ΛΑΡΙΣΑ
Από την τραγωδία στα Τέμπη μέχρι την έναρξη της δίκης: Το ένα λάθος μετά το άλλο

Μετά τη σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών, τίποτα δεν έγινε σωστά από την πλευρά της κυβέρνησης. Δεν προστατεύτηκε η ιερότητα του χώρου του δυστυχήματος ώστε να γίνουν απρόσκοπτα οι έρευνες, συμμετείχε στις εκλογές του 2023 ο πρώην υπουργός Μεταφορών Κ. Καραμανλής, απορρίφθηκε το αίτημα της αντιπολίτευσης για σύσταση Προανακριτικής, αντιμετωπίστηκε η Εξεταστική με κομματικούς τακτικισμούς, έγιναν αλαζονικές δηλώσεις από κυβερνητικά στελέχη («για τα μπάζα όποιος μιλάει για μπάζωμα» – «τέρμα η κλάψα»), υποβαθμίστηκαν οι κινητοποιήσεις των συγγενών, υπερτονίστηκε η προσπάθεια εργαλειοποίησης από κόμματα και πολιτικούς αρχηγούς.
Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την ιδιαιτερότητα της τραγωδίας, ότι αποτελεί καθρέφτη της διαχρονικής αποτυχίας του ελληνικού πελατειακού κράτους και ότι είναι καθολική η ταύτιση με τους επιβάτες του μοιραίου τρένου ή τους γονείς τους, δημιούργησαν εύφλεκτη ατμόσφαιρα σε ένα έδαφος βαθιάς συλλογικής δυσπιστίας απέναντι στους θεσμούς και αμφισβήτησης της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.
Σε μια δίκη τόσο υψηλών οργανωτικών απαιτήσεων και, κυρίως, τόσο μεγάλου κοινωνικού ενδιαφέροντος, που συνοδεύεται από τέτοια συναισθηματική φόρτιση, είναι αναπόφευκτο να εκδηλωθούν ακραίες αντιδράσεις, να γίνει άδικη κριτική, να ακουστούν υπερβολές – με πολιτικό δόλο ή χωρίς. Είναι επίσης αναμενόμενο να γίνεται προσπάθεια κομματικής εκμετάλλευσης με αντιπολιτευτική εξαλλοσύνη από λαϊκιστικές πολιτικές δυνάμεις που αναζητούν πολιτικές ευκαιρίες στα φέρετρα. Πόσο μάλλον όταν έχουν προηγηθεί λάθη και παραλείψεις που δημιούργησαν την εντύπωση έλλειψης βούλησης για καταλογισμό πολιτικών ευθυνών.
Οι συνθήκες διεξαγωγής της δίκης θα έπρεπε να είναι τέλειες, ακόμη και αν αυτό δεν αναγνωριζόταν από τους εμπλεκομένους και είχαν δοθεί σχετικές διαβεβαιώσεις από τους αρμοδίους. Η εικόνα στην έναρξη της δίκης δεν ήταν απλώς κατώτερη των περιστάσεων, αλλά κάτι πολύ χειρότερο: ένδειξη ασέβειας απέναντι στα θύματα και στις οικογένειές τους, διαχειριστικής ανεπάρκειας, έλλειψης επίγνωσης για το βάθος του συλλογικού τραύματος, δυσκολίας ανάγνωσης των υπόγειων ρευμάτων που κινούνται στα έγκατα της ελληνικής κοινωνίας.
Για να μην προκαλεί οργή το κυβερνητικό επιχείρημα ότι πρόκειται για τη δεύτερη μεγαλύτερη δικαστική αίθουσα στη χώρα και ότι ήταν πρόβλημα ταξιθεσίας το οποίο θα διορθωθεί στην επόμενη δικάσιμο, από το δικαστήριο έπρεπε, τουλάχιστον, να διατυπωθεί με μεγαλύτερη σεμνότητα: πιο χαμηλοί τόνοι, χωρίς ένταση, διδακτισμό και εριστικότητα, με κατανόηση, ευαισθησία και ανθρωπιά. Και χωρίς σχόλια από επαγγελματίες φίλους της κυβέρνησης για «αγανακτισμένους του ξυλολίου» και «μπαχαλάκηδες των Τεμπών» που δεν θέλουν να γίνει η δίκη.
Οχι γιατί δεν υπάρχουν, αλλά γιατί δεν είναι η στιγμή και γιατί ο κυνισμός είναι ατελέσφορη στρατηγική στο συγκεκριμένο ζήτημα.
Ο υπουργός Δικαιοσύνης έχει συμμάχους που δεν φαντάζεται. Τον θέλουν σ’ αυτή τη θέση, για να ειρωνεύεται τους «Τεμπορύχους» και να τους δίνει κίνητρο για αντεπίθεση, οι πολιτικοί αρχηγοί που θα ανεβοκατεβαίνουν στη Λάρισα, για τη δίκη, μέχρι τις εκλογές.
Εφημερίδα Καθημερινή // Αγγελική Σπανού
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις





