ΥΓΕΙΑ - ΖΩΗ
ΙΟΒΕ: Τα διπλά από τους Ευρωπαίους πληρώνουν οι Έλληνες για υγεία

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης
Διπλάσιες είναι οι απ΄ευθείας πληρωμές υγείας που καταβάλλουν οι Έλληνες για την υγεία τους σε σχέση με τον μέσο ευρωπαίο πολίτη, εξαιτίας των ελλείψεων του συστήματος υγείας στη χώρα μας.
Οι άμεσες ιδιωτικές πληρωμές φτάνουν το 2,9% του ΑΕΠ, έναντι 1,5% κατά μέσο όρο στην Ε.Ε.
Οι Έλληνες αναγκαζόμαστε να βάζουμε βαθειά το χέρι στην τσέπη, για να καλύψουμε τις ανάγκες υγείας που παραμένουν ακάλυπτες για χρόνια, εξαιτίας διαρθρωτικών αδυναμιών. Επιπλέον, το σύστημα υγείας, χωλαίνει σε πρόληψη, πρωτοβάθμια (εξωνοσοκομειακή) περίθαλψη, σε γεωγραφική κατανομή προσωπικού και υπηρεσιών υγείας ανά τη χώρα, ενώ παρατηρείται υπερβολική εξάρτηση από τη νοσοκομειακή περίθαλψη.
Όλα αυτά όμως συνδυαστικά, δημιουργούν πρόσθετα εμπόδια στην έγκαιρη και αποτελεσματική πρόσβαση των πολιτών στις υπηρεσίες υγείας.
Στην Ελλάδα, ζούμε περισσότερο, όχι όμως με ένα καλό επίπεδο υγείας μετά την ηλικία των 65 ετών
Μετά τα 65 η ποιότητα της υγείας στην Ελλάδα, φθίνει κατακόρυφα
Τα στοιχεία αυτά περιγράφονται στην πρόσφατη έκθεση του ΙΟΒΕ για τις ανισότητες στην Ελλάδα, σε ειδικό κεφάλαιο που αφορά τον τομέα υγείας.
Σύμφωνα με την έκθεση, οι δημόσιες δαπάνες για υγεία μόλις ξεπερνούν το 3% του ΑΕΠ όταν οι ιδιωτικές δαπάνες φτάνουν το 5% (μέχρι το 2023), τη στιγμή που αντίστοιχα στην Ε.Ε. οι δημόσιες δαπάνες κινούνται στο 8% και οι ιδιωτικές στο 2% του ΑΕΠ.
Έτσι, το 11,6% του πληθυσμού δεν καταφέρνει να καλύψει τις ανάγκες του για ιατρική εξέταση και περίθαλψη και 11,5% για οδοντιατρική περίθαλψη, έναντι μόλις 2,4% και 3,3% του πληθυσμού στην Ε.Ε., αντίστοιχα.
Ακάλυπτες παραμένουν οι ανάγκες υγείας για το 30,4% του φτωχότερου τέταρτου του πληθυσμού, αλλά και του 17,5% του πλουσιότερου τέταρτου του πληθυσμού, γεγονός που δείχνει ότι παρά την ύπαρξη δημόσιου συστήματος υγείας, η οικονομική δυνατότητα εξακολουθεί να επηρεάζει σημαντικά την πραγματική πρόσβαση στις υπηρεσίες. Η ανάγκη καταβολής ιδιωτικών πληρωμών, οι συμμετοχές στη φαρμακευτική δαπάνη, οι χρόνοι αναμονής και η προσφυγή στον ιδιωτικό τομέα για την κάλυψη αναγκών που δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν εγκαίρως από το δημόσιο σύστημα δημιουργούν εμπόδια που πλήττουν πολύ περισσότερο τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.
Οι απευθείας πληρωμές είναι διπλάσιες στην Ελλάδα
Γερνάμε γρηγορότερα
Ένας στους τέσσερις ή το 24,2% του πληθυσμού ζει με κάποιο χρόνιο νόσημα στη χώρα μας.
Και παρότι το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα ξεπερνά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ζούμε περισσότερο, όχι όμως με ένα καλό επίπεδο υγείας μετά την ηλικία των 65 ετών. Αυτό, φτάνει μόλις τα 8,5 χρόνια περίπου στην Ελλάδα διατηρώντας μια συνεχόμενη πτωτική πορεία, όταν αντίστοιχα στην Ευρώπη μετά τα 65, οι πολίτες ζουν με καλό επίπεδο υγείας για μια ακόμη 10ετία εμφανίζοντας ταχύτατη άνοδο μετά την πανδημία.
Το γεγονός αυτό δείχνει ότι ένα σημαντικό μέρος της επιπλέον επιβίωσης συνοδεύεται από προβλήματα υγείας, λειτουργικούς περιορισμούς ή ανάγκες περίθαλψης.
Το εύρημα αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία υπό το πρίσμα της ταχείας γήρανσης του ελληνικού πληθυσμού και της αναμενόμενης αύξησης των αναγκών για μακροχρόνια φροντίδα κατά τις επόμενες δεκαετίες.
Κακή υγεία, χαμηλότερο εισόδημα
Σε ότι αφορά την ποιότητα της υγείας του πληθυσμού, στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα αξιολογώντας οι ίδιοι οι πολίτες την υγεία τους διαπιστώνουν συστηματικά χειρότερη υγεία και μεγαλύτερη συχνότητα χρόνιων νοσημάτων. Ειδικότερα, η μέση τιμή αυτοαξιολόγησης βαθμολογείται με 4, όταν στο 5 η υγεία είναι πολύ καλή και στο 1 είναι πολύ κακή. Η βαθμολογία αυξάνεται σταδιακά μέχρι το 4,4 στο ανώτερο εισοδηματικά μερίδιο του πληθυσμού.
Όταν όμως η ανάλυση επεκτείνεται στα άτομα με κακή υγεία, τότε στο φτωχοτερο τέταρτο του πληθυσμού το 10,4% αναφέρει κακή υγεία, η οποία βαίνει μειούμενη όσο τα εισοδήματα αυξάνονται για να φτάσει το 3,6% του πλουσιότερου τετάρτου του πληθυσμού. Τα ποσοστά κινούνται ανάλογα και στους πάσχοντες από χρόνια νοσήματα, όπου ο φτωχότερος πληθυσμός πάσχει από χρόνια νοσήματα σε ποσοστό 30,4% με το ποσοστό να μειώνεται σταδιακά στο 27,4% και στο 21,4% για τα μεσαία στρώματα, μέχρι το 17,5% στα πλουσιότερα στρώματα του πληθυσμού.
Η χειρότερη υγεία εντοπίζεται επίσης στις αγροτικές περιοχές όπου το 28% του πληθυσμού πάσχει από χρόνια νοσήματα, έναντι 23% στις αστικές περιοχές και 21% στις ημιαστικές.
Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, η κύρια πρόκληση για τα συστήματα υγείας δεν είναι πλέον μόνο η μείωση της πρόωρης θνησιμότητας αλλά η διατήρηση της καλής υγείας, της λειτουργικότητας και της ποιότητας ζωής σε μεγαλύτερες ηλικίες. Η διάκριση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση της Ελλάδας.
in.gr
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις

