ΛΑΡΙΣΑ
ΙΑΣΩ Θεσσαλίας: Η καρωτιδική νόσος, ένας «σιωπηλός κίνδυνος»

Δεν είναι λίγες οι φορές που η καρωτιδική νόσος ανακαλύπτεται μετά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο του οποίου δυστυχώς είναι συχνά η μοναδική αιτία. Αυτή η «κατόπιν εορτής» διάγνωση, είναι εξαιρετικά στενάχωρη στην καθημερινότητα μας, καταρχάς γιατί μας φέρνει αντιμέτωπους με ασθενείς (και τις οικογένειές τους) που έχουν υποστεί ένα μεγάλο σοκ από τη νέα πραγματικότητα που προκαλεί αυτό το ισχαιμικό επεισόδιο, αλλά κυρίως γιατί είναι μια κατάσταση που με σωστή πρόληψη μπορεί εύκολα να αποφευχθεί. Και σκεφτόμαστε πάντα, ότι είναι κρίμα με τα μέσα που μας διαθέτει σήμερα η επιστήμη της ιατρικής, να αποτελεί η καρωτιδική νόσος την αιτία ενός εγκεφαλικού επεισοδίου.
Να δούμε όμως λίγο τα πράγματα πιο αναλυτικά. Οι καρωτίδες είναι οι βασικές αρτηρίες που αιματώνουν τον εγκέφαλο. Οι κοινές καρωτίδες διαπερνούν τον λαιμό και στη μεσότητα αυτού, περίπου ή λίγο πριν από την κάτω γνάθο, χωρίζονται στην έξω και έσω καρωτίδα. Οι στενώσεις της έσω και της κοινής καρωτίδας είναι αυτές που διαδραματίζουν τον βασικότερο ρόλο στην αιμάτωση του εγκεφάλου.
Όπως και στις υπόλοιπες αρτηρίες του οργανισμού υπό την επίδραση παραγόντων κινδύνου, όπως το κάπνισμα, ο διαβήτης, η υπερλιπιδαιμία και η υπέρταση, μπορεί να δημιουργηθούν στο εσωτερικό τους αθηρωματικές πλάκες, οι οποίες προκαλούν στένωση του αυλού και διαταράσσουν τη ροή του αίματος προς τον εγκέφαλο. Όσο μεγαλώνει αυτή η πλάκα, αυξάνεται η πιθανότητα να δημιουργηθεί πάνω της κάποιος θρόμβος ή να αποσπαστεί ένα κομμάτι της, το οποίο παρασυρόμενο από τη ροή του αίματος μπορεί να “σφηνωθεί” σε μία εγκεφαλική αρτηρία και να προκληθεί το λεγόμενο ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Με τον όρο «καρωτιδική νόσος», λοιπόν, αναφερόμαστε στη στένωση ή απόφραξη των κοινών ή έσω καρωτιδικών αρτηριών.
Συμπτώματα
Όπως διαβάζουμε και στον τίτλο του άρθρου, η καρωτιδική νόσος αποτελεί πράγματι έναν «σιωπηλό κίνδυνο» γιατί ακριβώς δεν δίνει συμπτώματα για πολύ καιρό και δυστυχώς, συχνά η πρώτη εκδήλωση είναι ένα εγκεφαλικό επεισόδιο. Σε κάποιες περιπτώσεις όμως, εκδηλώνεται με συμπτώματα όπως: ξαφνική μείωση ή απώλεια της όρασης, μούδιασμα ή αδυναμία σε μία πλευρά του σώματος, δυσκολία στην ομιλία ή λιποθυμικό επεισόδιο, τα οποία μπορεί να διαρκέσουν από λίγα λεπτά μέχρι και λίγες ώρες και χαρακτηρίζονται ως παροδικό ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο. Σε κάθε περίπτωση, έχει μέγιστη σημασία η αναγνώριση αυτών των προειδοποιητικών σημαδιών και η έγκαιρη διερεύνησή τους.
Διάγνωση
Η διάγνωση στηρίζεται στον υπέρηχο (έγχρωμη υπερηχητική αρτηριογραφία ή triplex) των αγγείων του τραχήλου. Η εξέταση αυτή επιτρέπει να καθοριστεί με μεγάλη ακρίβεια ο βαθμός στένωσης. Παρόλο που δεν υπάρχει επιστημονική οδηγία για να γίνεται η εξέταση αυτή προληπτικά σε όλους, είναι σημαντικό να γίνεται σε ασθενείς με επιβαρυμένο καρδιαγγειακό προφίλ (κάπνισμα, διαβήτης, υπερλιπιδαιμία, υπέρταση, έμφραγμα στο παρελθόν κ.ο.). Σε περίπτωση διαγνωστικών αμφιβολιών ή προγραμματισμού επέμβασης απαιτείται περαιτέρω έλεγχος με μαγνητική ή αξονική αγγειογραφία.
Μέθοδοι θεραπείας
Η θεραπεία εξαρτάται από τον βαθμό στένωσης της έσω ή κοινής καρωτίδας και από το αν έχουν προηγηθεί συμπτώματα. Ανεξάρτητα, όμως, από τη θεραπεία της στένωσης, πολύ σημαντικό ρόλο παίζει και η προφυλακτική φαρμακευτική αγωγή κατά της αρτηριοσκλήρωσης. Βασικοί πυλώνες αυτής είναι η λήψη ενός αντιαιμοπεταλιακού παράγοντα, καθώς και ενός αντιυπερλιπιδαιμικού φαρμάκου κατά της χοληστερίνης. Σημαντικός είναι επίσης ο έλεγχος των παραγόντων κινδύνου, όπως η διακοπή του καπνίσματος, η θεραπεία της υπέρτασης και ο έλεγχος του διαβήτη.
Γενικά, χειρουργική αντιμετώπιση συνιστάται σε ασυμπτωματικούς ασθενείς, όταν η στένωση είναι >7Ο%, ενώ σε συμπτωματικούς, όταν η στένωση είναι >5Ο%. Τα παραπάνω όρια δεν είναι απόλυτα, αλλά λαμβάνονται υπόψη κι άλλοι παράγοντες, όπως η ηλικία, το φύλο, και τυχόν συνυπάρχουσες παθήσεις, όπως η στεφανιαία νόσος.
Χειρουργική αντιμετώπιση
Υπάρχουν δύο επιλογές χειρουργικής αντιμετώπισης, η κλασική «ανοιχτή» ενδαρτηρεκτομή και η ενδαγγειακή προσέγγιση με τοποθέτηση stent.
Στην κλασική μέθοδο, η οποία αποτελεί ακόμη τον «χρυσό κανόνα» της χειρουργικής αντιμετώπισης, γίνεται η διάνοιξη του αγγείου κατά μήκος από την κοινή καρωτίδα μέχρι και την έσω καρωτίδα, η αφαίρεση της πλάκας και το κλείσιμο της τομής.
Η ενδαγγειακή αντιμετώπιση συνίσταται στη διάνοιξη του στενωμένου τμήματος της καρωτίδας με την τοποθέτηση ενός ενδονάρθηκα (stent), ο οποίος προωθείται μέσω της μηριαίας αρτηρίας χωρίς χειρουργικές τομές. Αν και η ενδαγγειακή μέθοδος είναι σαφώς λιγότερο επεμβατική, ενέχει μεγαλύτερους κινδύνους επιπλοκών, κυρίως εγκεφαλικό επεισόδιο κατά τη διάρκεια της επέμβασης, οπότε εφαρμόζεται σε ειδικές μόνο περιπτώσεις.
Και οι δύο αυτές επεμβάσεις διενεργούνται από την ομάδα μου με τοπική αναισθησία, γεγονός που μας επιτρέπει να παρακολουθούμε τη λειτουργία του εγκεφάλου σε όλες τις φάσεις του χειρουργείου και να επεμβαίνουμε με ασφάλεια, αν αυτό χρειαστεί. Ο ασθενής μπορεί να επιστρέψει στο σπίτι του την επόμενη ημέρα από την επέμβαση.
Dr. med. Νεκτάριος Γαλάνης
Αγγειοχειρουργός
Διευθυντής Α´ Αγγειοχειρουργικής Κλινικής ΙΑΣΩ Θεσσαλίας
Επίκουρος Καθηγητής Ιατρικής ΑΠΠΣ, Αριστ. Πανεπ. Θεσσαλονίκης

Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις





