Ανδρέας ΓιουρμετάκηςΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ

Αλήθειες και ψέματα για τη δίκη που μας διχάζει…

ΓΡΑΦΕΙ Ο Ανδρέας Γιουρμετάκης

ΒΡΕΘΗΚΑ το πρωί της περασμένης Δευτέρας στην αίθουσα όπου πρόκειται να εκδικαστεί η υπόθεση του σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών. Ο χώρος των πρώην ΤΕΙ της Λάρισας προσφέρεται για την διεξαγωγή μίας δίκης σαν κι αυτή, που δικαιολογημένα κινητοποιεί το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. Κυρίως, γιατί βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από το κέντρο της πόλης και αποθαρρύνει όσους έχουν την πολυτέλεια του ελεύθερου χρόνου και την περιέργεια να γίνουν μόνιμοι θαμώνες της διαδικασίας. Αποθαρρύνει επίσης, η απόσταση από το κέντρο της πόλης, όσους έχουν κάνει «στάση ζωής» τις συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας και την «επαναστατική γυμναστική». Ως γνωστόν για να αποδοθεί δικαιοσύνη χρειάζεται ψυχραιμία. Η άσκηση πίεσης προς τους παράγοντες της δίκης δεν είναι καλός σύμβουλος. Οι παλαιότεροι θυμόμαστε την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα στο κέντρο της Λάρισας όταν διεξήχθη εδώ μία ανάλογης βαρύτητας δίκη: η δίκη για τον θάνατο του  καθηγητή Τεμπονέρα. Μία δίκη – σημειωτέον –  με έναν (αν θυμάμαι καλά) κατηγορούμενο και ένα θύμα. Και πολύ λιγότερους μάρτυρες και δικηγόρους. Σε μια εποχή (αρχή της δεκαετίας του ’90) μάλιστα, που τα ΜΜΕ ήταν ελάχιστα σε σχέση με σήμερα και δεν φρόντιζαν να «εκδικάζουν» τις υποθέσεις σε τηλεοπτικό στούντιο, πριν αυτές εισαχθούν στην δικαστική αίθουσα…

ΤΟ ΠΡΩΙ της περασμένης Δευτέρας, καταλάβαινες ότι η δίκη για το δυστύχημα των Τεμπών θα είναι σαν καμιά άλλη. Όχι εξαιτίας του όγκου των παραγόντων της (δικηγόρων, μαρτύρων, κατηγορουμένων, συγγενών των θυμάτων κλπ) αλλά εξαιτίας όσων είχαν προηγηθεί. Όχι μόνο σ’ ότι αφορά την ανακριτική διαδικασία. Αλλά και σ’ ότι αφορά τον πολιτικό και κοινωνικό της αντίκτυπο. Μη ξεχνάμε, ότι η υπόθεση αυτή έχει «θάψει» ήδη πολιτικά ένα γόνο ιστορικής πολιτικής οικογένειας, τον υπουργό Μεταφορών την κρίσιμη περίοδο Κώστα Καραμανλή και απειλεί να «θάψει» αρκετά ακόμη πολιτικά πρόσωπα. Επίσης, ότι έχει συντελέσει στο να πραγματοποιηθούν οι πλέον ογκώδεις στη μεταπολιτευτική ιστορία συγκεντρώσεις. Επιπλέον, ότι αυτές οι κινητοποιήσεις κατήργησαν τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στα κόμματα κι ότι συνέβαλαν ώστε να μειωθούν τα ποσοστά των συστημικών κομμάτων (και ιδίως του κυβερνόντος κόμματος, κατά πολύ) και αντιστοίχως να αυξηθούν τα ποσοστά των αντισυστημικών κομμάτων. Η υπόθεση των Τεμπών γίνεται εξ’ άλλου αφορμή για την ίδρυση νέων κομμάτων καθώς δημιούργησε μία νέα πολιτικό, τη Μαρία Καρυστιανού. Επιπλέον, ενθάρρυνε το πολιτικό μπούλινγκ και κατέστησε δημοφιλέστερη σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, τη Ζωή Κωνσταντοπούλου. Τέλος, έσυρε πίσω από την θεωρία συνωμοσίας για το ξυλόλιο – που πρώτος διακίνησε ο «θεραπευτής της φαλάκρας» – όλο το πολιτικό και μιντιακό σύστημα!

ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ κάνεις, λοιπόν, τις σχεδόν κοσμογονικές αλλαγές που προκάλεσε και ενδέχεται να συνεχίσει να προκαλεί. Και μπορεί να συμπεράνει εξ’ αυτών, ότι για την έκβαση της και το τελικό αποτέλεσμα δεν ενδιαφέρονται μόνο οι συγγενείς των θυμάτων που ζητούν, όπως είναι λογικό, δικαίωση και οι κατηγορούμενοι που παίζουν το κεφάλι τους κορώνα – γράμματα, αλλά και ένα ολόκληρο σύστημα:

  • Η δικαιοσύνη που καλείται να δώσει εξετάσεις και να τινάξει από πάνω της τη σκόνη της αμφισβήτησης.
  • Η κυβέρνηση που θέλει να βγάλει τον εαυτό της από το κάδρο των ευθυνών.
  • Η αντιπολίτευση που αδυνατώντας να αρθρώσει πειστικό λόγο, έχει εναποθέσει τις ελπίδες για την επιβίωση της, στην φθορά της κυβέρνησης.
  • Τα media και οι τηλεπερσόνες που ανταγωνίζονται στο πεδίο της εντυπωσιοθηρίας
  • Οι δικηγόροι που αναζητούν δημοσιότητα για να «κτίσουν» καριέρα. Οι πιο «φτασμένοι» απ’ αυτούς, που θέλουν να επιβεβαιώσουν την αξία τους
  • Οι συνδικαλιστές των δικηγορικών συλλόγων που με την παρουσία και τον λόγο τους επιβεβαιώνουν, δυστυχώς, ότι, πλην εξαιρέσεων, είναι οι πλέον ανεπαρκείς του κλάδου
  • Όσοι δικηγόροι βλέπουν στη δίκη την ευκαιρία να πολιτευτούν.
  • Τέλος, οι πολιτικοί και οι πολιτευόμενοι που είναι και παράγοντες της δίκης (Κωνσταντοπούλου, Αποστολίδης, Γράτσια) αλλά κι εκείνοι που δεν θέλουν να επιτρέψουν σε αυτούς τους «τυχερούς» να εκμεταλλεύονται μονοπωλιακά την δημοσιότητα που προσφέρει η συμμετοχή τους στη δίκη. Εξ ού και η αιφνίδια εμφάνιση του κ. Κουτσούμπα, του κ. Ηλιόπουλου και ποιος ξέρει πόσων ακόμη στο μέλλον, έξω από το δικαστήριο. Αλλά και η συντεταγμένη παρουσία του μπλοκ του ΚΚΕ με την ντουντούκα να εκφωνεί συνθήματα σε διατεταγμένη υπηρεσία, έχοντας – όπως μου είπε ο φύλακας, που μου έδειξε τα πούλμαν στην πίσω πλευρά του ΤΕΙ –  πιθανότατα ενισχύσεις από τη Θεσσαλονίκη (παλιά μου τέχνη κόσκινο: το κόμμα βαφτίζει «λαό» τους μεταφερόμενους οπαδούς του και στήνει «αυθόρμητες» εκδηλώσεις διαμαρτυρίας).

ΟΛ’ ΑΥΤΑ αναμενόμενα. Αναμενόμενα, σύμφωνα με τους γνωρίζοντες και τα όσα διημείφθησαν στην αίθουσα όπου – υπό τον φόβο του προπηλακισμού απουσίασαν 32 και –  προσήλθαν μόνον τρεις κατηγορούμενοι.

ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΕΣ κι οι ενστάσεις για τη χωρητικότητα της αίθουσας; Κατά πολλούς ναι. Ασχέτως αν τα media και δι’ αυτών η κοινή γνώμη, υιοθέτησαν την άποψη ότι η αίθουσα είναι μικρή για να «χωρέσει» τις ανάγκες τις δίκης. Γράφτηκαν και ακούστηκαν πολλά για αυτή την υπόθεση. Δίκαιες – απολύτως δίκαιες –  είναι εν τέλει, μόνον οι διαμαρτυρίες των συγγενών των θυμάτων. Αντικρίζοντας το χάος που επικρατούσε στην αίθουσα, έχουν κάθε δίκαιο να διαμαρτύρονται γι’ αυτό και ν΄ αναρωτιούνται αν μπορεί υπ’ αυτές τις συνθήκες να διεξαχθεί δίκη.

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ωστόσο, να είναι πιο στωικοί, αν οι δικηγόροι τους αντί να επενδύσουν στις διαμαρτυρίες τους και να τις εκμεταλλευθούν και να τις πολλαπλασιάσουν, έσπευδαν να τους καθησυχάσουν. Με ένα απλούστατο επιχείρημα που εδράζεται στην εμπειρία τους και έχει ως εξής: Την πρώτη ημέρα ΚΑΘΕ δίκης, «μικρής» ή «μεγάλης», «σημαντικής» ή «ασήμαντης», το δικαστήριο εκφωνεί τα ονόματα ΟΛΩΝ των παραγόντων της δίκης για να νομιμοποιήσει την παρουσία των δικηγόρων, και να καταγράψει την παρουσία τόσο των μαρτύρων όσο και των κατηγορουμένων. Που σημαίνει ότι την πρώτη ημέρα κάθε δίκης, οφείλουν ΟΛΟΙ να είναι παρόντες, εκτός από εκείνους που έχουν εξουσιοδοτήσει τους δικηγόρους τους.

ΕΠΙΠΛΕΟΝ, λόγω του εύλογου ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης, στην έναρξη της  ακροαματικής διαδικασίας μίας τόσο σημαντικής δίκης, δεκάδες δημοσιογράφοι εκπροσωπώντας ΜΜΕ ή από προσωπικό ενδιαφέρον, παίρνουν θέση στο ακροατήριο. Και όπως είναι φυσικό,  άσχετοι με την δίκη άνθρωποι από περιέργεια, ενδιαφέρον ή εκπροσωπώντας «συλλογικότητες» (κατά το συριζαϊκό λανγκάζ) διεκδικούν μία θέση στο ακροατήριο. Ως προς τους τελευταίους και επειδή η κοινωνία της Λάρισας είναι μικρή, μπορώ να αραδιάσω καμιά εικοσαριά ονόματα «μη εμπλεκομένων» στην υπόθεση, που προσήλθαν από πολιτικό και μόνο ενδιαφέρον εκπροσωπώντας άσχετους φορείς. Όλοι αυτοί – και το γεγονός ότι οι αστυνομικοί άφησαν τον οποιονδήποτε να μπει στην αίθουσα, προφανώς για να μην δώσουν αφορμή στην οργή και τον ακτιβισμό να εκφραστούν – δημιούργησαν το αδιαχώρητο στην αίθουσα. Το ζήσαμε και στη δίκη για το «Μάτι» με πολύ περισσότερους μάρτυρες, δικηγόρους και ενδιαφερόμενους.

ΟΙ δικηγόροι γνωρίζουν άριστα, ότι μόλις μπει στο  ουσιαστικό της μέρος η διαδικασία, το πλήθος της πρώτης ημέρας θα αρχίσει να αραιώνει. Στην αίθουσα θα βρίσκονται μόνον εκείνοι που ενδιαφέρονται για την εξέταση συγκεκριμένου μάρτυρα, εκείνοι που εκπροσωπούν τον κατηγορούμενο που πρέπει να απαντήσει στις ερωτήσεις του δικαστηρίου τη συγκεκριμένη ημέρα, οι δημοσιογράφοι που από ένα σημείο και μετά θα παρακολουθούν συστηματικά την δίκη (κατά πολύ λιγότεροι από όσους προσήλθαν την πρώτη ημέρα) και οι συγγενείς. Έτσι, συμβαίνει σε όλες τις δίκες, που προδιαγράφεται ότι θα διαρκέσουν δύο – τρία χρόνια: μετά το πρώτο δεκαπενθήμερο γίνονται ρουτίνα και απασχολούν τα media και την κοινή γνώμη όταν συμβαίνει κάτι σημαντικό. Συνέβη στην δίκη για το Μάτι. Συνέβη στην δίκη για τη «Χρυσή Αυγή». Θα συμβεί και τώρα. Και μόλις συμβεί, η αίθουσα του ΤΕΙ θα είναι απολύτως επαρκής για την φιλοξενία της δίκης. Υπό την προϋπόθεση βέβαια, ότι θα υπάρχει ένας στοιχειώδης έλεγχος στους εισερχόμενους (που δεν υπήρξε τη Δευτέρα) και μια διαφορετική διαρρύθμιση στα έδρανα των δικηγόρων (αυτός που τα σχεδίασε δεν πρέπει να έχει παρακολουθήσει δίκη ποτέ στη ζωή του. Δεν πρόβλεψε καν ότι για να σηκωθεί κάποιος, πρέπει να σηκωθεί όλη η σειρά των διπλανών του!) και ίσως στο οπτικοακουστικό σύστημα, γιατί με ένα μικρόφωνο δε γίνεται δουλειά.

ΑΝ έχουν έτσι τα πράγματα θα πείτε, γιατί τόση φασαρία για την ακαταλληλότητα της αίθουσας; Η απάντηση είναι γιατί κάποιοι δεν θέλουν να γίνει η δίκη, για τους δικούς του λόγους ο καθένας (που όλοι μπορούμε να υποπτευθούμε) κι αυτοί δεν είναι η συντριπτική πλειοψηφία των συγγενών των θυμάτων. Και κάποιοι άλλοι, θέλουν μεν να γίνει, αλλά επιθυμούν την μεταφορά της στην Αθήνα. Κυρίως κάποιοι δικηγόροι, γιατί, εδώ που τα λέμε, τους είναι ιδιαίτερα δύσκολο να έρχονται στη Λάρισα δύο και τρεις φορές την εβδομάδα, επί δύο και ίσως τρία χρόνια, αφήνοντας ορφανό το γραφείο τους. Και κάποιοι ελάχιστοι εκ των συγγενών των θυμάτων που κάνουν πολιτική ή ακτιβισμό και γνωρίζουν ότι το απομακρυσμένο από το κέντρο της πόλης ΤΕΙ της Λάρισας, δεν προσφέρεται για καθημερινές διαδηλώσεις (κι αυτό, μοιραία θα απομακρύνει και τις τηλεοπτικές κάμερες από το χώρο), ενώ μία δικαστική αίθουσα στην Αθήνα προσφέρεται για καθημερινό νταβαντούρι, το οποίο νταβαντούρι φέρνει κάμερες, οι κάμερες μικρόφωνα και τα μικρόφωνα «διψούν» για δηλώσεις.  Αφήστε που σε ένα χρόνο, θα πρέπει να συνδυάσουν προεκλογικό αγώνα και παρουσία στη δίκη, κάτι που δεν γίνεται εύκολα, όταν πρέπει να διανύεις 360 χιλιόμετρα δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα!

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ αυτό; Ότι μια δίκη που βιαστήκαμε να τη διεξάγουμε εκτός της δικαστικής αίθουσας (είτε στα τηλεοπτικά στούντιο, ακόμη και των  λαϊφ στάιλ εκπομπών, είτε στο διαδίκτυο όπου πληκτρολογεί ο κάθε πικραμένος και μάλιστα με ψευδώνυμο), θέλουμε να συνεχίσει να διεξάγεται στο πεζοδρόμιο, έξω από τη δικαστική αίθουσα, με την αιτιολογία ότι αλλιώς δεν θα είναι «δίκαιη».  Αιτιολογία ,που ακούστηκε από το ίδιο περίπου κοινό και για τη δίκη της «Χρυσής Αυγής». Πλην όμως, χρειάστηκε να κάνει έξι χρόνια υπομονή η Μάγδα Φύσσα (χωρίς να κάνει κόμμα, χωρίς να κάνει απεργία πείνας, χωρίς να συρθεί από δικηγόρους – πολιτικούς με προφανές συμφέρον) για να ακούσει ένα αποτέλεσμα που την ικανοποίησε απολύτως.

ΔΥΣΤΥΧΩΣ, η κοινή γνώμη έχει ήδη αποφασίσει ότι «δικαιοσύνη δεν υπάρχει στην Ελλάδα». Το διαβάζει κανείς στα social media, το ακούει στις συζητήσεις. Το διακινούμε οι δημοσιογράφοι πρωτίστως, γιατί «τρέχουμε» πίσω από τα πολλά κλικ κι από τους δείκτες τηλεθέασης. Το να πας «κόντρα στο ρεύμα» ισοδυναμεί στις μέρες μας, με το να πας στην εξέδρα του Ολυμπιακού με κασκόλ του Παναθηναϊκού. Όσα υβριστικά διαβάζουμε στα socialmedia εναντίον του Νίκου Πλακιά που έχασε τρία παιδιά και τολμά να αρθρώσει τον δικό του – διακριτό λόγο, αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Ας ελπίσουμε ότι το δικαστήριο θα «κλείσει στόματα» και για να γίνει αυτό, χρειάζεται όλοι να είμαστε περισσότερο λογικοί.

Ακολουθήστε το onlarissa.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις
Ετικέτες