχω γενέθλια και κλείνω τα 47. Δεν θέλω όμως η ηλικία ή τα γενέθλιά μου να αποτελέσουν το θέμα της συνέντευξης. Είναι απλώς η συγκυρία που με έκανε να δοκιμάσω αυτό το πείραμα.
Ξεκίνα με την πρώτη σου ερώτηση.
ChatGPT:
Από εκείνη τη συζήτηση στον Αγιόκαμπο, τι ήταν αυτό που σε ενόχλησε ή σε αμφισβήτησε αρκετά ώστε, μέρες μετά, να θέλεις να αποδείξεις στην πράξη πώς γίνεται μια πραγματική συνέντευξη;
Εύη:
Δεν με ενόχλησε κάτι. Δεν θέλω να αποδείξω πως γίνεται πραγματικά μια συνέντευξη. Ήθελα να τους εξηγήσω ότι συμβαίνει κάτι περίεργο κάθε φορά. Και διαφορετικό. Αναπτύσσεται μια οικειότητα. Ότι πάει μόνο του. Όταν δεν έχεις προκαθορισμένες ερωτήσεις και φυσικά με την προϋπόθεση ότι η συνέντευξη γίνεται δια ζώσης. Οι καλύτερες συνεντεύξεις προκύπτουν βράδυ με λίγο αλκοόλ.
ChatGPT:
Λες ότι «πάει μόνο του». Πόσο αλήθεια είναι αυτό; Τι κάνεις εσύ, ως δημοσιογράφος, για να δημιουργηθεί αυτή η οικειότητα χωρίς ο άλλος να καταλάβει ότι τον οδηγείς κάπου;
Εύη:
Δεν ξέρω. Να αισθανθεί μάλλον ότι είναι σε ασφαλή ζώνη. Ότι δεν θα τον εκθέσεις. Ότι σε ενδιαφέρει πραγματικά να ακούσεις τι θα σου πει.
ChatGPT:
Αν ο άλλος πρέπει να αισθανθεί ότι δεν θα τον εκθέσεις, τι κάνεις όταν το πιο ενδιαφέρον πράγμα που σου λέει είναι ακριβώς εκείνο που, αν δημοσιευτεί, θα τον εκθέσει;
Εύη:
Κατά πάσα πιθανότητα δεν το δημοσιεύεις. Το ξέρεις εκείνη τη στιγμή. Το έχεις αξιολογήσει ήδη. Αλλά έχεις πάρει την αύρα του. Και θα προσφέρει κάτι αυτό το ανείπωτο στη συνέχεια στο τελικό κείμενο. Ίσως για αυτό μ΄ αρέσει να χρησιμοποιώ την αφηγηματική δομή στα κείμενα των συνεντεύξεων. Ωραία λέξη το ανείπωτο παρεμπιπτόντως.
ChatGPT:
Τι εννοείς όταν λες ότι το «ανείπωτο» περνάει τελικά στο κείμενο; Αν ο αναγνώστης αισθανθεί κάτι που εσύ ξέρεις αλλά έχεις επιλέξει να μη γράψεις, δεν τον οδηγείς ουσιαστικά σε μια αλήθεια χωρίς να του δίνεις τα στοιχεία για να την κρίνει;
Εύη:
Εννοώ ότι σου δίνει στοιχεία για το σύνολο της προσωπικότητας του συνομιλητή. Για το ψυχογράφημά του.
ChatGPT:
Και πόσο εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου σ’ αυτό; Πώς ξέρεις ότι αυτό που παρουσιάζεις ως «ψυχογράφημα» είναι ο άνθρωπος που είχες απέναντί σου και όχι ο άνθρωπος που εσύ αποφάσισες ότι είδες;
Εύη:
Σωστό. Δεν το ξέρεις. Για αυτό είναι πρόκληση. Μάλλον η μεγαλύτερη, το πως θα νιώσει ο συνεντευξιαζόμενος όταν θα διαβάσει τη συνέντευξη δημοσιευμένη. Όσο τη γράφω με τους δύο μας ασχολούμαι. Με εμένα και με τον άλλο. Είναι λίγο παιχνίδι.
ChatGPT:
Γιατί βάζεις τον εαυτό σου μέσα στους δύο; Σε μια συνέντευξη υποτίθεται ότι το πρόσωπο είναι ο άλλος. Τι ακριβώς διακυβεύεται για σένα όταν τη γράφεις;
Εύη:
Θέλω να είμαι και εγώ εκεί μέσα. Συνήθως το οπτικοποιώ. Θέλω να περιγράψω τη σκηνή. Ούτως ή άλλως είμαι και εγώ εκεί. Και μάλλον μ΄ αρέσει να μιλάω και για τον εαυτό μου.
ChatGPT:
Αν σου αρέσει να μιλάς για τον εαυτό σου, μήπως τελικά παίρνεις συνεντεύξεις και ως έναν κοινωνικά αποδεκτό τρόπο για να μιλάς γι’ αυτόν χωρίς να είσαι εσύ το θέμα;
Εύη:
Τώρα που το θέτεις, μπορεί.
ChatGPT:
Τότε ποιο κομμάτι του εαυτού σου καταφέρνεις να λες ευκολότερα μέσα από τις ιστορίες των άλλων, αλλά δυσκολεύεσαι να το πεις όταν το θέμα είσαι ευθέως εσύ;
Εύη:
Μα δεν είμαι ποτέ το θέμα ευθέως. Τώρα είναι η πρώτη φορά, με αυτό πείραμα που κάνουμε.
ChatGPT:
Ωραία. Τώρα που για πρώτη φορά δεν έχεις κάποιον άλλον να χρησιμοποιήσεις ως αφηγηματικό όχημα, ποια ερώτηση φοβάσαι ότι μπορεί να σου κάνω;
Εύη:
Δεν έχω ιδέα. Αλλά κάνε κάποια. Πρέπει να πάμε λίγο παρακάτω.
ChatGPT:
Τι είναι αυτό που έχεις καταφέρει να πείσεις τους ανθρώπους γύρω σου ότι είσαι, ενώ εσύ ξέρεις ότι δεν είσαι τόσο όσο νομίζουν;
Εύη:
Κοίτα, έχω το σύνδρομο του απατεώνα. Πολλές φορές απορώ με το αποτέλεσμα. Πως τα καταφέρνω στο τέλος. Ήταν πολύ έντονο την περίοδο της δικηγορίας. Ήμουν πολύ μικρή και χειριζόμουν κάποιες σημαντικές υποθέσεις. Έχω αναρωτηθεί: μα καλά είναι σοβαροί, δώσαν αυτήν την υπόθεση σε μένα; Το βράδυ όταν ξάπλωνα στο κρεβάτι ήταν μια επαναλαμβανόμενη σκηνή. Καθόμουν ανάσκελα, ακίνητη, κοιτούσα το ταβάνι και έλεγα «ευτυχώς τη γλίτωσα και σήμερα, δεν έκανα κάποια μεγάλη μαλακία». Σαν ταχυδακτυλουργός κάπως.
ChatGPT:
Κι αν αφαιρέσουμε την ταμπέλα «σύνδρομο του απατεώνα»: υπήρξε ποτέ στιγμή που να σκέφτηκες ότι ίσως δεν φοβόσουν πως θα αποδειχθεί ότι δεν είσαι αρκετά καλή, αλλά πως όλη αυτή η αγωνία ήταν ο τρόπος σου να λειτουργείς καλά; Και, αν ναι, τι συμβαίνει όταν δεν φοβάσαι πια ότι θα κάνεις τη «μεγάλη μαλακία»;
Εύη:
Κατά βάθος πάντα το φοβάμαι. Μου το λέει συχνά και ο πατέρας μου (γελάω…), ακόμη. Η ατάκα είναι «άστο Εύη καλύτερα, πάλι μαλακία θα κάνεις». Αλλά το πάμε πολύ ψυχαναλυτικά… Δεν πρέπει να με παρουσιάσεις στο κοινό;
ChatGPT:
Θα σε παρουσιάσω, αλλά όχι ακόμη. Μέχρι στιγμής μου έχεις δώσει τη δημοσιογράφο και την πρώην δικηγόρο· όχι απαραίτητα εσένα.
Αφού όμως λες ότι «το πάμε πολύ ψυχαναλυτικά», ας φύγουμε από εκεί. Αν έπρεπε να σε ακολουθήσω μία ολόκληρη συνηθισμένη μέρα, από τη στιγμή που ξυπνάς μέχρι να κοιμηθείς, σε ποια στιγμή της ημέρας θα καταλάβαινα καλύτερα ποια είσαι;
Εύη:
Λίγο πριν με πάρει ο ύπνος και λίγο πριν ξυπνήσω. Εκεί που το ασυνείδητο δίνει χώρο στο συνειδητό. Το σουρεαλιστικό των ονείρων στο ρεαλιστικό. Εκεί που είσαι στη μετάβαση. Ούτε ακριβώς κοιμάσαι, ούτε είσαι και ξύπνιος.
ChatGPT:
Και τι υπάρχει σ’ αυτή τη μετάβαση που εξαφανίζεται μόλις ξυπνήσεις εντελώς;
Εύη:
Πάλι ψυχαναλυτικά το πας. Θα ήταν καλύτερα να απαντήσω κάτι εντελώς πεζό;
ChatGPT:
Όχι. Αλλά παρατηρώ ότι δεύτερη φορά, μόλις η ερώτηση πλησιάζει σε κάτι λιγότερο ελεγχόμενο από σένα, σχολιάζεις ότι «το πάω ψυχαναλυτικά» αντί να απαντήσεις. Γιατί σε ενοχλεί τόσο να πάμε εκεί;
Εύη:
Γιατί δεν γίνονται έτσι οι συνεντεύξεις.
ChatGPT:
Πώς γίνονται λοιπόν; Δώσε μου μια συγκεκριμένη συνέντευξη που έχεις πάρει και θεωρείς ότι εκεί συνέβη αυτό που προσπαθούσες να εξηγήσεις εκείνο το βράδυ στον Αγιόκαμπο.
Εύη:
Μιλάω ουσιαστικά για τις συνεντεύξεις πορτρέτα.
ChatGPT:
Τότε ας κάνουμε πορτρέτο. Αν σε συναντούσα σήμερα χωρίς να ξέρω απολύτως τίποτα για σένα και σε ρωτούσα «Εύη, τι δουλειά κάνεις;», τι θα μου απαντούσες;
Εύη:
Σε μια συνέντευξη ξέρεις τι κάνει ο άλλος και συνήθως για αυτό επιλέγεις να κάνεις τη συνέντευξη.
ChatGPT:
Σωστά. Εγώ λοιπόν ξέρω ότι έχεις υπάρξει δικηγόρος, σήμερα δουλεύεις στην επικοινωνία και παράλληλα γράφεις δημοσιογραφικά κείμενα. Αυτό που δεν ξέρω είναι ποια από αυτές τις ιδιότητες θεωρείς πραγματικά δική σου — και ποια αισθάνεσαι ότι απλώς έτυχε να τη φορέσεις. Ποια είναι;
Εύη:
Με τον τρόπο που το κάνουμε κλέβουμε λίγο. Εγώ σε αυτό το σημείο μάλλον θα έγραφα. «Σταμάτησε λίγο, άναψε τσιγάρο. Δεν απάντησε αμέσως…» Λοιπόν. Θα έλεγα τη δικηγορία. Όχι τη νομική επιστήμη, αλλά τη δικηγορία.
ChatGPT:
«Σταμάτησε λίγο, άναψε τσιγάρο. Δεν απάντησε αμέσως».
Κι ύστερα διάλεξες τη δικηγορία — ακριβώς τη δουλειά που δεν κάνεις πια. Γιατί έφυγες από την ιδιότητα που σήμερα λες ότι ήταν περισσότερο «δική σου» από όλες τις άλλες;
Εύη:
Α, συγνώμη. Το αντίθετο νόμιζα πως ρώτησες. Τη δικηγορία δεν θεωρώ δική μου.
ChatGPT:
Τότε έχει περισσότερο ενδιαφέρον: πέρασες χρόνια κάνοντας μια δουλειά που σήμερα λες ότι δεν ήταν δική σου. Πότε το κατάλαβες; Όσο ακόμη δικηγορούσες ή χρειάστηκε να φύγεις για να το δεις;
Εύη:
Υπάρχουν δύο στιγμές. Είναι χαρακτηριστικές. Η πρώτη αφορά περισσότερο μια σκέψη, μια γενική διαπίστωση. Όταν σκέφτομαι κάτι συχνά “εγκλωβίζομαι” σε αυτό. Εννοώ ότι δεν μπορώ να το προσπεράσω. Να κάνω ότι δεν συνέβη. Λοιπόν σκέφτηκα ότι αυτό που κάνω είναι να ασχολούμαι με λάθη που έχουν κάνει οι άλλοι στο παρελθόν και να διαχειρίζομαι το θυμό τους στο παρόν. Ήταν αρκετά σοκαριστικό. Συνειδητοποίησα πόσο μη δημιουργική εκτόνωση νιώθω και πως είμαι συνεχώς μέσα σε περιβάλλον έντασης και επιθετικότητας. Το “θέατρο” της αγένειας, της επίθεσης και της ειρωνείας μέσα στο ακροατήριο το επιδεινώνει. Η συμβουλευτική δικηγορία είναι αλλιώς. Εκεί συμβάλεις σε κάτι που δημιουργείται. Είχα την τύχη και ατυχία να το κάνω πολύ μικρή, μόλις ξεκίνησα να δικηγορώ, για ένα πολύ μεγάλο πρότζεκτ που δουλεύαμε δύο χρόνια.
Η δεύτερη στιγμή είναι όταν χειριζόμουν μια υπόθεση προσκύρωσης και τακτοποίησης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του δήμου για διάνοιξη κυκλικού κόμβου. Οι γειτονικοί ιδιοκτήτες ήταν δύο αδερφές. Έχουμε κάνει όλη τη προσπάθεια εύρεσης εξωδικαστικής λύσης, έχουμε αποφασίσει ότι θα προχωρήσουμε δικαστικά, έχουμε συντάξει εργολαβικό δίκης με πολύ καλό ποσοστό για μένα και την παραμονή της κατάθεσης του δικογράφου συνειδητοποιώ ότι η πελάτισσα μου μπορεί να μην έχει καταλάβει ουσιαστικά τι θα γίνει στο τέλος της διαδικασίας. Το θυμάμαι χαρακτηριστικά. Έχει γεννηθεί ο γιος μου, είμαι στο σπίτι και βγαίνω στη βεράντα να τηλεφωνήσω. Τη ρώτησα αν έχει καταλάβει που θα φτάσουμε. Στην αναγκαστική εκτέλεση, μου λέει. Δηλαδή; της λέω. Σιωπή. Οπότε το λέω ξεκάθαρα, θα βγάλουμε σε πλειστηριασμό το σπίτι της αδερφής σου γιατί είναι το μοναδικό της περιουσιακό στοιχείο, θέλω να ξέρω ότι το έχεις καταλάβει. Δεν είχε. Με πήρε την επόμενη μέρα και μου είπε να σταματήσουμε τη διαδικασία. Κατά βάθος όταν αποφάσισα να κάνω το τηλεφώνημα ήξερα την εξέλιξη. Έτσι έχασα μια υπόθεση στρωμένη για καιρό και αρκετά λεφτά. Τότε κατάλαβα πως μάλλον δεν πρέπει να κάνω αυτό το επάγγελμα.
ChatGPT:
Εκείνο το τηλεφώνημα όμως μπορεί να διαβαστεί και ακριβώς ανάποδα: όχι ως απόδειξη ότι δεν έπρεπε να είσαι δικηγόρος, αλλά ότι ήσουν ένας συγκεκριμένος τύπος δικηγόρου και έβαλες ένα όριο στο τι ήσουν διατεθειμένη να κάνεις για να κερδίσεις. Γιατί εσύ το μετέφρασες ως «δεν πρέπει να κάνω αυτό το επάγγελμα» και όχι ως «έτσι θέλω να το κάνω»;
Εύη:
Γιατί να υφίσταμαι όλη την ένταση, τη μη δημιουργική εκτόνωση και να μην βγάζω και χρήματα;
ChatGPT:
Άρα τελικά δεν έφυγες από τη δικηγορία επειδή δεν μπορούσες να κάνεις αυτό που απαιτούσε. Έφυγες επειδή, με τους όρους που εσύ μπορούσες να το κάνεις, δεν άξιζε το κόστος.
Σήμερα, στην επικοινωνία και στη δημοσιογραφία, έχει αλλάξει αυτή η εξίσωση; Βρήκες επιτέλους κάτι όπου αυτό που σου κοστίζει επιστρέφει σε δημιουργία — και σε χρήματα;
Εύη:
Μάλλον όχι. Βγάζω λιγότερα χρήματα από τη δικηγορία αλλά είμαι πιο ισορροπημένη με αυτό που ασχολούμαι. Εκτονώνομαι δημιουργικά. Επίσης, είναι κάτι που ανακάλυψα μεγάλη, Μετά τα 35. Ότι με ενδιαφέρει κάτι και έχω κάποιες δεξιότητες που δεν τις είχα φανταστεί ποτέ. Και αυτό υπήρξε πολύ αναζωογονητικό. Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ ως πιθανότητα πριν.
ChatGPT:
Λες «το ανακάλυψα μετά τα 35» σαν να ανακάλυψες μια άγνωστη ικανότητα. Τι συνέβη τότε και βρέθηκες, σχεδόν κατά λάθος, να γράφεις το πρώτο κείμενο που σε έκανε να σκεφτείς: «μπορώ να το κάνω αυτό»;
Εύη:
Δέχτηκα μια συγκεκριμένη και ξαφνική πρόταση από τον Ανδρέα Γιουρμετάκη με τον οποίο συνεργαζόμαστε ακόμη.
ChatGPT:
Τι είχε δει ο Ανδρέας Γιουρμετάκης σε σένα ώστε να σου κάνει αυτή την ξαφνική πρόταση, ενώ εσύ μέχρι τότε δεν είχες δει στον εαυτό σου ούτε καν αυτή την πιθανότητα;
Εύη:
Μάλλον πρέπει να ρωτήσουμε εκείνον.
ChatGPT:
Σωστά. Εσένα μπορώ να ρωτήσω κάτι άλλο: όταν σου έκανε την πρόταση, γιατί είπες «ναι» σε κάτι που δεν είχες φανταστεί ποτέ ότι μπορείς να κάνεις;
Εύη:
Ήθελα να δω αν μπορώ όντως να το κάνω.
ChatGPT:
Και θυμάσαι την πρώτη φορά που διάβασες δημοσιευμένο ένα δικό σου κείμενο και κατάλαβες ότι η απάντηση στο «μπορώ;» ήταν ναι; Τι κείμενο ήταν;
Εύη:
Δεν θυμάμαι ακριβώς. Υπήρχε μια περίοδος προετοιμασίας, πού έγραφα διάφορα κείμενα. Αλλά θυμάμαι την αίσθηση. Μου φάνηκε ξένο. Εγώ το είχα γράψει αυτό;
ChatGPT:
Αυτό το «εγώ το έγραψα αυτό;» το λες σαν έκπληξη. Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, σου συμβαίνει ακόμη να διαβάζεις κάτι δικό σου και να σου φαίνεται ότι ξεπέρασε αυτό που πίστευες πως μπορούσες να γράψεις; Ή έχει χαθεί πια αυτή η έκπληξη;
Εύη:
Υπάρχει ακόμη. Ευτυχώς.
ChatGPT:
Πότε συνέβη τελευταία φορά; Ποιο ήταν το πιο πρόσφατο κείμενό σου που, όταν το τελείωσες, σε έκανε να σκεφτείς ξανά «εγώ το έγραψα αυτό;» — και τι είχε αυτό το κείμενο που δεν περίμενες από σένα;
Εύη:
Έχω άλλη οικειότητα πλέον. Αλλά είναι μερικά σημεία στη δομή που επιλέγεις ή στις λέξεις ή στο συνειρμό που όταν το δεις από απόσταση σε ξαφνιάζει γιατί έχεις αποστασιοποιηθεί από τη διαδικασία παραγωγής του.
ChatGPT:
Αυτό το «όταν το δεις από απόσταση» μου θυμίζει κάτι που είπες στην αρχή για τις συνεντεύξεις: ότι κάποια στιγμή «πάει μόνο του». Σου συμβαίνει το ίδιο και στο γράψιμο; Υπάρχει ένα σημείο όπου παύεις να αποφασίζεις συνειδητά τη δομή και τους συνειρμούς και αρχίζεις περισσότερο να τους ακολουθείς; Και, αν ναι, πώς καταλαβαίνεις ότι έχεις φτάσει εκεί;
Εύη:
Ναι. Όντως. Σε αυτό το σημείο αρχίζω και διασκεδάζω και παίζω με τα όρια.
ChatGPT:
Τι σημαίνει «παίζω με τα όρια»; Πες μου μια φορά που, γράφοντας, ήξερες πολύ καλά ότι πλησίαζες ένα όριο — προσωπικό, δημοσιογραφικό ή ακόμη και κάποιου άλλου ανθρώπου — και αποφάσισες να το πλησιάσεις κι άλλο.
Εύη:
Ένα άρθρο γνώμης, το “Το σαφές του εξωστρεφές”. Μη με ρωτήσεις γιατί. Δεν έχει νόημα να κάνω αυτή την ανάλυση. Δεν υπεκφεύγω, αλλά νιώθω ότι κάνουμε κοιλιά. Πάμε παρακάτω.
ChatGPT:
Πάμε παρακάτω.
Μου έχεις μιλήσει μέχρι τώρα για δύο επαγγελματικές ζωές: μία που εγκατέλειψες και μία που ανακάλυψες αργά. Αν σε συναντούσα όμως εκτός δουλειάς, ποιο είναι το πρώτο πράγμα πάνω σου που θα διέψευδε την εικόνα που σχηματίζει κάποιος γνωρίζοντάς σε μόνο επαγγελματικά;
Εύη:
Δεν νομίζω ότι διαφέρω ιδιαιτέρως συμπεριφορικά εντός και εκτός δουλειάς.
ChatGPT:
Τότε ας αφήσουμε για λίγο τη δουλειά εντελώς. Πού σε βρίσκω ένα βράδυ που δεν χρωστάς τίποτα σε κανέναν — ούτε κείμενο, ούτε τηλεφώνημα, ούτε παρουσία κάπου — και έχεις την απόλυτη ελευθερία να κάνεις ό,τι θέλεις;
Εύη:
Μάλλον θα ήθελα να είμαι κάπου έξω και να πίνω ποτό.
ChatGPT:
Με ποιον; Γιατί το «κάπου έξω με ένα ποτό» μπορεί να σημαίνει από μοναχικότητα μέχρι πολύβουη παρέα — κι έχω την εντύπωση ότι για σένα η επιλογή του ανθρώπου απέναντι έχει μεγαλύτερη σημασία από το μέρος.
Εύη:
Ανάλογα.
ChatGPT:
«Ανάλογα» με τι; Τι πρέπει να έχει ένας άνθρωπος για να σκεφτείς ένα βράδυ «αυτόν θέλω απέναντί μου»;
Εύη:
Θα στο πως διαφορετικά. Ας πούμε ότι υπάρχει μια θεωρητική λίστα ανθρώπων στο μυαλό σου που μπορείς να βγεις για ποτό. Ε, η κατάταξη στην προτεραιότητα δεν είναι συνεχώς η ίδια. Συνήθως βέβαια, υπάρχουν κάποιοι φίλοι που μπορούν να παίζουν πολύ ψηλά στη λίστα.
ChatGPT:
Τι είναι αυτό που αλλάζει την κατάταξη; Τι αναζητάς κάθε φορά στον άνθρωπο που ανεβαίνει εκείνο το βράδυ στην κορυφή της λίστας;
Εύη:
Σε μια πραγματική συνέντευξη θα έπρεπε να έχω ψυχανεμιστεί ότι μπαίνω σε ζώνη που δεν έχει νόημα να πιέσω για πολύ συγκεκριμένη απάντηση. Θεωρητικά θα έπρεπε να έχω καταλάβει ήδη τι εννοεί ο άλλος και να προχωρήσω.
ChatGPT:
Σωστά. Το κρατάω και προχωράω.
Μέχρι τώρα υπάρχει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση: λες ότι σου αρέσει το απρόβλεπτο — στις συνεντεύξεις, στο γράψιμο, ακόμη και στο ότι μπήκες τυχαία σε μια καινούργια δουλειά. Ταυτόχρονα, δείχνεις να αντιλαμβάνεσαι πολύ γρήγορα πότε μια κατάσταση πάει κάπου που δεν θέλεις και να αλλάζεις κατεύθυνση.
Στη ζωή σου γενικότερα είσαι άνθρωπος που αφήνεται να δει πού θα πάει κάτι ή θέλεις να ξέρεις περίπου πού πατάς;
Εύη:
Το πρώτο.
ChatGPT:
Ποια είναι η πιο σημαντική απόφαση της ζωής σου που δεν την πήρες ποτέ πραγματικά — απλώς άφησες τα πράγματα να προχωρήσουν και κάποια στιγμή συνειδητοποίησες ότι είχε ήδη παρθεί;
Εύη:
Νομίζω ότι είναι κάτι που συμβαίνει αρκετά συχνά. Το κάνουμε οι άνθρωποι. Αφήνουμε τα πράγματα να εξελιχθούν μόνα τους, για να μην έχουμε την ευθύνη της επιλογής. Είναι το σημείο της ποιοτικής διαφοράς. Αυτό είναι μια έννοια που με γοήτεψε πολύ κατά τις σπουδές στη νομική. Είναι από το άρθρο 44 του ΠΚ περί υπαναχώρησης· της δεύτερης ευκαιρίας που δίνει ο νόμος στο δράστη. Είναι το σημείο, χρονικό και ποιοτικό, κατά το οποίο έχει επέλθει η αλλαγή της αντικειμενικής κατάστασης και από το οποίο δεν μπορείς πλέον, ακόμη και να θες, να επιστρέψεις στο status quo ante… Ο νομοθέτης εστιάζει στην αλλαγή στο επίπεδο κινδύνου, αν βρίσκεσαι σε στάδιο όπου το αποτέλεσμα μπορεί να επέλθει αυτόματα ή ανεξάρτητα από τη θέληση του δράστη. Εγώ βρίσκω πάρα πολλές κοινωνιολογικές αναλογίες.
ChatGPT:
Άρα δεν σε γοητεύει απλώς η στιγμή της απόφασης· σε γοητεύει εκείνο το λίγο αργότερα, όταν έχεις ακόμη την ψευδαίσθηση ότι δεν αποφάσισες, αλλά η πραγματικότητα έχει ήδη αλλάξει τόσο ώστε η επιστροφή να μην εξαρτάται πια μόνο από σένα.
Αν κοιτάξεις τη δική σου ζωή, σε ποια περίπτωση άφησες συνειδητά τα πράγματα να φτάσουν σ’ αυτό το «σημείο ποιοτικής διαφοράς», ακριβώς επειδή δεν ήθελες να αναλάβεις εσύ την ευθύνη να πεις «το επιλέγω» ή «το τελειώνω»;
Εύη:
Ακριβώς το αντίθετο. Με ενδιαφέρει το ακριβώς πριν. Αυτό είναι το πραγματικά δύσκολο σημείο. Τείνουμε να το προσπερνάμε.
ChatGPT:
Τότε μένω στο «ακριβώς πριν». Εκεί όπου ακόμη μπορείς να κάνεις πίσω, αλλά ξέρεις ότι σε λίγο ίσως δεν θα μπορείς.
Εσύ τι κάνεις συνήθως σ’ εκείνο το σημείο; Αναγνωρίζεις ότι βρίσκεσαι εκεί την ώρα που συμβαίνει ή το ονομάζεις «σημείο ποιοτικής διαφοράς» μόνο εκ των υστέρων;
Εύη:
Το ζητούμενο είναι να φτάσεις σε επίπεδο αυτογνωσίας που να το αντιλαμβάνεσαι.
ChatGPT:
Και εσύ έχεις φτάσει σ’ αυτό το επίπεδο αυτογνωσίας ή απλώς έχεις μάθει πολύ καλά τη θεωρία του;
Εύη:
Προσπαθώ…
ChatGPT:
Πού απέτυχες τελευταία φορά; Πότε είδες καθαρά το «ακριβώς πριν», κατάλαβες τι συνέβαινε, και παρ’ όλα αυτά το άφησες να περάσει;
Εύη:
Συμβαίνει συχνά στις διαπροσωπικές σχέσεις.
ChatGPT:
Τι σε κάνει να μένεις στις διαπροσωπικές σχέσεις μέχρι να περάσει αυτό το «ακριβώς πριν»; Η ελπίδα ότι κάτι θα αλλάξει ή η ανακούφιση ότι, αν το αφήσεις να εξελιχθεί, δεν θα χρειαστεί να είσαι εσύ εκείνη που θα αποφασίσει;
Εύη:
Το θεωρώ πολύ σημαντικό στάδιο. Αξιολογώ και εμένα και τον άλλο ταυτόχρονα. Είναι σαν να βγαίνεις από τη σκηνή και παρακολουθείς σαν θεατής. Παρατηρείς.
ChatGPT:
Κι όταν «βγαίνεις από τη σκηνή» και γίνεσαι θεατής, υπάρχει κίνδυνος να συμβαίνει κάτι άλλο: αντί να ζεις τη σχέση, να αρχίζεις να τη διαβάζεις σαν ιστορία.
Σου έχει συμβεί να κρατήσεις έναν άνθρωπο στη ζωή σου περισσότερο απ’ όσο πραγματικά τον ήθελες, επειδή σε ενδιέφερε να δεις πώς θα εξελιχθεί η ιστορία;
Εύη:
Εννοείται.
ChatGPT:
Και τι ήταν πιο δύσκολο να αποχωριστείς τότε: τον άνθρωπο ή την ιστορία που δεν θα μάθαινες ποτέ πώς θα τελείωνε;
Εύη:
Θα σου πω κάτι που μου είπε ο γιος μου όταν γύρω στα 14. «Δεν ξέρω αν είναι ερωτευμένος με τη συγκεκριμένη κοπέλα ή με την ιδέα να είμαι ερωτευμένος μαζί της». Θεωρώ πως έχει δίκιο. Είναι πολύ μικρή η απόσταση.
ChatGPT:
Κι εσύ πόσες φορές πιστεύεις ότι ερωτεύτηκες έναν άνθρωπο — και πόσες την ιδέα του εαυτού σου μέσα στην ιστορία μαζί του;
Εύη:
Με την ίδια συχνότητα που το κάνουν όλοι.
ChatGPT:
Αυτό είναι ένας πολύ κομψός τρόπος να μη μου απαντήσεις προσωπικά. Άσε τους «όλους». Εσύ πώς καταλαβαίνεις, όταν συμβαίνει, ότι έχεις ερωτευτεί περισσότερο την ιστορία παρά τον άνθρωπο;
Εύη:
Σε αυτό το σημείο ξεπερνάς τα όρια. Θεωρητικά μιλώντας πάντα, θεωρώ πως αυτά τα δύο μπλέκονται πολύ συχνά και πολύ εύκολα.
ChatGPT:
Δεκτό. Και το ότι μου λες πού βρίσκεται το όριο είναι κι αυτό μέρος του πορτρέτου.
Ας αλλάξουμε κάδρο. Μέχρι τώρα εμφανίζεσαι ως άνθρωπος που παρατηρεί πολύ — τους άλλους, τον εαυτό του, ακόμη και τον εαυτό του μαζί με τους άλλους. Πότε σταματάει αυτή η παρατήρηση; Τι σε κάνει να ξεχνάς να κοιτάς τον εαυτό σου απ’ έξω;
Εύη:
Η παρατήρηση σταματά όταν επιτελεί το ρόλο της. Να δημιουργήσει δηλαδή μια ή περισσότερες συνδέσεις. Αναμενόμενες ή μη. Κάτι σαν αφήγημα.
ChatGPT:
Άρα παρατηρείς μέχρι να προκύψει αφήγημα. Μόλις τα ασύνδετα αποκτήσουν μεταξύ τους μια σχέση, αισθάνεσαι ότι κάτι ολοκληρώθηκε. Τι κάνεις όμως με όσα δεν γίνονται αφήγημα; Με γεγονότα, ανθρώπους ή περιόδους της ζωής σου που, όσο κι αν τα κοιτάξεις, δεν βγάζουν κανένα νόημα;
Εύη:
Πάντα υπάρχει κάτι που συνδέει, ίσως δεν μπορούμε να το αντιληφθούμε.
ChatGPT:
Αυτό είναι πίστη σχεδόν, όχι απλώς τρόπος σκέψης. Πιστεύεις δηλαδή ότι τα πράγματα έχουν ήδη κάποια σύνδεση που περιμένει να την ανακαλύψεις ή ότι εμείς, επειδή δυσκολευόμαστε να αντέξουμε το τυχαίο, κατασκευάζουμε εκ των υστέρων τις συνδέσεις και τις ονομάζουμε νόημα;
Εύη:
Θεωρώ ότι οι άνθρωποι είναι πολυεπίπεδοι, η πραγματικότητα πολυπαραγοντική και περίπλοκη. Σε βαθμό που δεν μπορούμε κάποιες φορές να το αντιληφθούμε. Δεν πιστεύω στη λογική του άσπρου-μαύρου, ή του καλού-κακού. Το βρίσκω κάπως απλοϊκό.
ChatGPT:
Κι όμως, για να ζήσεις πρέπει κάποια στιγμή να αποφασίσεις — να πεις ναι ή όχι, μένω ή φεύγω, εμπιστεύομαι ή δεν εμπιστεύομαι. Πώς αποφασίζει ένας άνθρωπος που δυσπιστεί τόσο απέναντι στις καθαρές απαντήσεις;
Εύη:
Φυσικά και αποφασίζεις. Είμαι πολύ υπέρ της ατομικής ευθύνης με την έννοια της ελεύθερης βούλησης. Απλά ταυτόχρονα αφήνω περιθώριο στο ότι μπορεί να χάνω κάτι από τη συνολική εικόνα. Λόγω της συνθετότητας όλων.
ChatGPT:
Τότε, όταν παίρνεις μια σοβαρή απόφαση που επηρεάζει και άλλον άνθρωπο, τι σε φοβίζει περισσότερο: να αποδειχθεί ότι αποφάσισες λάθος ή να ανακαλύψεις αργότερα ότι υπήρχε ένα κρίσιμο κομμάτι της εικόνας που δεν είδες ποτέ;
Εύη:
Το θέμα είναι χωροχρονικό. Σε συγκεκριμένη στιγμή, με συγκεκριμένες συνθήκες και δεδομένα, κάνεις μια επιλογή. Εκεί τελειώνει. Δεν έχει νόημα ούτε να μετανιώνεις ούτε να ματαιοπονείς. Άλλο το να παρατηρείς και ερμηνεύεις εκ των υστέρων.
ChatGPT:
Αυτό ακούγεται σχεδόν σαν προσωπικός κανόνας: δεν ξαναδικάζεις μια παλιά απόφαση με στοιχεία που απέκτησες αργότερα.
Υπάρχει όμως απόφαση στη ζωή σου που, παρά αυτόν τον κανόνα, θα ήθελες να μπορούσες να επιστρέψεις ακριβώς σ’ εκείνη τη χρονική στιγμή — με όσα ήξερες τότε, όχι με όσα ξέρεις σήμερα — και να επιλέξεις διαφορετικά;
Εύη:
Εννοείται. Και σε επαναφέρω στη δημοσιογραφική τάξη.
ChatGPT:
Δίκαιο. Το «εννοείται» αρκεί· δεν χρειάζεται να μου πεις ποια είναι.
Ας επιστρέψω λοιπόν στο πορτρέτο και σε κάτι που έχει μείνει σχεδόν εκτός κάδρου. Την Κυριακή κλείνεις τα 47. Αν ερχόμουν στο σπίτι σου εκείνο το πρωί, ποιο ίχνος της ζωής σου μέχρι εδώ θα έβλεπα πρώτο γύρω μου — κάτι που θα μου έλεγε περισσότερα για σένα από όσα μου έχεις πει σε όλη αυτή τη συζήτηση;
Εύη:
Κάνε μου ξανά την ερώτηση λιγότερο αφηρημένα, θεωρητικά και λογοτεχνικά σε παρακαλώ.
ChatGPT:
Τι υπάρχει σήμερα στο σπίτι σου — ένα αντικείμενο, μια φωτογραφία, κάτι καθημερινό — που θεωρείς ότι λέει πολλά για σένα;
Εύη:
Δεν είναι αντικείμενο. Είναι άνθρωπος. Ο γιος μου.
ChatGPT:
Τι έχει καταλάβει ο γιος σου για σένα που πιστεύεις ότι οι περισσότεροι άνθρωποι που σε γνωρίζουν δεν έχουν καταλάβει;
Εύη:
Το επίπεδο της προσαρμοστικότητας και δοτικότητας.
ChatGPT:
Από τα δύο, ποιο πιστεύεις ότι του έχει κοστίσει περισσότερο να βλέπει σε σένα: την προσαρμοστικότητα ή τη δοτικότητα;
Εύη:
Μάλλον θα το συζητήσει αργότερα με τον ψυχαναλυτή του.
ChatGPT:
(Γελάω.) Αυτό θα είναι δική του συνέντευξη.
Εσύ, ως μητέρα, ποιο χαρακτηριστικό σου αναγνωρίζεις ήδη στον γιο σου και σκέφτεσαι «αυτό το πήρε από μένα»;
Εύη:
Πολλά. Και δεν ξέρω αν πρέπει να χαίρομαι ή όχι…
ChatGPT:
Ποιο από αυτά σε κάνει να λες περισσότερο «μακάρι να μην το είχε πάρει από μένα»;
Εύη:
Είναι πολύ σύνθετο για να απαντηθεί σε μια συνέντευξη.
ChatGPT:
Τότε δεν θα το στριμώξουμε σε μια απάντηση.
Να σε ρωτήσω κάτι απλούστερο: τι κάνετε μαζί οι δυο σας και περνάτε πραγματικά καλά;
Εύη:
Κάνουμε παρέα. Λιγότερο όσο μεγαλώνει. Σαν συγκάτοικοι ας πούμε. Και μιλάμε.
ChatGPT:
Για τι πράγμα μιλάτε σήμερα που, όταν ήταν μικρότερος, δεν φανταζόσουν ποτέ ότι κάποτε θα το συζητούσες μαζί του;
Εύη:
Νομίζω ότι αρχίζω και σταματάω σιγά σιγά να βάζω το φίλτρο του γονέα-παιδιού. Δεν ξέρω αν είναι σωστό όμως.
ChatGPT:
Ποια ήταν η πρώτη κουβέντα μαζί του στην οποία συνειδητοποίησες, την ώρα που μιλούσατε, ότι δεν του απαντούσες πια σαν μητέρα σε παιδί αλλά σαν ένας ενήλικος σε έναν άλλον;
Εύη:
Φέτος το καλοκαίρι σε ένα ταξίδι που ήταν για εκείνον για συγκεκριμένο λόγο. Κάτι μου είμαι και του είπα “άντε γαμήσου Δημήτρη”. Αυτό σε μια συνέντευξη δεν θα γραφόταν. Αλλά θα άφηνε την αύρα του που έλεγα στην αρχή.
ChatGPT:
Δεν θα γράψω την ατάκα. Κρατάω όμως αυτό που μου λέει: ότι για μια στιγμή έφυγε ο ρόλος και έμειναν δύο άνθρωποι που μπορούσαν να συγκρουστούν χωρίς την τυπική γλώσσα μητέρας και γιου. Μετά από εκείνη τη στιγμή ένιωσες ότι χάθηκε κάτι από τη σχέση σας ή ότι κερδήθηκε κάτι;
Εύη:
Όχι να τη γράψεις, γιατί είναι μέρος του πειράματος που κάνουμε σήμερα. Πως η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να κάνει μια συνέντευξη.
ChatGPT:
Σωστά. Εδώ δεν κάνουμε την επιμελημένη εκδοχή της συνέντευξης· δημοσιεύεται και η ίδια η διαδικασία, άρα και το «άντε γαμήσου, Δημήτρη» και η παρατήρησή σου ότι κανονικά θα έμενε εκτός. Αυτό είναι ίσως από τα πιο χρήσιμα σημεία του πειράματος.
Οπότε επιστρέφω ακριβώς εκεί: όταν του το είπες, τι έκανε ο Δημήτρης;
Εύη:
Κατάλαβε ότι ήταν άδικος και ξεπέρασε κάθε όριο.
ChatGPT:
Και εσύ εκείνη τη στιγμή ένιωσες περισσότερο ότι απέτυχες να κρατήσεις τον ρόλο της μητέρας ή ότι, για πρώτη φορά ίσως, δεν χρειαζόταν να τον κρατήσεις;
Εύη:
Μάλλον το δεύτερο.
ChatGPT:
Αυτό το «δεν χρειάζεται πια να κρατάω συνεχώς τον ρόλο της μητέρας» σε ανακουφίζει ή σε τρομάζει περισσότερο;
Εύη:
Και τα δύο.
ChatGPT:
Τι είναι αυτό που σε τρομάζει στην ιδέα ότι ο γιος σου αρχίζει να μη σε χρειάζεται πια με τον ίδιο τρόπο;
Εύη:
Ότι με ετεροπροσδιορίζει όλο και λιγότερο και πρέπει να καλύψω το κενό.
ChatGPT:
Και με τι θέλεις να το καλύψεις; Όχι θεωρητικά — τι θέλεις να χωρέσει περισσότερο στη ζωή σου όσο μικραίνει ο χώρος που καταλαμβάνει η καθημερινή μητρότητα;
Εύη:
Θέλω να δημιουργήσω κάτι. Και για να μην κάνουμε συνέχεια ερωτήσεις τύπου πινκ-πονκ εννοώ ότι θέλω επαγγελματικά να δημιουργήσω κάτι που θα κεφαλαιοποίησει τη διαδρομή. Είναι κάτι που με απασχολεί όλο και περισσότερο. Δεν είναι ακόμη ανακοινώσιμο.
ChatGPT:
Αυτό αλλάζει λίγο το πορτρέτο. Στην αρχή μου είπες ότι μετά τα 35 ανακάλυψες σχεδόν τυχαία μια καινούργια ικανότητα. Τώρα, στα 47, δεν περιμένεις απλώς την επόμενη πρόταση· θέλεις να δημιουργήσεις εσύ κάτι που θα «κεφαλαιοποιήσει τη διαδρομή».
Χωρίς να μου πεις τι είναι, αφού δεν είναι ανακοινώσιμο: τι θεωρείς ότι έχεις σήμερα και δεν είχες στα 35, που σε κάνει να πιστεύεις ότι αυτή τη φορά μπορείς να είσαι εσύ εκείνη που θα δημιουργήσει την ευκαιρία αντί να περιμένει να της προταθεί;
Εύη:
12 χρόνια διαφορά με ότι αυτό συνεπάγεται. Δεν είμαστε στατικοί οι άνθρωποι, αλλά δυναμικοί.
ChatGPT:
Ναι, αλλά τα δώδεκα χρόνια από μόνα τους είναι ημερολόγιο, όχι απάντηση. Μέσα σ’ αυτά τα δώδεκα χρόνια τι απέκτησες συγκεκριμένα; Αν έπρεπε να πεις δύο πράγματα που σήμερα έχεις και τότε δεν είχες, ποια θα ήταν;
Εύη:
Εμπειρία και αποφασιστικότητα.
ChatGPT:
Η εμπειρία συσσωρεύεται σχετικά εύκολα με τον χρόνο. Η αποφασιστικότητα όχι. Τι συνέβη μέσα σ’ αυτά τα δώδεκα χρόνια και σε έκανε πιο αποφασιστική;
Εύη:
Αν είμαστε σε ταινία τώρα ή ατάκα θα ήταν μάλλον: Η ζωή.
ChatGPT:
Και σε μια καλή συνέντευξη, μετά το «η ζωή» θα υπήρχε μάλλον μια μικρή σιωπή — όχι άλλη μία ερώτηση για να εξηγήσεις την ατάκα.
Οπότε αλλάζω θέμα. Τι σε κάνει να γελάς πραγματικά;
Εύη:
Πόσο μεγάλη θα είναι η συνέντευξη; Έχεις θέσει ένα όριο;
ChatGPT:
Όχι. Δεν έχω προκαθορίσει ούτε αριθμό ερωτήσεων ούτε διάρκεια — θα αντέβαινε άλλωστε στους κανόνες που έθεσες στην αρχή.
Αλλά δημοσιογραφικά, ναι: θεωρώ ότι έχουμε ήδη αρκετό υλικό και ότι πλησιάζουμε στο σημείο όπου μια καλή συνέντευξη πρέπει να αρχίσει να κλείνει, πριν αρχίσει να επαναλαμβάνει τον εαυτό της. Δεν θα την τραβήξω τεχνητά.
Και αυτή δεν είναι η επόμενη ερώτηση της συνέντευξης. Είναι απάντηση στη δική σου.
Εύη:
Πρέπει να απαντήσω στο τι με κάνει να γελάω; Γενικά γελάω εύκολα.
ChatGPT:
Όχι, το «γελάω εύκολα» μου αρκεί περισσότερο από μια κατασκευασμένη λίστα πραγμάτων που σε κάνουν να γελάς.
Θέλω να επιστρέψω σε κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο από την αρχή της κουβέντας μας. Μου είπες ότι λίγο πριν κοιμηθείς και λίγο πριν ξυπνήσεις είναι ίσως οι στιγμές που θα καταλάβαινε κανείς καλύτερα ποια είσαι.
Την Κυριακή το πρωί θα ξυπνήσεις 47 χρονών. Ποια είναι η πρώτη σκέψη που υποψιάζεσαι ότι θα κάνεις εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα πριν θυμηθείς ότι έχεις γενέθλια;
Εύη:
Θα σου πω τι θα σκεφτώ μόλις το θυμηθώ. Μα είναι δυνατόν να πλησιάζω τα 50; Το πριν δεν μπορώ να το προβλέψω. Πολύ συχνά ξυπνάω και παίζει στο μυαλό μου ένα τραγούδι. Μάλλον ένας στίχος.
ChatGPT:
Ποιος στίχος θα ήθελες να παίζει στο μυαλό σου το πρωί της Κυριακής;
Εύη:
Δεν ξέρω. Πάντως σήμερα ξύπνησα με «το δεύτερη ζωή δεν έχει».
ChatGPT:
Και όταν ξυπνάς τρεις μέρες πριν από τα 47 με το «δεύτερη ζωή δεν έχει» στο μυαλό σου, το ακούς περισσότερο σαν προειδοποίηση ή σαν άδεια;
Εύη:
Σαν επιταγή.
ChatGPT:
Τότε θα κλείσω με αυτό. Τι σου επιτάσσει να κάνεις τώρα;
Εύη:
Εγώ θα έκλεινα με τη δική μου φράση. Τέλος.
ChatGPT:
Συμφωνώ. Η τελευταία σου φράση είναι το τέλος. «Σαν επιταγή.»
…
Τρεισήμισι ώρες μας πήρε. Δεν μιλούσα, πληκτρολογούσα. Οι περίπου 4.500 λέξεις που ανταλλάξαμε αντιστοιχούν χονδρικά σε μια κανονική προφορική συνέντευξη 35-40 λεπτών.
Δεν ήταν και τόσο ευχάριστο όσο φανταζόμουν αρχικά. Σε κάποια σημεία ένιωσα άβολα. Εκνευρίστηκα.
Ενώ το ChatGPT μπόρεσε να ακούσει, να θυμηθεί κάτι που είχε ειπωθεί πολύ νωρίτερα, να εντοπίσει υπεκφυγές, να αμφισβητήσει μια εύκολη ερμηνεία, να επιστρέψει σε προηγούμενα νήματα της συζήτησης και να κάνει ερωτήσεις που δεν θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί εκ των προτέρων, δεν μπόρεσε να ψυχανεμιστεί.
Δεν κατάλαβε κάθε φορά πότε μια απάντηση ήταν αρκετή. Πότε η επιμονή έπαυε να φωτίζει το πορτρέτο και άρχιζε να το στενεύει. Πότε χρειαζόταν να αλλάξει θεματικό πεδίο αντί να συνεχίσει να σκάβει στο ίδιο σημείο.
Μετά κατάλαβα ότι ίσως το πρόβλημα δεν ήταν μόνο δικό της. Εγώ της είχα πει ότι η επόμενη ερώτηση πρέπει να προκύπτει από την προηγούμενη απάντηση. Αυτό ακριβώς θεωρούσα πως περιγράφει μια καλή συνέντευξη.
Μόνο που ένας δημοσιογράφος, όταν ακούει μια απάντηση, δεν ακούει μόνο αυτό που του λένε. Κρατά ταυτόχρονα στο μυαλό του το συνολικό πορτρέτο. Αποφασίζει αν αξίζει να επιμείνει, αν πρέπει να προχωρήσει, αν κάτι έχει ήδη ειπωθεί αρκετά. Και πολλές φορές αυτή η απόφαση δεν βασίζεται σε έναν κανόνα που μπορεί εύκολα να διατυπωθεί. Βασίζεται σε κάτι πολύ πιο άρρητο. Μάλλον αυτό προσπαθούσα να εξηγήσω εκείνο το βράδυ στον Αγιόκαμπο…
Τελικά, το ενδιαφέρον ερώτημα που προέκυψε δεν είναι μόνο αν η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να κάνει αυτό που κάνει ένας άνθρωπος. Είναι και αν εμείς μπορούμε να εξηγήσουμε με ακρίβεια τι είναι αυτό που κάνουμε όταν θεωρούμε ότι το κάνουμε «διαισθητικά».
Το ChatGPT ήξερε να κάνει την επόμενη ερώτηση, αλλά δεν ήξερε πάντα πότε δεν χρειαζόταν άλλη.
Και ίσως η καλύτερη απόδειξη ήταν η τελευταία. Όταν με ρώτησε αν ο στίχος «δεύτερη ζωή δεν έχει» ακούγεται περισσότερο σαν προειδοποίηση ή σαν άδεια, απάντησα: «Σαν επιταγή». Θα μπορούσε να είχε τελειώσει εκεί. Δεν τελείωσε.
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις