ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τεκμήρια και ελάχιστα εισοδήματα: Η νέα σχέση κράτους–ελευθέρων επαγγελματιών

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το onlarissa.gr στη Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του ot.gr στην Google

Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε μια φάση που συχνά περιγράφεται ως «ώριμη ανάπτυξη»: οι ρυθμοί μεγέθυνσης παραμένουν θετικοί, οι επενδύσεις ενισχύονται, αλλά η πραγματικότητα της ακρίβειας, των ενεργειακών πιέσεων και της γεωπολιτικής αστάθειας υπενθυμίζει ότι οι αντοχές της χώρας δεν είναι απεριόριστες. Σε αυτό το σύνθετο πλαίσιο, η οικονομική πολιτική καλείται να εξισορροπήσει τρεις ταυτόχρονους στόχους: δημοσιονομική αξιοπιστία, διατηρήσιμη αναπτυξιακή τροχιά και δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών. Στην καρδιά αυτής της εξίσωσης βρίσκεται η νέα αντιμετώπιση των ελεύθερων επαγγελματιών μέσω ελάχιστων τεκμαρτών εισοδημάτων και αυστηρότερων κανόνων τεκμηρίων.

Η βασική σύλληψη είναι ευθύγραμμη: όταν το δηλωθέν εισόδημα ενός επαγγελματία εμφανίζεται υπερβολικά χαμηλό σε σχέση με τον κύκλο εργασιών, το επάγγελμα ή το εμφανές επίπεδο διαβίωσης, τότε η φορολογική διοίκηση δεν θα περιορίζεται πλέον στις δηλώσεις, αλλά θα επιβάλλει έναν ελάχιστο τεκμαρτό φορολογητέο πήχυ. Με άλλα λόγια, το κράτος επιχειρεί να θωρακίσει τα έσοδά του απέναντι σε πρακτικές συστηματικής υποδήλωσης, μεταφέροντας το κέντρο βάρους από την αυτοδηλωθείσα «εικόνα» στον «λογικά αναμενόμενο» προσδιορισμό εισοδήματος. Ταυτόχρονα, προβλέπει διαφοροποιήσεις: ευνοϊκότερη μεταχείριση για νέους επαγγελματίες, για δραστηριότητα στην περιφέρεια ή για συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες, ώστε η αυστηροποίηση να μην είναι πλήρως οριζόντια.

Από την οπτική της πολιτείας, το αφήγημα είναι συνεκτικό. Η χώρα επιδιώκει να διατηρήσει αξιοπιστία έναντι των εταίρων, να χρηματοδοτήσει αυξημένες δημόσιες επενδύσεις και να στηρίξει μισθωτούς, οικογένειες και νέους με μόνιμες μειώσεις φόρων. Σε ένα περιβάλλον όπου οι μισθωτοί φορολογούνται υποχρεωτικά στην πηγή, η ανοχή σε εκτεταμένη φοροδιαφυγή συγκεκριμένων επαγγελματικών ομάδων δεν είναι μόνο ζήτημα δικαιοσύνης, αλλά και ζήτημα πολιτικής νομιμοποίησης του συνολικού συστήματος. Υπό αυτή την έννοια, τα τεκμήρια και τα ελάχιστα τεκμαρτά εισοδήματα παρουσιάζονται ως αναγκαίο αντίβαρο σε χρόνια άνισες κατανομές.

Νέο πλαίσιο εφαρμογής

Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν πρέπει να περιοριστεί η φοροδιαφυγή· αυτό είναι αυτονόητο. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν το επιλεγμένο εργαλείο έχει την απαιτούμενη ακρίβεια ώστε να διαχωρίζει τον επίμονο φοροφυγά από τον οικονομικά εύθραυστο επαγγελματία. Στην πραγματική οικονομία συνυπάρχουν δύο κόσμοι: εκείνος της σκόπιμης απόκρυψης εισοδήματος και εκείνος των μικρών δραστηριοτήτων που λειτουργούν με υψηλό λειτουργικό κόστος, ασταθή ζήτηση και ρευστές ταμειακές ροές. Όταν ένα οριζόντιο ελάχιστο τεκμαρτό εισόδημα εφαρμόζεται σε όλους, ο κίνδυνος είναι να λειτουργήσει σαν χοντρό φίλτρο: να συγκρατεί μεν ορισμένες κραυγαλέες αδικίες, αλλά να συμπιέζει ταυτόχρονα και νόμιμες, επισφαλείς δραστηριότητες.

Ένα πρώτο παράδειγμα φωτίζει τη μία πλευρά αυτής της ισορροπίας. Φανταστείτε έναν νέο ελεύθερο επαγγελματία σε μια επαρχιακή πόλη, με καθαρό δηλωθέν εισόδημα 12.000 ευρώ τα πρώτα χρόνια δραστηριότητάς του. Στο προηγούμενο πλαίσιο, ο φόρος εισοδήματος υπολογιζόταν πάνω σε αυτό το ποσό, οδηγώντας σε μια επιβάρυνση τάξης μεγέθους 2.000–2.500 ευρώ, ανάλογα με τις επιμέρους παραμέτρους. Στο νέο καθεστώς, αν το ελάχιστο τεκμαρτό εισόδημα συνδεθεί με τον κατώτατο μισθό και προσδιοριστεί, ενδεικτικά, στις 15.000 ή 16.000 ευρώ, ο φόρος δεν θα προκύψει πλέον από τα πραγματικά 12.000, αλλά από τη μεγαλύτερη τεκμαρτή βάση. Ακόμη και αν οι ειδικές προβλέψεις για νέους ή για την περιφέρεια μειώνουν προσωρινά το βάρος, η ουσία παραμένει. Ένας επαγγελματίας σε φάση εκκίνησης καλείται να φορολογηθεί για εισόδημα που στην πράξη δεν έχει ακόμη αποκτήσει.

Στον αντίποδα, υπάρχει η κατηγορία που αποτέλεσε και βασικό στόχο του νέου πλαισίου. Φανταστείτε έναν εδραιωμένο επαγγελματία με πραγματική οικονομική δυνατότητα της τάξης των 30.000 ευρώ ετησίως, ο οποίος όμως δηλώνει συστηματικά 15.000–18.000 ευρώ. Στο παλαιό σύστημα, ο φόρος υπολογιζόταν αποκλειστικά στη δηλωθείσα βάση, αφήνοντας σημαντικό τμήμα της πραγματικής δραστηριότητας ουσιαστικά αφορολόγητο. Με τα ελάχιστα τεκμαρτά εισοδήματα, η φορολογητέα βάση μπορεί να προσεγγίζει περισσότερο την πραγματική εικόνα, ακόμη και αν οι δηλώσεις παραμένουν τεχνητά χαμηλές. Σε αυτή την κατηγορία, η νέα αρχιτεκτονική δεν αποτελεί απλώς αυστηροποίηση, αλλά εργαλείο αποκατάστασης στοιχειώδους ισορροπίας έναντι ενός μισθωτού αντίστοιχου εισοδηματικού επιπέδου.

Το ίδιο εργαλείο, λοιπόν, εμφανίζεται «εύλογο» στη δεύτερη περίπτωση και «βαρύ» στην πρώτη. Δεν αμφισβητείται η ανάγκη ενίσχυσης της συμμόρφωσης, αλλά ο βαθμός διαβάθμισης και προσαρμοστικότητας του πλαισίου. Εάν το ελάχιστο τεκμαρτό εισόδημα λειτουργεί σαν σκληρή γραμμή άμυνας έναντι της υποδήλωσης, αλλά δεν ενσωματώνει επαρκώς τις ιδιαιτερότητες κλάδου, περιοχής, κύκλου ζωής της επιχείρησης ή έντονης εποχικότητας, τότε υπάρχει κίνδυνος να μετατραπεί από εργαλείο δικαιοσύνης σε μηχανισμό οριζόντιας πίεσης.

Ελληνική Οικονομία και Κοινωνικό Συμβόλαιο

Το διακύβευμα δεν είναι μικρό. Η ελληνική οικονομία προσδοκά σε μια περίοδο αυξημένων επενδύσεων, με σημαντικούς πόρους από ευρωπαϊκά προγράμματα και το Ταμείο Ανάκαμψης, αλλά γνωρίζει ότι αυτό το παράθυρο ευκαιρίας δεν θα παραμείνει ανοιχτό για πάντα. Για να μετατραπούν οι σημερινές ροές σε διατηρήσιμη ανάπτυξη, χρειάζεται ένα παραγωγικό δίκτυο μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, επαγγελματιών και αυτοαπασχολουμένων που να αισθάνονται ότι το κράτος τούς αντιμετωπίζει ως συμμάχους, όχι ως εν δυνάμει παραβάτες. Η υπερβολική, μη στοχευμένη πίεση μπορεί να ωθήσει ορισμένους προς πλήρη αδήλωτη δραστηριότητα, να αποθαρρύνει νέες εγχειρήσεις ή να ενισχύσει την τάση εξόδου νέων επιστημόνων προς άλλες αγορές εργασίας.

Εδώ ανακύπτει αναπόφευκτα ο όρος «κοινωνικό συμβόλαιο». Για να γίνει αποδεκτή η αυστηροποίηση των τεκμηρίων, απαιτείται ρητή και εμπράγματη αμοιβαιότητα. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες καλούνται να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη, να αποδεχθούν διασταυρώσεις, ηλεκτρονική τιμολόγηση, χρήση ψηφιακών μέσων και αυστηρότερα κριτήρια τεκμηρίωσης εισοδήματος. Σε αντάλλαγμα, εύλογα προσδοκούν σταθερότητα κανόνων, απλούστερες διαδικασίες, έγκαιρη απονομή δικαιοσύνης και ορατή ανταποδοτικότητα των φόρων σε κρίσιμους τομείς, όπως η παιδεία, η υγεία και οι υποδομές. Χωρίς αυτή την αίσθηση θεσμικής ανταπόδοσης, η αυστηροποίηση μοιάζει περισσότερο με μεταφορά βάρους παρά με αναβάθμιση της συλλογικής ευθύνης.

Το 2026 δεν είναι απλώς άλλη μία χρονιά. Για την ελληνική οικονομία λειτουργεί ως σημείο καμπής. Από τη μια πλευρά, κορυφώνονται οι δημόσιες επενδύσεις που στηρίζονται σε κοινοτικούς πόρους. Από την άλλη, καθίσταται σαφές ότι η επόμενη μέρα θα απαιτήσει ένα πιο ανθεκτικό, ιδιωτικά στηριζόμενο αναπτυξιακό υπόδειγμα. Σε αυτή τη μεταβατική στιγμή, το φορολογικό καθεστώς των ελεύθερων επαγγελματιών δεν είναι λεπτομέρεια, αλλά κρίσιμος παράγοντας διαμόρφωσης κινήτρων. Η επιλογή δεν είναι ανάμεσα στη «χαλαρότητα» και στην «τεκμαρτή πειθαρχία», αλλά ανάμεσα σε ένα σύστημα που χτίζει εμπιστοσύνη και σε ένα σύστημα που τη διαβρώνει.

Ο Αντώνης Ζαΐρης είναι Σύμβουλος Επιχειρήσεων-Οικονομικός Αναλυτής-Συγγραφέας

Ο Χρήστος Λεμονάκης είναι Καθ. Τμήμα Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας, Ελληνικό Μεσογειακό Πανεπιστήμιο

ot.gr

Ακολουθήστε το onlarissa.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις