ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Μέση Ανατολή: Ο λογαριασμός έρχεται το φθινόπωρο στην ελληνική οικονομία

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης
Μπορεί η τελευταία αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών του πετρελαίου να απομακρύνει, τουλάχιστον προσωρινά, τα χειρότερα σενάρια για την ελληνική οικονομία, ωστόσο το φθινόπωρο αναμένεται να αποτελέσει το πραγματικό τεστ για τις επιπτώσεις της παρατεταμένης κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, το πρόβλημα δεν περιορίζεται πλέον μόνο στην τιμή του αργού. Η διαταραχή έχει περάσει στις θαλάσσιες μεταφορές, στα διυλισμένα καύσιμα, στο φυσικό αέριο, στα ασφάλιστρα και στις εφοδιαστικές αλυσίδες, αυξάνοντας με τον τρόπο αυτό τον πληθωρισμό. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και εάν το Brent συνεχίσει να αποκλιμακώνεται, ένα μέρος του ενεργειακού σοκ θα εξακολουθήσει να περνά με καθυστέρηση στις τιμές που πληρώνουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Συμφωνία που να αποκαθιστά την κανονικότητα δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή. Η κίνηση εμπορικών πλοίων μέσω των Στενών παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη, ενώ η ενεργειακή αγορά εξακολουθεί να λειτουργεί υπό καθεστώς πολεμικής αβεβαιότητας.
Για την Ελλάδα, το κρίσιμο ερώτημα επομένως δεν είναι μόνο πού θα βρίσκεται το πετρέλαιο τον Σεπτέμβριο. Είναι πόσο από το σοκ που προηγήθηκε έχει ήδη περάσει στην πραγματική οικονομία.
Μέση Ανατολή: Οι δευτερογενείς επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη προειδοποιήσει ότι η ενεργειακή κρίση δεν επηρεάζει μόνο άμεσα τις τιμές καυσίμων και ηλεκτρικής ενέργειας.
Το αυξημένο ενεργειακό κόστος μετακυλίεται σταδιακά στις υπηρεσίες, στα βιομηχανικά προϊόντα και στα τρόφιμα, καθώς ακριβότερη ενέργεια σημαίνει ακριβότερη παραγωγή, μεταφορά και αποθήκευση.
Ακριβώς εκεί βρίσκεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το φθινόπωρο.
Το ενεργειακό σοκ έχει ήδη ανακόψει την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα ανέβηκε από 3,1% τον Φεβρουάριο στο 4,9% τον Μάιο, υποχώρησε στο 3,9% τον Ιούνιο και στο 2,7% τον Ιούλιο.
Η αποκλιμάκωση του Ιουλίου είναι σαφώς θετικό σημάδι, αλλά δεν σημαίνει ότι η πίεση έχει εξαφανιστεί. Ο εθνικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή παρέμεινε στο 3,4% τον Ιούλιο, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι ο ενεργειακός πληθωρισμός θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο περίπου στο 11% για το σύνολο του 2026.
Το μεγάλο ερώτημα είναι λοιπόν εάν η πτώση της ενέργειας θα αποδειχθεί αρκετά ισχυρή ώστε να αποτρέψει την περαιτέρω διάχυση των προηγούμενων αυξήσεων στην υπόλοιπη οικονομία.
Όλοι βλέπουν επιβράδυνση
Οι τελευταίες προβλέψεις των μεγάλων οργανισμών συγκλίνουν πλέον σε ένα αρκετά στενό εύρος για την ανάπτυξη της Ελλάδας.
Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,9% το 2026, έναντι 2,1% το 2025, με τον πληθωρισμό στο 3,8%.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι ελαφρώς πιο απαισιόδοξη, προβλέποντας ανάπτυξη 1,8% και πληθωρισμό 3,7%.
Το ΔΝΤ τοποθετεί επίσης την ανάπτυξη στο 1,8%, εκτιμώντας ότι ο πληθωρισμός θα κινηθεί κατά μέσο όρο στο 3,5%.
Ο ΟΟΣΑ βλέπει ανάπτυξη 1,9%, αλλά εμφανίζεται σαφώς πιο ανήσυχος για τις τιμές, προβλέποντας πληθωρισμό 4,2% για το 2026.
Η διαφορά στις εκτιμήσεις είναι μικρή όσον αφορά το ΑΕΠ και μεγαλύτερη όσον αφορά τον πληθωρισμό. Κοινός παρονομαστής, όμως, είναι ότι η κατάσταση στη Μέση Ανατολή έχει αφαιρέσει δυναμική από την ελληνική οικονομία.
Το ΔΝΤ υπολογίζει μάλιστα ότι η πρόβλεψή του για την ανάπτυξη είναι κατά περίπου 0,3 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερη από εκείνη που θα ίσχυε πριν από τον πόλεμο.
Ο μεγάλος φόβος είναι η κατανάλωση
Η ελληνική οικονομία έχει μια ιδιαίτερη ευαισθησία σε ενεργειακά σοκ, καθώς μεγάλο μέρος της ανάπτυξης εξακολουθεί να στηρίζεται στην ιδιωτική κατανάλωση.
Το πρόβλημα είναι απλό: όταν αυξάνονται οι λογαριασμοί ρεύματος, τα καύσιμα, τα μεταφορικά και τα τρόφιμα, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα μειώνεται.
Η Κομισιόν επισημαίνει ευθέως ότι το ενεργειακό σοκ διαβρώνει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και αναμένεται να περιορίσει την αύξηση της κατανάλωσης.
Η πίεση αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία μετά το καλοκαίρι, όταν μειώνεται η εποχική ώθηση από τον τουρισμό και αρχίζουν να αυξάνονται οι ενεργειακές ανάγκες των νοικοκυριών.
Η Τράπεζα της Ελλάδος θεωρεί ότι η κατανάλωση θα παραμείνει θετική λόγω της αύξησης της απασχόλησης, των μισθών και των δημοσιονομικών παρεμβάσεων, αλλά με σαφώς χαμηλότερη δυναμική.
Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών
Ένα ακόμη αδύναμο σημείο βρίσκεται στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, στο πρώτο εξάμηνο του 2026 το έλλειμμα αυξήθηκε κατά περίπου 1 δισ. ευρώ, φτάνοντας τα 9,5 δισ. ευρώ.
Η εικόνα των εμπορευματικών συναλλαγών έχει βελτιωθεί, καθώς οι εξαγωγές αυξάνονται ταχύτερα από τις εισαγωγές. Ωστόσο, το συνολικό εξωτερικό έλλειμμα παραμένει υψηλό.
Μια παρατεταμένη περίοδος υψηλών ενεργειακών τιμών αποτελεί ιδιαίτερο κίνδυνο για μια χώρα που εξακολουθεί να εισάγει μεγάλο μέρος της ενέργειας που καταναλώνει.
Για τον λόγο αυτό, η Κομισιόν προβλέπει ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα φτάσει περίπου στο 7,1% του ΑΕΠ το 2026, ενώ το ΔΝΤ το τοποθετεί στο 6,4%.
ot.gr
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις