ΛΑΡΙΣΑΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ
Γιάννης Καλλιμάνης: Ο Λαρισαίος dj που συνεχίζει να γράφει ιστορία – Η διαδρομή από τα υπόγεια στη χλιδή και η διασκέδαση στη νύχτα της Λάρισας (φωτο)

Με 45 πλέον χρόνια πορείας στη νυχτερινή (και όχι μόνο) ζωή της Λάρισας, το όνομα του Γιάννη Καλλιμάνη είναι πλέον άμεσα συνυφασμένο με τη διασκέδαση αυτού του τόπου. Ο ίδιος, πραγματοποιεί την ανασκόπηση του στο onlarissa.gr, ξετυλίγοντας το κουβάρι του DJing δεκαετιών, σε μία συζήτηση – αναδρομή αναφορικά με την ιστορία του επαγγέλματος στην Ελλάδα.
Μεταξύ άλλων, αναφέρεται στα πρώτα του – ερασιτεχνικά βήματα, στα αγαπημένα του μαγαζιά που έπαιξε, ενώ δε διστάζει να εξιστορήσει διηγήσεις οι οποίες περιγράφουν περιστατικά με θαμώνες μιας άλλης εποχής.
Όλα αυτά με κατάληξη το σήμερα, όπου αν μη τι άλλο το τοπίο έχει αλλάξει άρδην στο κομμάτι του «περνάω καλά», γεγονός το οποίο τον ώθησε στο να στραφεί και ο ίδιος σε διαφορετικές επαγγελματικές διόδους, οι οποίες του διασφαλίζουν τόσο οικονομική ευημερία, όσο και συνέχεια στη δημιουργικότητα του.

Συνέντευξη στον Αντώνη Νιανιά
«Νύχτα δουλεύει… μπλεγμένος είναι»
Στο ξεκίνημα της κουβέντας και ερωτηθείς για τα πρώτα του βήματα, αλλά και την αντιμετώπιση που είχε από τον περίγυρο του, ανέφερε: «Το “μικρόβιο” προήλθε από τον πατέρα μου, καθώς μεγάλωσα σε καλλιτεχνικό περιβάλλον με τον ίδιο να είναι μουσικός. Ήταν το άγνωστο αυτό που με εξίταρε και στην πορεία ότι θα είχα τη δυνατότητα να φεύγω από τη Λάρισα για να πηγαίνω σε νησιά ή μεγαλύτερες πόλεις.
Οι συνομήλικοι μου με αντιμετώπιζαν με ενθουσιασμό, οι γονείς μου έβλεπαν αυτό που κάνω σαν χόμπι, αλλά το πραγματικά δύσκολο είχε να κάνει με το πως με εκλάμβαναν οι συνομήλικοι τους. Υπήρχε ακόμη το στίγμα, ότι δουλεύω νύχτα, άρα είμαι αλήτης… μπλεγμένος κλπ. Πρόκειται για τις δεκαετίες των 70′ και 80′, τότε που οι ντισκοτέκ ήταν στο απόγειο τους».
«Πατεράδες έπαιρναν τις κόρες τους νωρίς από τις ντισκοτέκ»
Εν συνεχεία, καλούμενος να περιγράψει το κλίμα στη νυχτερινή ζωή της πόλης εκείνων των εποχών, ήταν αν μη τι άλλο κατατοπιστικός: «Όπως προανέφερα η κύρια μορφή διασκέδασης ήταν οι ντισκοτέκ, υπό το πρίσμα ότι την υπόλοιπη ημέρα υπήρχαν τα καφέ, όχι όπως σήμερα όπου υπάρχει η εναλλακτική των μπαρ. Κυρίαρχο συστατικό ο χορός, ενώ δουλεύαμε επτά μέρες την εβδομάδα. Τις καθημερινές ξεκινούσαμε και νωρίς, τύπου οκτώ η ώρα, καθώς αρκετοί πατεράδες πήγαιναν τις κόρες τους στα μαγαζιά και επέστρεφαν για να τις παραλάβουν στις 11. Τα Σαββατοκύριακα ήταν διαφορετικά, καθώς την επόμενη μέρα δεν υπήρχε η υποχρέωση του σχολείου».
Από τα υπόγεια στη… χλιδή
Στο κεφάλαιο – αγαπημένα μαγαζιά – στη Λάρισα, ξεδίπλωσε τον πάπυρο νυχτερινών κέντρων – θρύλων του νομού, λέγοντας: «Καλό είναι να σταθούμε στη μεταβατική περίοδο, όταν οι ντισκοτέκ έφυγαν από τα υπόγεια και μπήκαν εντονότερα στην επιχειρηματική δραστηριότητα του τόπου, με τους ιδιοκτήτες να δημιουργούν εντυπωσιακούς χώρους στα πρότυπα του εξωτερικού. Με άλλα λόγια φύγαμε από τα σκοτεινά μέρη της δεκαετίας του 70′ και οδηγηθήκαμε σε άλλα, γεμάτα καθρέφτες, έντονο φωτισμό κλπ.
Σίγουρα Νο1 στην καρδιά μου είναι το Studio 53, διότι σηματοδοτεί την περίοδο που έφυγα από τα υπόγεια και… πήγα πάνω. Όταν ακολούθησε η εμφάνιση των κλαμπ, το Μονοπώλιο με κέρδισε και εν συνεχεία το Hoya (Αγία Μαρίνα), όπως και το Kasbah, το οποίο θεωρώ δικό μου παιδί. Υπό το πρίσμα ότι η διακόσμιση του ήταν δική μου παρέμβαση, με έντονο το ανατολίτικο στοιχείο που ήταν τότε της μόδας. Άξιο αναφοράς ήταν και το χειμερινό Privilege».

«Θαμώνας έφαγε μπουνιά και απογειώθηκε σαν τα κόμικς»
Ακολούθως, ζητώντας του να περιγράψει τη συμπεριφορά των θαμώνων παλαιότερων δεκαετιών: «Προ μνημονίων και ιδιαίτερα μέχρι τις αρχές του 2000, ο κόσμος έβγαινε κάθε μέρα… πήγαινε στο μαγαζί αποφασισμένος να διασκεδάσει. Δεν κακολογώ βέβαια τα σημερινά παιδιά που δε χορεύουν ή επιλέγουν που θα ξενυχτίσσουν χωρίς να λαμβάνουν υπόψιν το τι μουσική θα ακούσουν. Μεγάλωσαν με διαφορετικά βιώματα και οι εποχές αλλάζουν…
Τότε σκέψου δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα, το 1997 ήμουν από τους πρώτους στη Λάρισα που διέθετε ένα και ήταν μία γκουμούτσα. Έπαιρνε μόνο τηλέφωνα και έστελνε μηνύματα, άρα δεν αποσπούσε ιδιαίτερα την προσοχή. Το είχαμε μέσα στην τσέπη ή την τσάντα. Επίσης πιο σκληρή εποχή, έχω αντικρίσει κωμικοτραγικές καταστάσεις όλα αυτά τα χρόνια. Για παράδειγμα όταν έπαιζα στη Σάμο, είδα άνθρωπο να τρώει μπουνιά και να απογειώνεται όπως, βλέπαμε στα κόμικς (σ.σ. γέλια)».
«Από Tiesto κληθήκαμε να παίζουμε Καρρά»
Γεφυρώνοντας το τότε με το σήμερα και έχοντας διαφοροποιήσει σε μεγάλο βαθμό την επαγγελματική του δραστηριότητα, κλήθηκε να αναφερθεί στο κομμάτι των… γάμων, οι οποίοι πλέον αποτελούν μία εκ των βασικών πηγών εισοδήματος του: Όταν ξεκίνησε να μπαίνει έντονα το λαϊκό στοιχείο στο κλαμπ, αποφάσισα ότι αυτό είναι κάτι που δε με εκφράζει. Υπό το πρίσμα ότι εγώ συνήθιζα (όντας επηρεασμένος και από DJs του 2000 όπως οι Tiesto και van Buuren), να παίζω στις επτά το πρωί progressive και trance. Ε, μετά από ένα σημείο μου ζητήθηκε να παίζω Βασίλη Καρρά. Δεν είναι θέμα ότι σνομπάρω τη εν λόγω μουσική, ίσα ίσα…
Κάπως έτσι ξεκίνησα να το γυρίζω, πηγαίνοντας ως guest σε bar – restaurants, χώρους στους οποίους μπορούσα να περνάω τη μουσική που πρέπει. «Εν συνεχέια ήρθε και η συνειδητοποίηση ότι αυτό είναι το επάγγελμα μου, ότι είναι η μόνο δίοδος για να βιοποριστώ, οπότε αποφάσισα να στραφώ στις γαμήλιες τελετές. Αφότου πραγματοποίησα έρευνα για το πως διεξάγονται αυτές στο εξωτερικό και συνειδητοποίησα ότι χρειάζονται ομάδα ατόμων, αλλά και εξοπλισμός (π.χ. φώτα, ήχο, σκηνή κλπ.), έκανα τα βήματα που χρειαζόταν, ώστε να διατηρώ τα τετελευταία χρονια την επιχείρηση μου, GK Events.
Τον γάμο τον θέλω ιδιαίτερο, να έχει άποψη και αισθητική, να είναι νεανικός, μακριά από τα τετριμμένα παλαιότερων εποχών. Με βοηθά και το δημιουργικό μου κομμάτι, από πλευράς στησίματος, καθώς μικρός ήθελα να γίνω διακοσμητής, αλλά η μάνα μου δεν μου το επέτρεψε, κουβαλώντας τότε τα μυαλά μιας άλλης εποχής».

Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις





