Δημήτρης Π. Καλούσης
Η Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας της 7ης Αυγούστου και το δίλημμα του Ριάντ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης
του Δημήτρη Π. Καλούση*
Η Σαουδική Αραβία δεν εισέρχεται στη συμμαχία δείχνοντας «τυφλή» εμπιστοσύνη μήτε προτιθεμένη
να παραδώσει λευκή επιταγή στην Άγκυρα και το Ισλαμαμπάντ.
Επιζητά την αποτρεπτική ισχύ της συμφωνίας, πρόσβαση στην τουρκική στρατιωτική τεχνολογία, τη
στρατηγική βαρύτητα του Πακιστάν και, κυρίως, ένα πρόσθετο επίπεδο ασφάλειας σε μια περιοχή
όπου οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται ταχύτατα. Η κατοχή πυρηνικού οπλοστασίου από το
μέλος μιας συμμαχίας (βλέπε Πακιστάν) ενισχύει το συνολικό αποτρεπτικό αποτύπωμά της μα δεν
ισοδυναμεί από μόνη της με εκχώρηση πυρηνικής εγγύησης προς τα υπόλοιπα μέλη. Πρέπει να
τονιστεί πως το Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας δεν θα δεχόταν αναντίρρητα να «κληρονομήσει» τις
συγκρούσεις, τις διεκδικήσεις και τους αντιπάλους των εταίρων του.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το κεντρικό δίλημμα της Συμφωνίας:
Παρά τη βελτίωση των σχέσεων, το Ριάντ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την Άγκυρα με
επιφυλακτικότητα.
Οι σχέσεις Τουρκίας–Σαουδικής Αραβίας έχουν αναμφίβολα βελτιωθεί θεαματικά και, ιδίως μετά τις
εξελίξεις στη Συρία, έχουν αναβαθμιστεί από τον ανταγωνισμό σε μια λειτουργική συνεργασία. Τα
παραπάνω δεν απομειώνουν την ένταση και τις αντιθέσεις που χαρακτήριζαν τη σχέση τους κατά την
προηγούμενη δεκαετία.
Η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία υπήρξαν ανταγωνιστικές περιφερειακές δυνάμεις, με διαφορετική
αντίληψη για το πολιτικό Ισλάμ, τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και την κατανομή ισχύος στον
σουνιτικό κόσμο. Η δολοφονία Κασόγκι από τη σαουδαραβική ομάδα στο προξενείο του Βασιλείου
στην Κωνσταντινούπολη, τον Οκτώβριο του 2018, και η συνακόλουθη τουρκική αποκάλυψη στοιχείων
για την επιχείρηση επιβάρυναν δραματικά τις σχέσεις Άγκυρας–Ριάντ. Σήμερα συνεργάζονται καθώς
σε επιμέρους ζητήματα οι στρατηγικές τους επιδιώξεις συγκλίνουν —χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουν
εκλείψει οι μεταξύ τους αντιθέσεις.
Αν ιδωθεί υπό αυτό το πρίσμα, η μεταξύ τους σχέση είναι πρωτίστως συμμαχία συμφέροντος και όχι
σχέση πολιτικής ή ιδεολογικής ταύτισης. Άλλωστε, αυτός είναι κατά κανόνα ο τρόπος με τον οποίο
συγκροτούνται και λειτουργούν οι διακρατικές συμμαχίες.
Η Αίγυπτος είναι ίσως η πρώτη ένδειξη των ορίων της διεύρυνσης.
Σε πρόσφατο ρεπορτάζ του Middle East Eye, σαουδαραβικές πηγές υποστηρίζουν ότι το Ριάντ
αντιτάχθηκε, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, στην ένταξη της Αιγύπτου στη Συμφωνία. Επισήμως
αυτό δεν έχει επιβεβαιωθεί, με την Τουρκία να εξακολουθεί να παρουσιάζει την Αίγυπτο ως δυνητικό
μέλος.
Η σημερινή επιφυλακτικότητα του Ριάντ απέναντι στο Κάιρο έχει τις ρίζες της σε παλαιότερα γεγονότα:
μετά το 2013, η Σαουδική Αραβία και άλλες χώρες του Κόλπου διοχέτευσαν τεράστιους οικονομικούς
πόρους προς την Αίγυπτο. Στην Υεμένη, όμως, το Κάιρο απέφυγε την εμπλοκή χερσαίων δυνάμεων
στον βαθμό που θα επιθυμούσε το Ριάντ. Ακόμη και σήμερα η οικονομική σχέση παραμένει ιδιαίτερα
ισχυρή —με σαουδαραβικές καταθέσεις δισεκατομμυρίων και νέα επενδυτικά σχέδια— αλλά η εποχή
της σχεδόν άνευ όρων χρηματοδοτικής στήριξης έχει περάσει ανεπιστρεπτί.
Από όλα αυτά προκύπτει μια σαφής μεταβολή στη σαουδαραβική στάση:
Το Ριάντ ζητεί πλέον σαφώς μεγαλύτερο στρατηγικό αντάλλαγμα για τα κεφάλαια και την πολιτική
στήριξη που παρέχει. Και αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς δεν πρόκειται πλέον για οικονομική
συνεργασία, αλλά για μια συμφωνία που προβλέπει αμοιβαία αμυντική συνδρομή.
Για τον Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν (MBS, Mohammed bin Salman), το Vision 2030 αποτελεί
στρατηγική προτεραιότητα που προηγείται οποιασδήποτε νέας περιφερειακής
στρατιωτικής εμπλοκής.
Ο βασικός στρατηγικός στόχος του πρίγκιπα διαδόχου MBS δεν είναι η εμπλοκή της χώρας του σε
έναν νέο αραβικό πόλεμο, τουναντίον· είναι η μεταμόρφωση της σαουδαραβικής οικονομίας: ξένες
επενδύσεις, μείωση της εξάρτησης από τα πετρελαϊκά έσοδα, τουρισμός, υποδομές, τεχνολογία και
τα γιγαντιαία έργα του Vision 2030.
Το Reuters περιγράφει σήμερα ακριβώς αυτό το δίλημμα: πώς θα μπορέσει η Σαουδική Αραβία να
αποτρέψει επιθέσεις και να προστατεύσει το οικονομικό της όραμα χωρίς να παρασυρθεί σε έναν
ευρύτερο περιφερειακό πόλεμο. Οι μέχρι σήμερα σαουδαραβικές αντιδράσεις στις επιθέσεις του Ιράν,
των Χούθι και φιλοϊρανικών οργανώσεων υπήρξαν μετρημένες ακριβώς λόγω αυτής της ισορροπίας.
Τι θα συμβεί λοιπόν εάν αύριο προκύψει σοβαρή ελληνοτουρκική κρίση στην Ανατολική Μεσόγειο; Ή
εάν το Πακιστάν εμπλακεί σε νέα μείζονα κρίση με την Ινδία στο Κασμίρ; Θα θεωρήσει πράγματι το
Ριάντ ότι τα δικά του ζωτικά συμφέροντα επιβάλλουν στρατιωτική εμπλοκή;
Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα φανεί μέχρι πού είναι διατεθειμένο να φτάσει το Ριάντ.
Στήριξη στο Πακιστάν, χωρίς ρήξη με την Ινδία
Οι σχέσεις Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν είναι μακρόχρονες και στενές, έχοντας διαμορφωθεί πολύ
πριν από τη Συμφωνία Κοινής Άμυνας της 7ης Αυγούστου. Την ίδια στιγμή, το Ριάντ έχει αναπτύξει
μια πολύ σημαντική στρατηγική και οικονομική σχέση με την Ινδία.
Ήδη μετά την υπογραφή, τον Σεπτέμβριο του 2025, της διμερούς σαουδοπακιστανικής συμφωνίας
αμοιβαίας άμυνας, η Ινδία είχε υπενθυμίσει δημοσίως στο Ριάντ ότι αναμένει να λαμβάνονται υπόψη
τα «αμοιβαία συμφέροντα και οι ευαισθησίες» των δύο χωρών. Η Σαουδική Αραβία αποτελεί
σημαντικότατο προμηθευτή αργού πετρελαίου για την Ινδία, ενώ οι δύο χώρες αναπτύσσουν
παράλληλα σχέδια στους τομείς της ενέργειας, των διυλιστηρίων και των πετροχημικών.
Η σαουδαραβική στρατηγική, επομένως, αποσκοπεί στη διατήρηση στενών σχέσεων τόσο με το
Πακιστάν όσο και με την Ινδία. Κατά τον ίδιο τρόπο, η συνεργασία με την Τουρκία δεν συνεπάγεται
αποδοχή του συνόλου των γεωπολιτικών της επιδιώξεων. Το Ριάντ, τέλος, επιδιώκει μεγαλύτερη
στρατηγική αυτονομία, χωρίς όμως να παραγνωρίζει τη σημασία της αμερικανικής στρατιωτικής
ισχύος και της υφιστάμενης σχέσης ασφαλείας με την Ουάσιγκτον.
Όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν αντίφαση της σαουδαραβικής πολιτικής. Αντιθέτως, αποτυπώνουν
τον τρόπο με τον οποίο αυτή λειτουργεί σήμερα, μέσα από μια στρατηγική αντιστάθμισης κινδύνου
(hedging). Το Ριάντ επιδιώκει ταυτόχρονα τη συνεργασία, την εξισορρόπηση και τη στρατηγική
αυτονομία, καλλιεργώντας σχέσεις με διαφορετικά κέντρα ισχύος, ώστε να περιορίζει τον κίνδυνο
εξάρτησης και να διατηρεί εναλλακτικές επιλογές σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας. Υπό
το πρίσμα της θεωρίας της υψηλής στρατηγικής, η πολιτική αυτή μπορεί να ιδωθεί ως μεικτή υψηλή
στρατηγική, η οποία προσεγγίζει περισσότερο τον συνδυασμό συμμαχίας και εξισορρόπησης, χωρίς
όμως να ταυτίζεται με αυτόν, καθώς περιλαμβάνει συνεργασία ακόμη και με ανταγωνιστικούς μεταξύ
τους πόλους ισχύος. Το ουσιαστικό ερώτημα για τη Συμφωνία της Μέκκας προκύπτει ακριβώς από
αυτή την εύθραυστη ισορροπία.
Η αξιοπιστία της ρήτρας συλλογικής άμυνας
Η ρήτρα της παραπέμπει, ως προς τη βασική λογική της συλλογικής άμυνας, στο Άρθρο 5 της
Συνθήκης του ΝΑΤΟ: επίθεση εναντίον ενός μέλους αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων. Η
αναλογία αυτή, ωστόσο, δεν πρέπει να δημιουργεί την εντύπωση ότι ακόμη και στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ
προβλέπεται μια απολύτως αυτοματοποιημένη και προκαθορισμένη στρατιωτική αντίδραση. Το είδος
της συνδρομής αποτελεί αντικείμενο πολιτικής και στρατιωτικής απόφασης των συμμάχων.
Αντίστοιχα, η τουρκική πλευρά έχει διευκρινίσει ότι, σε περίπτωση επίθεσης, θα προηγούνται
διαβουλεύσεις μεταξύ των μελών για το είδος της βοήθειας που θα παρασχεθεί. Η κρίσιμη
αβεβαιότητα, επομένως, δεν βρίσκεται απλώς στην ύπαρξη διαβουλεύσεων, αλλά στο κατά πόσο οι
διαφορετικές στρατηγικές προτεραιότητες και εξωτερικές σχέσεις των τριών μελών θα επιτρέψουν την
ουσιαστική εφαρμογή της ρήτρας όταν το κόστος μιας κρίσης γίνει πραγματικό.
Αυτή ακριβώς η ευελιξία ως προς το είδος και την έκταση της συνδρομής αποτελεί ταυτόχρονα ένα
από τα βασικά πλεονεκτήματα, αλλά και μία από τις ουσιαστικές αδυναμίες της Συμφωνίας.
Στα πλεονεκτήματά της συγκαταλέγεται το γεγονός ότι επιτρέπει σε τρεις χώρες με διαφορετικές
στρατηγικές προτεραιότητες να συγκροτήσουν έναν ισχυρό μηχανισμό αποτροπής, δίχως να
εκχωρούν πλήρως την εθνική τους αυτονομία στη λήψη αποφάσεων. Η βασική αδυναμία της,
αντιθέτως, είναι ότι η πραγματική αξία μιας ρήτρας κοινής άμυνας αποδεικνύεται μόνο όταν προκύψει
πραγματική κρίση και ένα από τα μέλη ζητήσει την έμπρακτη εφαρμογή της. Εάν τότε αρχίσουν
εξαιρέσεις του τύπου: «αυτό δεν αφορά εμάς», «η συγκεκριμένη κρίση προκλήθηκε από τον
σύμμαχο», «θα παράσχουμε πληροφορίες αλλά όχι στρατιωτικές δυνάμεις», «δεν μπορούμε να
διακινδυνεύσουμε τις σχέσεις μας με την Ινδία» κ.ά., η αξιοπιστία της Συμφωνίας ως μηχανισμού
συλλογικής αποτροπής μπορεί να τεθεί σοβαρά υπό αμφισβήτηση. Αυτός θεωρώ ότι είναι ο
ουσιαστικός κίνδυνος.
Όχι κατ’ ανάγκην η διάλυση της Συμφωνίας, αλλά η μετατροπή της σε μια συμμαχία μεταβλητής
γεωμετρίας, ισχυρή ως πολιτικό μήνυμα και ως μηχανισμός αποτροπής, αλλά πολύ περισσότερο
επιλεκτική όταν το κόστος της συλλογικής άμυνας πάψει να είναι θεωρητικό.
Η πραγματική δοκιμασία της Συμφωνίας της Μέκκας θα έρθει όταν η αλληλεγγύη προς έναν εταίρο
συγκρουστεί με τα ζωτικά συμφέροντα ενός άλλου. Εκεί θα φανεί εάν έχουμε πράγματι μπροστά μας
έναν νέο αμυντικό άξονα και μια λειτουργική αρχιτεκτονική συλλογικής άμυνας ή έναν ευέλικτο
συνασπισμό, ισχυρό μόνο όσο τα εθνικά συμφέροντα των μελών του εξακολουθούν να συγκλίνουν.
Πηγές και τεκμηρίωση: https://bit.ly/4bQfXnl
*Ο Δημήτρης Καλούσης είναι πτυχιούχος Ευρωπαϊκών Σπουδών (Ιστορία, Κοινωνία, Πολιτισμός) και κάτοχος τριών μεταπτυχιακών τίτλων στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές, στην Ιστορία και Φιλοσοφία της Επιστήμης και της Τεχνολογίας, και στην Πολεοδομία και Χωροταξία (με έμφαση στη Γεωπληροφορική), από το ΕΑΠ, το Πάντειο Πανεπιστήμιο, το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις