ΛΑΡΙΣΑΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ
Ο Πλαστήρας, η λίμνη, ο «Λαρισαίος» που έφτιαξε το φράγμα και το υδατικό πρόβλημα της Θεσσαλίας που παραμένει άλυτο εδώ και έναν αιώνα

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης
Η σύναψη, αυτή η ξαφνική εγκεφαλική αναλαμπή που δημιουργεί διαδοχικές συνδέσεις, έγινε καθοδόν για τα εγκαίνια του φράγματος του Ληθαίου ποταμού στα Τρίκαλα.
Η διαδικασία ολοκλήρωσής του χρειάστηκε 25 χρόνια, δέκα μόλις λιγότερα από αυτά του φράγματος του Μέγδοβα που η σύλληψη της ιδέας της κατασκευής του έγινε από τον Νικόλαο Πλαστήρα το 1925 και ολοκληρώθηκε το 1960. Σκεφτόμουν κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί επιτυχία η τωρινή «βράχυνση» αποπεράτωσης του φράγματος του Ληθαίου, ενός έργου κατά πολύ μικρότερου σε σύγκριση με αυτό της λίμνης Πλαστήρα, ειδικά αν λάβει κανείς υπόψη τον ένα αιώνα που χωρίζει τα δύο έργα· ένα αιώνα κατά τον οποίο η Ελλάδα δέχτηκε το μεταναστευτικό κύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής, βίωσε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Εμφύλιο, την περίοδο της Χούντας των Συνταγματαρχών· έναν αιώνα που η επιστήμη και η τεχνολογία έχει κάνει άλματα.
Άλλο να ξεκινάς την υλοποίηση ενός εμβληματικού έργου στα πρώτα χρόνια της σύστασης του Ελληνικού Κράτους και άλλο στις αρχές του 21ου αιώνα. Κι αν μέσα σε έναν αιώνα έχεις εξασφαλίσει μόλις 10 χρόνια για την ολοκλήρωση ενός δημόσιου έργου ιδιαιτέρως μικρότερου και συνεχίζεις να συζητάς για τα υπόλοιπα, τα σημαντικά και τα μεγαλόπνοα, κάτι δεν πάει καθόλου καλά…

Της Εύης Μποτσαροπούλου
Κάπως έτσι, η σκέψη από το ιστορικό εγχείρημα της κατασκευής της λίμνης Πλαστήρα πέρασε στην ιστορική συνέχεια της οικογένειας, της ευρύτερης, και στη σύνδεσή της με τα μεγάλα φράγματα. Πίσω στη δεκαετία του ΄50 πάει. Ξεκινά με το φράγμα του Άργα στην Έδεσσα και συνεχίζεται με το φράγμα του Μέγδοβα στη λίμνη Πλαστήρα. Και στα δύο έργα την εργολαβία μεταφοράς των υλικών την είχε αναλάβει ο Κωνσταντίνος Μέγαλος, ο προπάππος του γιου μου. Το δεύτερο δε έργο, που είχε ένα πολύ μεγάλο δείκτη κατασκευαστικής δυσκολίας – ούτε δρόμοι και γέφυρες που να αντέχουν υπήρχαν τότε – έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εγκατάσταση της οικογένειας Μέγαλου στη Λάρισα και στην ίδρυση λίγο αργότερα του Εργοστασίου Σκυροδέματος «Βέρμιον».
Ξαφνικά, η οικογενειακή ιστορία πήρε άλλη διάσταση. Πόσο μάλλον σε μια περίοδο που έχει μπει έντονα στο προσκήνιο η συζήτηση για την επιτακτική ανάγκη ολοκλήρωσης των ημιτελών έργων του Αχελώου (Φράγμα Συκιάς – σήραγγα, που προβλέπονται ήδη στον «οδικό χάρτη» του ΣΔΛΑΠ), την προοπτική μεταφοράς 250 εκ. κυβικών νερού στη Θεσσαλία, αλλά και τη σταδιακή κατασκευή των μεγάλων (Σκοπιά, Πύλη, Μουζάκι, Αγιονέρι) καθώς και των μικρότερων φραγμάτων – έργων ταμίευσης και εξοικονόμησης νερού (Νεοχωρίτη, Δελερίων, Αγιονερίου Ελασσόνας και βαρυτική διώρυγα Γυρτώνης – Κάρλας), που αποτελούν στο σύνολό τους, κατά κοινή ομολογία, τη μόνη εγγύηση ώστε η Θεσσαλία να μπορέσει να παραμείνει ένας παραγωγικός κάμπος και να προστατευτούν αποτελεσματικά τα υπόγεια και επιφανειακά υδάτινα οικοσυστήματα.
Αν το πιάσεις το θέμα των φραγμάτων από τον Πλαστήρα και εστιάσεις, έστω, στα 50 χρόνια της Μεταπολίτευσης, που έγινε μείζον ζήτημα για όλες διαδοχικά τις ελληνικές, και σκεφτείς ότι ακόμη συζητάμε για το υδατικό πρόβλημα της Θεσσαλίας, το ότι ο παππούς Μέγαλος «έφτιαξε» το φράγμα στη λίμνη Πλαστήρα γίνεται ακόμη πιο σημαντικό.
Στην πραγματικότητα ένιωσα σαν να άναψε προβολέας πάνω στο διαχρονικό πρόβλημα.

Ο Κωνσταντίνος Μέγαλος…
Θα πιάσω την ιστορία από το τέλος, σχεδόν. Από την έναρξη κατασκευής του έργου το 1955 μέχρι τα εγκαίνια της λειτουργίας του Υδροηλεκτρικού Σταθμού Ταυρωπού το 1960. Τότε ανέλαβε την υπεργολαβία μεταφοράς υλικών ο Κωνσταντίνος Μέγαλος.
Είχε ήδη αναλάβει αντίστοιχη υπεργολαβία για την κατασκευή του φράγματος της λίμνης Άγρα στην Έδεσσα που τελείωσε το ΄55. Στην Έδεσσα έμενε άλλωστε η οικογένεια Μέγαλου· εκεί είχαν εγκατασταθεί πρόσφυγες μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Το φράγμα του Άγρα το είχε αναλάβει μια ιταλική εταιρία και η σύζυγος του Διευθυντή, η κυρία Γκερέτα, είχε εγκατασταθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα σε ξενοδοχείο στην Έδεσσα. Κάνανε παρέα με την οικογένεια Μέγαλου, τόσο που ένα καλοκαίρι η Γκερέτα με τα παιδιά της και η γιαγιά Νίνα με τα τρία δικά της, τον Δημήτρη, τη Σμαράγδα και τη Μαρία, παραθέρισαν ένα ολόκληρο καλοκαίρι στην Περαία της Θεσσαλονίκης όσο οι σύζυγοι δούλευαν στο φράγμα.
Ο παππούς Μέγαλος, άνθρωπος πρωτοπόρος και επαγγελματικά τολμηρός, πλέον πλεονεκτούσε σε εμπειρία και το 1955 ρίσκαρε να πάρει μέρος στο διαγωνισμό για το νέο τεράστιο έργο του Μέγδοβα. Και κέρδισε.

Ανάδοχοι στο νέο έργο του φράγματος Ταυρωπου (Πλαστήρα) αναδεικνύονται οι Γαλλικές εταιρείες OMNIUM LYONNAIS και COTECI (OL-CO) και ο Μέγαλος παίρνει ολόκληρη την υπεργολαβία μεταφοράς υλικών. Από το Βόλο που έφταναν στο λιμάνι οι τεράστιες τσιμεντοσωλήνες, συνδέσεις και άλλα υλικά, τα φόρτωνε με γερανούς στα φορτηγά του και τα μετέφερε στη θέση “Κακαβάκια” που γινόταν το φράγμα. Τις συνθήκες περιγράφει ο Βασίλης Μπέσσας (Βοριάς) σε άρθρο του στην εφημερίδα “Ελευθερία”… «Εργασίες άρχισαν, πρώτα οι δρόμοι και το εργοτάξιο και συνέχεια η εκσκαφή του φράγματος, διάτρηση σηράγγων, αγωγός πιέσεως και εκσκαφή για τα θεμέλια του εργοστασίου, αφαιρέθηκαν 126.000 χιλιάδες κυβικά ως μπάζα. Φέραμε το νερό για τις ανάγκες του εργοστασίου από την Πεζούλα 14 χιλιόμετρα, όλα διανοίχτηκαν με τη σκαπάνη. Το έργο συνεχιζόταν με γοργό ρυθμό σε όλα τα εργοτάξια. Στο φράγμα, τη σήραγγα μήκους 2.800 μ., άλλα 5.000 μέτρα ο αγωγός πιέσεως κτλ. Κλείστηκε το νερό στο φράγμα και ανέβαινε. Έκλεισε και η συγκοινωνία, με τα άνω χωριά (…)».
Τους τσιμεντοσωλήνες για τη σήραγγα 2,8 χλμ. και τον αγωγό 5 χλμ. κουβαλούσε ο Μέγαλος. Ξεκινούσε από τον Βόλο, περνούσε από τη Λάρισα για να συνεχίσει μέχρι τον προορισμό του. Μάλιστα, χρειάστηκε να ενισχύσει τη δεύτερη γέφυρα της εσωτερικής κοίτης του Πηνειού, αυτή μετά το Αλκαζάρ, για να αντέξει το βάρος του φορτίου. Τότε ειπώθηκε από τους επιβλέποντες η ατάκα «Όσο μπόι του λείπει του Μέγαλου, τόσο τόλμη έχει»· όπως καταλαβαίνουμε υπήρξε κοντός.




Αυτή η συνεχής διέλευση από τη Λάρισα, οι εργασίες ενίσχυσης με τσιμεντοδοκούς που αναγκάστηκε να κάνει κατά την υλοποίηση του έργου, του κίνησαν το ενδιαφέρον. Είδε την ευκαιρία. Το κενό που υπήρχε στην αγορά της περιοχής για τσιμέντο. Την άρπαξε. Πήρε σύσσωμη την οικογένεια Μέγαλου και εγκαταστάθηκε στη Λάρισα. «Έτσι γίναμε Λαρισαίοι» μου λένε η Σμαράγδα Δακή και η Μαρία Ντίνη. Στην αρχή έκανε τσιμεντόλιθα και τσιμεντοσωλήνες. Μετά πέρασε στο έτοιμο σκυρόδερμα. «Ήταν ο πρώτος που το έφερε στη Λάρισα. Τότε υπήρχε μόνο ένα εργοστάσιο πίσω από το Χίλτον στην Αθήνα και ο Μέγαλος στη Λάρισα»… Το 1984 ιδρύθηκε η εταιρία ΒΕΡΜΙΟΝ Εργοστάσιο Σκυροδέματος από τους Κ. Μέγαλο – Α. Γκράβα, με βασική δραστηριότητα εκείνη την περίοδο την πώληση έτοιμου σκυροδέματος στην περιοχή της Λάρισας. Από το βουνό στα πέριξ της Κοζάνης και της Έδεσσας του έδωσαν το όνομα… Όταν το 2000 εξαγοράστηκε από τους επιχειρηματίες Ρουπακιά Ι., Μαντίκα Δ. και Κράβαρη Ι, η βασική ρήτρα ήταν να μην αλλάξει το όνομα. Μπορεί να γίναν Λαρισαίοι, αλλά κρατούσαν από εκείνα τα μέρη. Ήταν ένας φόρος τιμής στην διαδρομή της καταγωγής τους.
Το 1984 δε, για να τιμηθεί η μνήμη του μεγάλου οραματιστή Ν. Πλαστήρα, με απόφαση της ΔΕΗ, η οποία διαχειρίζεται τη λίμνη, αυτή μετονομάσθηκε σε λίμνη Νικολάου Πλαστήρα. Έχουν ενδιαφέρον οι συμπτώσεις με τις ημερομηνίες, τα ονόματα, τα φράγματα και τις λίμνες…

Η κατάσταση στη Θεσσαλία μετά την απελευθέρωση και τα σχέδια πολιτικών και επιστημόνων…
Όταν ο Νικόλαος Πλαστήρας συνέλαβε την μεγάλη ιδέα το καλοκαίρι του 1925 που παραθέριζε στο μοναστήρι της Κορώνας, τότε που ως ασθενής καθημερινά έκανε διάφορες εκδρομές στην ευρύτερη περιοχή της Νεβρόπολης, η Θεσσαλία διένυε ακόμη τα πρώτα της χρόνια μετά την απελευθέρωση της από τους Τούρκους το 1881 και την προσάρτησή της στο νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος.
Την κατάσταση που επικρατούσε στη Θεσσαλία περιγράφει γλαφυρά ο γεωπόνος ΔΕΒ Καρδίτσας Γιάννης Καρακώστας το 1996 στην εισήγησή του με τίτλο “Αρδευτικό έργο Ταυρωπού: Η πρώτη εκτροπή του Αχελώου”…
«Με ανατριχίλα θα θυμούνται οι παλιότεροι, τις απέραντες λιμνοθάλασσες που σχημάτιζαν τα νερά του χειμώνα, την ταλαιπωρία, τη δυστυχία, την αγωνία για το αύριο. Από την Ανάβρα ως το Γραμματικό και τη μακρινή Συκεώνα, ένα ατέλειωτο έλος ανέκοπτε Χειμώνα και Άνοιξη την επικοινωνία. Οι λίγες καλλιέργειες εντοπίζονταν στις ημιάγονες περιοχές κυρίως κοντά στους πρόποδες των βουνών και των λόφων. Η περιοχή Σελλάνων σχημάτιζε μια απέραντη λιμνοθάλασσα, από το χωριό Μαγουλίτσα, την Αγία Τριάδα, το Προάστιο, ως την απρόσιτη Μαραθέα. Το έλος του Αρτεσιανού και του Παραγωγικού με το γνωστό τέρας Γήταυρος, που αργά το απόγευμα ξεσήκωνε τα νερά με τον ανασασμό και το ρουχηθμό του, δεν άργησε να αποκαλυφθεί “μετά την κατασκευή των στραγγιστικών έργων” ότι απλά ήταν αναθυμιάσεις αερίων, που απελευθερώνονταν από τα σπλάχνα της γης και δημιουργούσαν αυτό το θόρυβο κι αυτό το θέαμα. Οι εκτάσεις της “περιοχής Τιτανίου”, Κορτίκι, Βλοχός, Ιτέα, Κοσκινά, Μακρυχώρι, Παλαμάς, τον περισσότερο καιρό του χρόνου, ήταν βαθειά βυθισμένες στα βροχόνερα. Η ελονοσία εκτεταμένη σ’ όλο τον πεδινό χώρο αποτελούσε τη μόνιμη μάστιγα και η πανδημία του τύφου, της πανώλης και το μόνιμο φαινόμενο της πείνας, εξολόθρευαν τους ατυχείς γεωργούς του κάμπου. Από χειρόγραφα των Μονών Βαρλαάμ των Μετεώρων και της Μονής Ρεντίνας, προχωρώντας σε πιο παροχημένες εποχές η κατάσταση ήταν ακόμη πιο δραματική».
Κατά τον Καρακώστα «Αμέσως μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό κράτος, η παραγωγική ανάπτυξη του εύφορου και πολυπαθού αυτού χώρου, απασχόλησε φωτισμένους πολιτικούς και επιστήμονες, που πολλοί υποστήριζαν ότι με την “εκβιομηχάνιση” αυτού του διαμερίσματος, αυξάνουμε την έκταση του Ελλαδικού χώρου, κατά τον καλύτερο και οικονομικότερο τρόπο. Αυτή μόνο θα μπορούσε να απαλλάξει το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος από τη συναλλαγματική αιμορραγία, που προκαλούσε η εισαγωγή σιταριού και καλαμποκιού από τη Ρουμανία και Ρωσία».
Η κυβέρνηση Τρικούπη σκέφτηκε την εκβιομηχάνιση και παράλληλα με την εξυγίανση του κάμπου και η πρώτη φροντίδα ήταν να γίνουν σχετικές μελέτες. Η Γαλλική αποστολή που ανέλαβε το έργο, με το φλαμανδό Μηχανικό COTELAND παρέδωσε την έκθεσή της, με χάρτες, διαγράμματα και σχετικά στοιχεία που συνόδευαν το έτος 1887. Η αδυναμία εκτέλεσης του έργου, η ορθότητα, η αδυναμία χρηματοδότησής του, είναι συνεπακόλουθα της μοίρας του τότε Πρωθυπουργού που πέρασε στην Ιστορία με το “δυστυχώς επτωχεύσαμε” (σ.σ. το 1893).
Η κυβέρνηση Δ. Ράλλη ανέθεσε τη μελέτη των έργων στον Ιταλό Νόμπιλε το 1911, στον οποίο παρέδωσε όλα τα τοπογραφικά και βροχομετρικά στοιχεία που είχαν συγκεντρωθεί κατά την περίοδο 1901 – 1910, με τη φροντίδα των προηγούμενων Κυβερνήσεων και το 1913 μετά από 32 χρόνια ελεύθερης Θεσσαλίας υπήρχε στα χέρια του Ελληνικού Έθνους η περιβόητη “Μελέτη υδραυλικών έργων Θεσσαλίας” που με τα σημερινά δεδομένα ήταν επιπέδου χαμηλότερου και προμελέτης. Ο προϋπολογισμός των έργων τότε έφθασε τα 39.000.000 δραχμές.
Η μελέτη αυτή, ως ήταν φυσικό, έτυχε πολλών επικρίσεων και αμφισβητήσεων και η Κυβέρνηση Βενιζέλου το 1920 ανέθεσε τη σύνταξη νέας μελέτης στον Εγγλέζο Μηχανικό ZACKSON που την τελείωσε το 1921. Οι περιπέτειες του έθνους, όπως η Μικρασιατική καταστροφή, ο διχασμός, η δικτατορία του Πάγκαλου, μετατοπίζουν το όλο θέμα στη δεκαετία του 1930, όταν και πάλι η Κυβέρνηση Βενιζέλου ανέθεσε στον Οίκο BOOT και WILSON τη σύνταξη οριστικής μελέτης, η οποία παραδίδεται το 1931. Το 1934 μετά από χρηματοδότηση, αρχίζουν να γίνονται οι πρώτες χωματουργικές εργασίες από δύο μέτωπα, Μάκραινα και νέα κοίτη του Πηνειού».

Ο Πλαστήρας, η ιδέα, το φράγμα και η λίμνη…
Η ιδέα λοιπόν ήρθε στον Πλαστήρα το 1925 στο μοναστήρι της Κορώνας στον «Με’α κάμπο», όπως ονόμαζαν παλιά το οροπέδιο της Νεβρόπολης. «Από αυτόν τον κάμπο ξεκίναγε ο Ταυρωπός, ένας από τους παραπόταμους του Αχελώου, γνωστός και ως Μέγδοβας στην σλαβική ονομασία του. Το χειμώνα τα νερά που έπεφταν από ρέματα και χειμάρρους ενίσχυαν την ορμή του ποταμού, αλλά και τη μικρή φυσική λίμνη που υπήρχε στα Νότια της περιοχής, περίπου εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η νησίδα Μορφοβουνίου, και που οι ντόπιοι την ονόμαζαν «γούρνα Βαβά» σύμφωνα με το άρθρο του Παναγιώτη Νάνου στα 24grammata.
Κατά τον Καρακώστα η ιδέα του Πλαστήρα αφορούσε στη δημιουργία λίμνης «όπου θα αποθηκεύονταν τα νερά κατά τη χειμερινή περίοδο κι από εκεί με σήραγγα και αγωγό θα διοχετεύονταν στον Υ.Η.Σ. για την διάθεση, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για ηλεκτρική ενέργεια, ύδρευση κι άρδευση του παραγωγικού θεσσαλικού κάμπου» παρόλο που γνώριζε ότι για την κατασκευή της θα θυσιαζόταν δέκα κοινότητες – μεταξύ των οποίων και η δική του. «Προτίμησε αυτή τη θυσία στο βωμό της ανάπτυξης του απέραντου θεσσαλικού παραγωγικού χώρου που το χειμώνα βούλιαζε μέσα σ’ ένα τέλμα κατακλυσμών και το καλοκαίρι καιγόταν για μια σταλιά νερό. Η θυσία μέρους στο σύνολο, είναι ίδιο των μεγάλων ανδρών».
O Πλαστήρας, σύμφωνα με τη διπλωματική εργασία του Κωνσταντίνου Κόζιακα, «άρχισε να καλλιεργεί την ιδέα, και το 1927 οργάνωσε δύο επισκέψεις στην περιοχή στις οποίες μετείχαν φίλοι του, επιστήμονες σχετικών με το έργο ειδικοτήτων. Οι εκτιμήσεις όλων ήταν θετικές και με πρωτοβουλία πάντα του Πλαστήρα (ο οποίος παρακολουθούσε στενά το θέμα), γίνονται από υπηρεσίες του υπουργείου Γεωργίας οι πρώτες μελέτες».
Το όραμα, το όνειρο του Νικολάου Πλαστήρα, υλοποιήθηκε από τον άλλο μεγάλο πολιτικό άνδρα της Νεότερης Ιστορίας μας, τον Κων/νο Καραμανλή.
Ο κύριος στόχος των έργων που έγιναν, ήταν η προστασία των περιοχών από τις πλημμύρες, η αποξήρανση των ελών, η δημιουργία δυνατοτήτων στράγγισης (πρωτεύον δίκτυο). Το τριτεύον και δευτερεύον στραγγιστικό δίκτυο που δίνει τη δυνατότητα αξιοποίησης των γεωργικών εκτάσεων, ανατέθηκαν στην Υπηρεσία Μηχανικής Καλλιέργειας και στη διάδοχό της μετέπειτα Υπηρεσία Ε.Β.Ο.
Κατά τη χρονική περίοδο 1950 – 1958 οι περισσότερες προσπάθειες του κράτους κατευθύνονταν στην αντιπλημμυρική προστασία και στην αποξήρανση των πεδινών εκτάσεων της χώρας μας».


Το timeline…
Το ιστορικό κατασκευής του υδροηλεκτρικού έργου Πλαστήρα χρονολογικά έχει ως εξής:
1929: Πρώτη προμελέτη από τον Ελβετό Μηχανικό L. SENN για την υδροηλεκτρική αξιοποίηση του (Μέγδοβα) Ταυρωπού.
1932: Νέα προμελέτη από το Υπουργείο Γεωργίας με κύριο σκοπό την άρδευση της Πεδιάδας Καρδίτσας.
1952: Μελέτη από την εταιρεία KNAPPEN TIPPETTS ABBETT για την κατασκευή υδροηλεκτρικού έργου στον Ταυρωπό.
1953: Προκήρυξη διεθνούς διαγωνισμού από το Υπουργείο Συντονισμού βάσει της πιο πάνω μελέτης, για την οριστική μελέτη, επίβλεψη, κατασκευή και χρηματοδότηση του υδροηλεκτρικού έργου (Ταυρωπού) Πλαστήρα. Ανάδοχοι αναδεικνύονται οι Γαλλικές εταιρείες OMNIUM LYONNAIS και COTECI (OL-CO).
1955: Σύναψη σύμβασης μεταξύ Δ.Ε.Η. και OL-CO για την κατασκευή του έργου.
1955: Ο Πρωθυπουργός Κων/νος Καραμανλής καταθέτει το θεμέλιο λίθο του υδροηλεκτρικού έργου.
1958: Συμπλήρωση διατρήσεως της σήραγγας προσαγωγής.
1958: Έναρξη ανεγέρσεως του φράγματος στη θέση Κακαβάκια.
1959: Κλείνουν οι διώρυγες του φράγματος και αρχίζει η αποθήκευση νερού.
1960: Γίνεται η έναρξη λειτουργίας του Υδροηλεκτρικού Σταθμού (Ταυρωπού) Πλαστήρα.
«Το κόστος όλων των πιο πάνω έργων, ήτοι φράγματος, σήραγγας υδροληψίας μεταφοράς νερού, υδροηλεκτρικός σταθμός κλπ. ανήλθε σε 1.130.000.000 δραχμές.
Από τη δημιουργηθείσα τεχνητή λίμνη, μήκους 14 περίπου χιλιομέτρων και πλάτους 4 χλμ, με επιφάνεια 24.000 στρεμμάτων τα οποία μπορούν να συγκεντρώσουν 365 εκατ. κυβ. μέτρα νερού και στη μέγιστη χωρητικότητα τα 400 εκ. κυβ. μέτρα, κατακλύσθηκαν με νερό 12.000 στρέμματα καλλιεργούμενης έκτασης, τα οποία ανήκαν σε (10) δέκα Κοινότητες.
Για την κατασκευή της λίμνης χρειάσθηκε να γίνει αναγκαστική απαλλοτρίωση την περίοδο 1959 – 1961 σε ευρεία έκταση 19.400 στρεμμάτων, που ανήκαν σε 2.700 δικαιούχους, απ’ τους οποίους 2.669 ήταν φυσικά πρόσωπα, 10 κοινότητες, 20 Ν.Π.Δ.Δ. και ένα αναγκαστικό δάσος. Το κόστος απαλλοτρίωσης των εκτάσεων ανήλθε σε 77.600.000 δραχμές.
Το έργο αυτό αποτελεί την πρώτη εκτροπή του Αχελώου στο Θεσσαλικό κάμπο…
Το αρδευτικό έργο Ταυρωπού άρχισε να κατασκευάζεται το 1965 και περατώθηκε το 1973. Είναι το πρώτο μεγάλο έργο που έγινε με Δημόσιες Επενδύσεις στο Νομό μας (σ.σ. Καρδίτσας). Το πρωτεύον και δευτερεύον δίκτυο (αρδευτικό, στραγγιστικό, οδικό) ανατέθηκαν στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων και το τριτεύον στο Υπουργείο Γεωργίας. Ο προϋπολογισμός του έργου ανήλθε σε 960.000.000 δραχμές, διετέθησαν από το Υπουργείο Γεωργίας και άλλα 480.000.000 δρχ. από το Υπουργείο Δημ. Έργων».

Τα εγκαίνια…
Σύμφωνα με το άρθρο του Ιωάννη Παπαζήση με τίτλο «Από τα εγκαίνια του Υδροηλεκτρικού Σταθμού» στην εφημερίδα «Θεσσαλικόν Μέλλον»:
«Την Κυριακή 30 Οκτωβρίου (1960) έγινε η επίσημος έναρξις λειτουργίας Σταθμού Ταυρωπού με μεγαλοπρέπειαν ιδία εις την περιοχήν. Τον θαυμάσιον ήμερον ελάμπρυνε η Βασίλισσα Φρειδερίκη. Πλήθος ξένων ειδικών, ο Μάρσαλ Βενκ Μπόϋκ και εκπρόσωποι των ξένων και ημεδαπών εφημερίδων, ήσαν εις Καρδίτσαν και τα πέριξ του έργου.
Από την πόλιν Καρδίτσης μέχρι της λίμνης και του φράγματος, ως και μέχρι του σταθμού της ΔΕΗ εις Λεοντάρι, ανά μίαν απόστασιν 4-5 χιλιομέτρων υπήρχον αψίδες και εφηρμόσθη φωταγώγησις. Εις την Καρδίτσαν και εις τα πέριξ αυτής χωρία ήσαν ανηρτημέναι σημαίαι, αι δε μπάντες του στρατού και των προσκόπων επαιάνιζον καθ’ όλην την ημέραν.
Την Κυριακήν το πρωί, εις το φράγμα και τον υδροηλεκτρικόν σταθμόν εγένετο αγιασμός υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλιώτιδος κ. Κυρίλλου, όστις ωμίλησε περί του έργου. Επίσης ωμίλησαν ο κ. Πρωθυπουργός και οι Υπουργοί Δημοσίων Έργων και Συντονισμού, οι οποίοι εξήραν την σημασίαν του έργου διά την ελληνικήν οικονομίαν και ιδίως διά την ανάπτυξιν της Θεσσαλίας.
Ο υδροηλεκτρικός σταθμός του Ταυρωπού είναι ένα από τα σπουδαιότερα έργα υποδομής που πραγματοποιήθηκαν εις την Ελλάδα κατά τα τελευταία έτη. Διαθέτει ισχύν 130.000 κιλοβάτ και δύναται να παράγη ετησίως 250 εκατομμύρια κιλοβατώρας.
Η τεχνητή λίμνη, η οποία εδημιουργήθη διά του φράγματος, έχει μεγάλην σημασίαν διά την άρδευσιν του Θεσσαλικού κάμπου και την αντιπλημμυρικήν προστασίαν της περιοχής. Χιλιάδες στρέμματα γης θα αρδεύωνται πλέον κανονικώς, αυξάνοντας σημαντικώς την αγροτικήν παραγωγήν.
Ο κ. Πρωθυπουργός, εις τον λόγον του, ετόνισε ότι το έργον του Ταυρωπού αποτελεί σύμβολον της νέας Ελλάδος, της Ελλάδος της δημιουργίας και της προόδου. Επεσήμανε δε ότι η κυβέρνησις θα συνεχίση την προσπάθειαν διά την εκτέλεσιν και άλλων μεγάλων έργων εις ολόκληρον την χώραν.
Η Βασίλισσα Φρειδερίκη επεσκέφθη το φράγμα, την λίμνην και τον σταθμόν, συνοδευομένη υπό των αρμοδίων μηχανικών, οι οποίοι έδωσαν λεπτομερείς εξηγήσεις περί της λειτουργίας του έργου.
Το απόγευμα παρετέθη επίσημον γεύμα εις Καρδίτσαν προς τιμήν των επισήμων προσκεκλημένων. Εις το γεύμα παρεκάθησαν εκπρόσωποι της κυβερνήσεως, των ξένων αποστολών, των τεχνικών εταιρειών και των τοπικών αρχών.
Η όλη εκδήλωσις υπήρξε λαμπρά και αντάξια της σημασίας του έργου, το οποίον αποτελεί σταθμόν εις την οικονομικήν και τεχνικήν εξέλιξιν της χώρας μας».
…
*Ευχαριστώ ιδιαιτέρως τον κ. Κων/νο Γκούμα για την καθοδήγηση και τις πληροφορίες που συνέλεξα από την ιστοσελίδα ypethe.gr, καθώς και για το δικό το σχόλιο επί του θέματος: «Έχουμε καταλήξει ότι μοναδικό έργο στο οποίο στηρίζεται η Θεσσαλία και δη ο Πηνειός και η Κάρλα είναι η Λίμνη Πλαστήρα. Είναι ξεκάθαρο όμως ότι πλέον δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να στηριζόμαστε σε αυτήν και ότι πρέπει να προχωρήσουν τα μεγάλα έργα και η μεταφορά 250 εκ. κυβικών νερού από τον Αχελώο που θα ενισχύσουν τον Πηνειό, την Κάρλα και τους υδροφόρους ορίζοντες. Το φράγμα του Ταυρωπού είναι ένα πρότυπο έργο. Είναι η πιλοτική εφαρμογή μιας μικρής εκτροπής του Αχελώου. Μπορεί διοικητικά να ανήκει στη Θεσσαλία, υδρολογικά όμως οι λεκάνες ανήκουν στο υδατικό διαμέρισμα της Δυτικής Στερεάς Ελλάδος».
**Ευχαριστώ τους απογόνους της οικογένειες Κωνσταντίνου Μέγαλου για την παραχώρηση φωτογραφιών από το προσωπικό τους αρχείο για τις ανάγκες του αφιερώματος.
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις





