ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Γερμανία: Από ατμομηχανή της Ευρώπης σε οικονομία που αναζητά νέα πορεία

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης
Λίγες οικονομίες στον κόσμο έχουν ταυτίσει τόσο έντονα την ευημερία τους με το ελεύθερο εμπόριο όσο η Γερμανία. Για σχεδόν δύο δεκαετίες, η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης αξιοποίησε την παγκοσμιοποίηση, αναπτύσσοντας ένα ισχυρό εξαγωγικό μοντέλο που τη μετέτρεψε σε βιομηχανική υπερδύναμη.
Σήμερα, όμως, οι ίδιες ανοιχτές αγορές που τροφοδότησαν την ανάπτυξή της εξελίσσονται σε πηγή ευπάθειας, καθώς ο παγκόσμιος οικονομικός χάρτης αλλάζει με ταχύτητα.
Γερμανία: Από κερδισμένη της παγκοσμιοποίησης σε οικονομία υπό πίεση
Η Γερμανία υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους ωφελημένους της παγκοσμιοποίησης. Οι ισχυρές εξαγωγές αυτοκινήτων, μηχανημάτων, ιατρικού εξοπλισμού και βιομηχανικών προϊόντων εξασφάλισαν σχεδόν είκοσι χρόνια συνεχούς ανάπτυξης.
Ωστόσο, η εικόνα αυτή έχει αλλάξει δραματικά.
Η Κίνα, που για χρόνια αποτελούσε έναν από τους μεγαλύτερους πελάτες των γερμανικών επιχειρήσεων, έχει εξελιχθεί σε έναν πανίσχυρο βιομηχανικό ανταγωνιστή. Παράγει πλέον πολλά από τα ίδια προϊόντα σε πολύ χαμηλότερες τιμές, συχνά με αντίστοιχη ή ακόμη και υψηλότερη ποιότητα.
Η Κίνα, που για χρόνια αποτελούσε έναν από τους μεγαλύτερους πελάτες των γερμανικών επιχειρήσεων, έχει εξελιχθεί σε έναν πανίσχυρο βιομηχανικό ανταγωνιστή
Το αποτέλεσμα είναι διπλό: τα κινεζικά προϊόντα κατακλύζουν την ευρωπαϊκή αγορά, ενώ ταυτόχρονα εκτοπίζουν τις γερμανικές εταιρείες και σε τρίτες χώρες.
Οι γεωπολιτικές εξελίξεις αλλάζουν τους κανόνες
Η γερμανική οικονομία βρίσκεται πλέον εκτεθειμένη σε μια σειρά εξωτερικών παραγόντων που δύσκολα μπορεί να ελέγξει.
Οι δασμοί του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, οι περιορισμοί στις εξαγωγές τεχνολογίας, η αύξηση των τιμών της ενέργειας λόγω του πολέμου με το Ιράν, αλλά και οι κινεζικοί περιορισμοί στις εξαγωγές σπάνιων γαιών έχουν δημιουργήσει ένα ιδιαίτερα δύσκολο περιβάλλον για τη γερμανική βιομηχανία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να απαγορεύσουν νωρίτερα – μέσα στον Ιούνιο – την εξαγωγή των πιο προηγμένων μεγάλων γλωσσικών μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης της Anthropic προς την Ευρώπη για λόγους εθνικής ασφάλειας.
Η εξέλιξη αυτή άφησε πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν τεχνητή νοημοσύνη σε μειονεκτική θέση έναντι των αμερικανικών ανταγωνιστών τους.
Παράλληλα, οι περιορισμοί που επέβαλε το Πεκίνο στις εξαγωγές σπάνιων γαιών, εν μέσω της εμπορικής αντιπαράθεσης με την Ουάσιγκτον, προκάλεσαν προβλήματα στην παραγωγή γερμανικών επιχειρήσεων, από την αυτοκινητοβιομηχανία μέχρι τη βιομηχανία αμυντικού εξοπλισμού.
Η ανάπτυξη παραμένει εύθραυστη στην Γερμανία
Η κυβέρνηση του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς επιχειρεί να δώσει νέα ώθηση στην οικονομία μέσα από φορολογικές ελαφρύνσεις για τις επιχειρήσεις, μειώσεις στο ενεργειακό κόστος, αλλά και αυξημένες δημόσιες δαπάνες για την άμυνα και τις υποδομές.
Παράλληλα, το Βερολίνο ανακοίνωσε ότι σχεδιάζει σταδιακή αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης από τα 67 στα 70 έτη, με στόχο τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και τη μείωση των πιέσεων στο ασφαλιστικό σύστημα.
Παρά τις πρωτοβουλίες αυτές, οι οικονομικές προοπτικές παραμένουν υποτονικές.Όπως αναφέρει η Wall Street Journal εκτός από τη σχετικά χαμηλή ανεργία και το περιορισμένο δημόσιο χρέος, οι περισσότεροι οικονομικοί δείκτες εμφανίζουν ανησυχητική εικόνα.
Οι περισσότεροι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι το ΑΕΠ θα αυξηθεί φέτος κατά 1% ή και λιγότερο, ενώ από το 2019 η γερμανική οικονομία υπολείπεται συστηματικά του μέσου ρυθμού ανάπτυξης της Ευρωζώνης.
Οι επενδύσεις βρίσκονται σε πτωτική πορεία από το 2020, όταν αντίστοιχα σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία ακολουθούν ανοδική τροχιά. Ταυτόχρονα, οι θέσεις εργασίας στη μεταποίηση υποχώρησαν στα 6,6 εκατομμύρια, το χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας.
Τα μαθήματα από τις μεταρρυθμίσεις του Σρέντερ
Δεν είναι η πρώτη φορά που η Γερμανία βρίσκεται αντιμέτωπη με οικονομική στασιμότητα.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 η χώρα προσπαθούσε ακόμη να απορροφήσει το υψηλό κόστος της επανένωσης, ενώ η ανεργία είχε εκτοξευθεί και το εργατικό κόστος συγκαταλεγόταν στα υψηλότερα παγκοσμίως.
Το 2003 η κυβέρνηση του τότε καγκελάριου Γκέρχαρντ Σρέντερ προχώρησε σε βαθιές μεταρρυθμίσεις: περιόρισε τα επιδόματα ανεργίας, μείωσε τη φορολογία και έδωσε μεγαλύτερη ευελιξία στις επιχειρήσεις για τον καθορισμό των μισθών.
Μέσα σε δύο χρόνια η ανεργία άρχισε να μειώνεται, οι εξαγωγές εκτοξεύθηκαν και τα δημόσια οικονομικά ενισχύθηκαν σημαντικά. Για έξι συνεχόμενα χρόνια η Γερμανία ήταν ο μεγαλύτερος εξαγωγέας αγαθών στον κόσμο, τόσο κατά κεφαλήν όσο και σε απόλυτους αριθμούς.
Η νέα πρόκληση λέγεται Κίνα
Σύμφωνα με πολλούς οικονομολόγους, ακόμη και αν η Γερμανία ανακτήσει μέρος της ανταγωνιστικότητάς της, αυτό ίσως δεν αρκεί πλέον.
Οι διεθνείς αγορές έχουν αλλάξει και πολλές χώρες δεν χρειάζονται πλέον στον ίδιο βαθμό τα προϊόντα που επί δεκαετίες αποτελούσαν τη βάση της γερμανικής οικονομικής επιτυχίας.
«Ο Σρέντερ δεν είχε να αντιμετωπίσει το δεύτερο σοκ από την Κίνα», εξηγεί στο δημοσίευμα της Wall Street Journal ο διευθυντής του Γερμανικού Οικονομικού Ινστιτούτου, Michael Hüther .
Ο ίδιος θεωρεί ότι η μείωση της γραφειοκρατίας αποτελεί μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις που μπορεί να κάνει η κυβέρνηση.
«Ας φανταστούμε ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ανακοίνωνε πως από την 1η Ιανουαρίου 2027 θα καταργηθούν όλες οι υποχρεώσεις υποβολής στοιχείων από τις επιχειρήσεις που δεν μπορούν να δικαιολογηθούν εκ νέου. Αυτό θα είχε τεράστια επίδραση. Μερικές φορές χρειαζόμαστε τέτοια σήματα».
Η εξάρτηση από τις πρώτες ύλες και την τεχνητή νοημοσύνη
Οι προκλήσεις δεν περιορίζονται μόνο στις πρώτες ύλες.
Οι Ευρωπαίοι έχουν αποκτήσει σημαντική τεχνογνωσία στην ανάπτυξη εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης, όμως τα θεμελιώδη μοντέλα, οι υπολογιστικές υποδομές και οι μεγάλες υπολογιστικές δυνατότητες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό υπό αμερικανικό έλεγχο.
«Η τεχνητή νοημοσύνη δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα ακόμη στοιχείο στις αλυσίδες αξίας μας, αλλά μια τεχνολογία που θα επηρεάσει όλους τους τομείς της οικονομίας. Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι θα αναπτύσσεται και εδώ, τοπικά. Αυτό είναι πολύ σημαντικότερο από την προστασία παλαιών βιομηχανιών», λέει η Katharina Erhardt, επικεφαλής του Industrial Policy Lab στο Kiel Institute for the World Economy.
Οι τρεις προτεραιότητες του Βερολίνου
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της κρατικής αναπτυξιακής τράπεζας KfW, Dirk Schumacher , εκτιμά ότι η Γερμανία πρέπει να κινηθεί ταυτόχρονα σε τρία μέτωπα: να εξασφαλίσει περισσότερες πηγές κρίσιμων πρώτων υλών, να ενισχύσει τη χρηματοδότηση των αναπτυσσόμενων επιχειρήσεων και να προστατεύσει την ευρωπαϊκή αγορά από τις ιδιαίτερα φθηνές κινεζικές εισαγωγές.
«Η Γερμανία ήταν σίγουρα ένας από τους μεγάλους κερδισμένους της παγκοσμιοποίησης. Όμως οι αλληλεξαρτήσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως όπλο. Σε έναν κόσμο όπου η διεθνής τάξη που βασίζεται σε κανόνες δεν είναι πλέον δεδομένη, η μεγάλη ενσωμάτωση στην παγκόσμια οικονομία μπορεί να σε κάνει πιο ευάλωτο», λέει ο Schumacher στη Wall Street Journal.
Παράλληλα, προειδοποιεί ότι η προσαρμογή δεν μπορεί να καθυστερήσει.
«Υπάρχουν ασφαλώς κόστη και κίνδυνοι, όμως εξαρτώνται και από το πώς θα αντιδράσει η άλλη πλευρά. Η Κίνα επίσης έχει να χάσει. Μπορείς να ενισχύσεις την ανθεκτικότητά σου, αλλά όσο περισσότερο καθυστερείς, τόσο περισσότερη βιομηχανική τεχνογνωσία και προστιθέμενη αξία κινδυνεύεις να χάσεις», ανέφερε χαρακτηριστικά στη Wall Street Journal.
Περίπου το 10% με 30% της αξίας των προϊόντων που κατασκευάζει η γερμανική βιομηχανία εξαρτάται από εισαγόμενες πρώτες ύλες, όπως ο χαλκός και το λίθιο. Παρότι η κυβέρνηση έχει δημιουργήσει ειδικό ταμείο για τη χρηματοδότηση στρατηγικών πρώτων υλών, το μέγεθός του παραμένει περιορισμένο, ενώ οι προσπάθειες ανακύκλωσης σπάνιων γαιών και ανάπτυξης νέων τεχνολογιών βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο.
Παράλληλα, το Βερολίνο εμφανίζεται πλέον πιο θετικό στις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για αυστηρότερα μέτρα απέναντι στις κρατικά επιδοτούμενες κινεζικές εισαγωγές.
Ωστόσο, κυβερνητικοί αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ότι πολλές γερμανικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από κινεζικές πρώτες ύλες και εξαρτήματα, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια μιας πιο επιθετικής στάσης απέναντι στο Πεκίνο.
Η επόμενη ημέρα για τη γερμανική οικονομία δεν θα κριθεί μόνο από την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητάς της, αλλά και από την ικανότητά της να προσαρμοστεί σε έναν κόσμο όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις, ο τεχνολογικός ανταγωνισμός και η αναδιάταξη του παγκόσμιου εμπορίου αλλάζουν τους κανόνες του παιχνιδιού.
Το μοντέλο που για δεκαετίες στηρίχθηκε στις εξαγωγές καλείται πλέον να επαναπροσδιοριστεί, καθώς η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης αναζητά μια νέα ισορροπία ανάμεσα στην ανοιχτή αγορά και τη στρατηγική αυτονομία.
ot.gr
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις


![Ακίνητα: Οι δήμοι με το μεγαλύτερο χαρτοφυλάκιο στην Ελλάδα [πίνακες]](https://www.onlarissa.gr/wp-content/uploads/2026/06/202606290925036236-600x308.jpg)
