Γαρυφαλλιά Καρυστιανού
Παιδί ή κορίτσι;

Υπήρχε κάποτε μια ερώτηση που ακουγόταν φυσική: «Παιδί ή κορίτσι;». Δεν ήταν φυσική. Ήταν αποκαλυπτική. Γιατί το «παιδί» δεν σήμαινε παιδί. Σήμαινε αγόρι. Σήμαινε το αυτονόητο, το πρότυπο, αυτό που ερχόταν πρώτο στη σκέψη και πρώτο στην προσδοκία. Το κορίτσι ερχόταν δεύτερο, ως ειδική κατηγορία.
Μέσα σε αυτή τη μικρή φράση κρυβόταν μια μεγάλη αλήθεια για την ελληνική κοινωνία. Ότι έμαθε να μην βλέπει τους ανθρώπους ως ίσους, αλλά να τους κατατάσσει. Να ξεχωρίζει σιωπηρά ποιος θεωρείται πιο κατάλληλος, πιο σημαντικός, πιο «κανονικός».
Αυτή η νοοτροπία δεν χάθηκε. Απλώς άλλαξε πεδίο. Από τη γλώσσα πέρασε στην πολιτική. Από το σπίτι πέρασε στους θεσμούς. Και εκεί κάπου είναι το ραντεβού μας με το ρουσφέτι.
Γιατί το ρουσφέτι δεν είναι μόνο μια κακή συνήθεια του πολιτικού μας βίου. Είναι η πιο καθαρή απόδειξη ότι δεν πιστέψαμε ποτέ πραγματικά στην ισότητα. Ότι για κάποιους ισχύει ο κανόνας, ενώ για άλλους η γνωριμία, το τηλέφωνο, η «άκρη». Ότι πιο σημαντικό από τον θεσμό παραμένει συχνά ο μηχανισμός.
Το ρουσφέτι είναι η κοινωνική μετάφραση της ανισότητας. Είναι η αντίληψη ότι δεν προχωρά αυτός που αξίζει, αλλά αυτός που έχει πρόσβαση. Και σε μια κοινωνία που σκέφτεται έτσι, η ισότητα μένει πάντα στην άκρη.
Εκεί ακριβώς ριζώνει και η υποβάθμιση των γυναικών στον δημόσιο βίο. Γιατί η ίδια σκέψη που κάποτε διαχώριζε το «παιδί» από το «κορίτσι» είναι αυτή που σήμερα δυσκολεύεται να δεχθεί μια γυναίκα ως αυτονόητο φορέα εξουσίας. Ως αυτονόητη πολιτική παρουσία. Ως πρόσωπο που δεν χρειάζεται να απολογείται επειδή μιλά, διεκδικεί, επιμένει.
Γι’ αυτό και ένας άνδρας πολιτικός κρίνεται συνήθως για τις απόψεις του, ενώ μια γυναίκα πολιτικός κρίνεται συχνά και για τον τόνο της, το ύφος της, για το αν είναι «υπερβολική» ή «λίγη». Σαν να μην αρκεί η ιδιότητά της. Σαν να πρέπει κάθε φορά να αποδεικνύει ότι δικαιούται να βρίσκεται εκεί.
Δεν πρόκειται για λεπτομέρεια ύφους. Πρόκειται για πολιτικό πρόβλημα. Γιατί μια δημοκρατία δεν υπονομεύεται μόνο από τις μεγάλες αδικίες. Υπονομεύεται και από τις μικρές, καθημερινές ιεραρχίες που επιβιώνουν μέσα στη γλώσσα, στις συμπεριφορές, στις δήθεν αθώες παραδοχές. Υπονομεύεται όταν ανέχεται το ρουσφέτι ως πρακτική και τον σεξισμό ως υπαινιγμό.
Η Ελλάδα θέλει να λέει ότι αλλάζει. Και αλλάζει, πράγματι, σε πολλά. Όμως καμία κοινωνία δεν ενηλικιώνεται πραγματικά όσο εξακολουθεί να μετρά την αξία με όρους φύλου, πρόσβασης και προνομίου.
Η παλιά ερώτηση, τελικά, δεν έσβησε ποτέ. Απλώς μεταμφιέστηκε. Και αν θέλουμε κάποτε να αφήσουμε πίσω μας το χειρότερο κομμάτι του πολιτικού μας εαυτού, τότε πρέπει να τελειώνουμε και με όλες τις όψεις του δείχνουν το ίδιο πρόβλημα.
Γιατί στη δημοκρατία υπάρχουν μόνο πολίτες. Ίσοι. Ούτε παιδί ούτε κορίτσι.
Καρυστιανού Γκολφινοπούλου Γαρυφαλλιά – Πρόεδρος Δημοτικού Συμβουλίου
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις
