ΛΑΡΙΣΑΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ
Χρήστος Παπανικολάου: «Εγώ στην ουσία είμαι ο Κουασιμόδος του Καθεδρικού στα Τίρανα…»

Συναντηθήκαμε στην Πινακοθήκη στη βράβευσή του στα πλαίσια του θεσμού τιμητικής βράβευσης προσωπικοτήτων του πολιτισμού που έγινε για πρώτη φορά φέτος από την Περιφέρεια Θεσσαλίας. Τον ξέρω χρόνια, τον βλέπω σπάνια.
Την προσοχή μου τράβηξε ένα σημείο από την προσφώνηση της Κυριακής Σπανού πριν τον καλέσει να παραλάβει το βραβείο… «Όταν είδα το παρεκκλήσι αναλογίστηκα όχι μόνο τον καθαρό σωματικό μόχθο όταν ζωγραφίζεις σε κάθε πιθανή στάση του σώματος τις επιφάνειες αυτές αλλά και το πώς δάμασε το χρόνο ολοκλήρωσης ενός καλλιτεχνικού έργου, για τόσα χρόνια, τη θηριώδη συγκέντρωση να συνεχίζεις επί χρόνια την εκτέλεση ενός ενιαίου έργου ενώ εσύ αλλάζεις σαν άνθρωπος».
Της Εύης Μποτσαροπούλου
Όταν μιλήσαμε στο τέλος της εκδήλωσης μου είπε πως «Υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι, αυτοί που μπήκαν στο παρεκκλήσι και αυτοί που όχι».
Ήμουν εξαιρετικά κουρασμένη αλλά η τοποθέτησή αυτή με ενεργοποίησε. Ήρθε και κούμπωσε στα λόγια της Σπανού.
Στις οχτώ το απόγευμα δώσαμε ραντεβού σε μία ώρα για να κάνουμε συνέντευξη. Έτσι, στα ξαφνικά. Ας βρεθούμε και βλέπουμε τι θα βγει. Είπαμε.
Τελικά, είπαμε πολλά. Όλη την ιστορία ουσιαστικά. Εκείνος διηγούνταν. Δεν χρειάστηκε πολλές φορές να διακόψω με ερωτήσεις. Βγήκε. Τελικά. Πολλά τα κρατάω για μένα. Κάποια δεν τα συμπεριλαμβάνω. Είχα μείνει χάσκων, εν εκστάσει, και δεν εσκεπτόμην πλέον τα επίγεια… που λέει και ο Παπαδιαμάντης. Κράτησα τα πραγματικά σημαντικά. Την κατάθεσή του. Τα μη επίγεια.
«Από ένα σημείο και μετά εγώ δεν ζωγράφιζα, ένιωθα πως μελετάω τον Αναστάσιο· πως σκέφτεται, πως λειτουργεί, πως αντιδρά. Ένα από τα μεγαλύτερα σχολεία στη ζωή μου».
27 χρόνια πέρασαν. Το 1999 ανέβηκε Τίρανα.
Το σκηνικό ξεκινάει ως εξής… Πριν από 29 χρόνια περίπου δέχεται ένα τηλεφώνημα, μια πρόταση-πρόκληση. Να οργανώσει ένα τμήμα στη σχολή Καλών Τεχνών στα Τίρανα.
Ο Αναστάσιος είχε πάει λίγο νωρίτερα το 1991. Δεν ήταν ακόμη Αρχιεπίσκοπος. Πηγαίνοντας σε εκείνο τον τόπο έχει να λύσει βασικά θέματα που απασχολούν τους ανθρώπους και έχουν να κάνουν με την καθημερινότητα, με την επιβίωση. Να φέρει νερό, να φτιάξει έναν δρόμο. Δεν έχει την πολυτέλεια να σκεφτεί το παραπέρα, δεν έχει ούτε έναν παπά ούτε μια εκκλησία. Πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού του έχει το όραμα, μόλις καταφέρει να βάλει σε τάξη όλο αυτό το σύστημα, να κάνει στην πρωτεύουσα έναν Καθεδρικό Ναό και ένα Πανεπιστήμιο. Σαν πανεπιστημιακός καθηγητής είχε πάντα μια ιδιαίτερη ευαισθησία για την εκπαίδευση. Έτσι κάποια στιγμή ξεκινά αυτό το περίφημο Πανεπιστήμιο και μέσα σε αυτό θέλει να υπάρχει και Σχολή Καλών Τεχνών. Με δύο τμήματα. Το ένα από αυτά είναι το τμήμα από το οποίο θα βγαίνανε οι πρώτοι εικονογράφοι σε ένα τοπίο που δεν υπήρχαν για 40 ολόκληρα χρόνια.
«Και τότε έρχεται η πρόκληση να κάνω ένα πρόγραμμα σπουδών από την αρχή, να το στήσω και να το τρέξω. Όμως το πιο σημαντικό είναι ότι θα γινόμουν συνεργάτης μιας προσωπικότητας που πάντα θαύμαζα». Δεν γνωριζόντανε προσωπικά με τον Αρχιεπίσκοπο αλλά ο Χρήστος είχε διαβάσει βιβλία του και τον είχε ακούσει σε αμφιθέατρα.

Για δυο ολόκληρα χρόνια δεν έλεγε ούτε ναι ούτε όχι. Πώς να πας το 1997 να εγκατασταθείς στην Αλβανία; Κάποια στιγμή ανεβαίνει στα Τίρανα. Ήταν η πρώτη συνάντηση. Στο γραφείο του έγινε. «Εγώ τότε ήμουν νέος και αρχίζω να μιλάω… και σκέφτομαι το ένα και σκέφτομαι το άλλο… Εκείνος με άκουγε και μου λέει “όταν ήρθα σε αυτό εδώ τον τόπο δεν με ενδιέφερε ποτέ να φέρω οτιδήποτε περίσσευε στο πολιτισμό, αλλά εκείνο που πάντα με ενδιέφερε ήταν το άριστο”». Έτσι ξεκίνησε η σχέση τους. Με τον Παπανικολάου να σταματάει αρχικά να μιλάει. Περίσσευε…
Το Σεπτέμβριο του 1999 ξεκινά το Τμήμα. «Είναι το κορυφαίο τμήμα γιατί έχω πάρει τους κορυφαίους καθηγητές από τη Σχολή Καλών Τεχνών. Ξεκινάω τότε από ανατομία και χημεία των χρωστικών και φτάνω τα εργαστηριακά όπου κάθομαι και γω στο καβαλέτο». Επί 12 χρόνια το κάνει. Είναι συνεχώς μέσα σε ένα αεροπλάνο και πηγαινοέρχεται. Περίπου το μισό μήνα είναι στα Τίρανα.
Κάποια στιγμή ολοκληρώνεται το συγκρότημα του Καθεδρικού, ένας πολυχώρος ουσιαστικά με έναν Καθεδρικό Ναό, ένα κέντρο πολιτισμό, ένα αμφιθέατρο «ένα από τα δέκα κορυφαία στον κόσμο από άποψη ακουστικής», ένα συνοδικό μέγαρο, ένα καμπαναριό «για αυτό θα σου μιλήσω όταν θα έρθεις στα Τίρανα» και το παρεκκλήσι.

Το Παρεκκλήσι…
Τότε ο Αρχιεπίσκοπος τον πάει να το δει, το παρεκκλήσι, για πρώτη φορά. «Εγώ μπαίνω μέσα σε ένα λευκό τοπίο και εκεί μέσα εγώ πρέπει να δω πράγματα. Καλούμε στη συγκεκριμένη αρχιτεκτονική να βρω λύσεις. Πολύ μεγάλη πρόκληση».
Ο Χρήστος Παπανικολάου δεν κάνει ναούς, δεν είναι αυτό το αντικείμενό του. Το 2001 κάνει βέβαια την «Έξοδο», μια εικαστική εγκατάσταση στο παρεκκλήσι της θεραπευτικής κοινότητας «Έξοδος» στη Λάρισα, στο χώρο της παλιάς Παιδόπολης που έγινε επί Φρειδερίκης. Υπήρχε ήδη ο χώρος, σε στυλ μπαρόκ ροκοκό, εκεί που ήταν το σχολείο. Στο παλιό παρεκκλήσι που κατέληξε ερειπιώνας, αφήνουν ελεύθερο τον Παπανικολάου να κάνει κάτι μίνιμαλ – αυτό θέλαν άλλωστε και οι άνθρωποι της «Εξόδου». Και ο Χρήστος διαπραγματεύεται με σύγχρονα υλικά, με μέταλλο και πλέξι γκλάς, παίζει με το φως. Μέχρι σήμερα θεωρείται ό,τι πιο σύγχρονο ως εικαστική εγκατάσταση – «πρόσεξε τους όρους, όχι σαν διακόσμηση» μου λέει – σε ορθόδοξο ναό στον κόσμο. Τόσο που προβληματίστηκε μήπως κάποιοι εκκλησιαστικοί κύκλοι με μεγαλύτερες αγκυλώσεις το θεωρούσαν κάτι εξεζητημένο. Πρότεινε να μην πάει ο Μητροπολίτης στα εγκαίνια, δεν ήθελε να ξεκινήσει κάποιο θέμα που δεν θα είχε σχέση με την ουσία της κατάστασης. Πήγε όμως ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος. Μετά.
Το 2005, η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας επί προεδρίας Μαλίζου ανακήρυσσει επίτιμο διδάκτορά της τον μεγάλο Αναστάσιο. Μετά τη λήξη της τελετής αναγόρευσης στο κτίριο της Κλινικής Κατσίγρα στην πλατεία Ταχυδρομείου, έδρα τότε της Ιατρικής, πάνε όλοι μαζί στην «Έξοδο». Οι δημοσιογράφοι περιμένουν στην είσοδο να βγει ο Αναστάσιος από το παρεκκλήσι. Υπάρχει άκρα του τάφου σιωπή, εκείνος βγαίνει και λέει… «Μια ζωντανή θρησκεία, όπως και μια ζωντανή τέχνη, δεν είναι ποτέ στατική. Εξελίσσεται».
Αυτή η αντίληψη του Αναστάσιου βγαίνει και στην αρχιτεκτονική του Καθεδρικού στα Τίρανα.
Ο Αναστάσιος ήταν ένας άνθρωπος απόλυτα πραγματιστής. Την πρώτη μέρα που είχαν συναντηθεί, τότε που τα πολλά λόγια περίσσευαν, του είπε πως δεν έχουν ένα βάθος 5ετίας στη διάθεσή τους, έχουν ένα χρόνο. «Ο άνθρωπος που θέλει όλα να τελειώνουν χθες, που έχει τελειώσει έναν Καθεδρικό μέσα σε 7 χρόνια ενώ άλλοι θα χρειαζόταν δεκαετίες, ένας άνθρωπος που έχει λόγο για την παραμικρή λεπτομέρεια, για το τελευταίο πόμολο, αφήνει το ζωγράφο του να κρατήσει κλειδωμένη την πόρτα πάνω από δέκα χρόνια στο παρεκκλήσι. Δεν κάνει καμιά παρέμβαση. Αυτό είναι το συγκλονιστικό που θα δουν οι ιστορικοί του μέλλοντος και θα το αναλύουν για την τεράστια προσωπικότητα του Αναστάσιου» μου λέει ο Παπανικολάου.
Κάνει παύση, πίνει μια γουλιά ουίσκι και αφήνει αυτό που ειπώθηκε να πάρει το χώρο του. Στο χώρο, σε εκείνον, σε μένα. Τον παρακολουθώ. Μέχρι εκείνη τη στιγμή μιλά αργά, αλλά με ροή, χωρίς διακοπές.

«Πρόσβαση είχε στον χώρο, αλλά συνειδητά δεν έμπαινε, συνειδητά με άφηνε» αρχίζει πάλι να μιλά. «Έχω ζήσει σκηνικά όπου στήνεται ένα ψηφιδωτό και όλο κατεβαίνει κάποια στιγμή γιατί είναι τελείως διαφορετική η αντίληψη του Αρχιεπισκόπου για τα πράγματα. Αυτός ο άνθρωπος που έχει αλλάξει τα πάντα, δεν έχει κάνει την παραμικρή παρέμβαση στο ζωγράφο του. Είναι συγκλονιστικό».
Μου εξηγεί πως εκείνος, ο Χρήστος, δεν έχει καμία σχέση με τον κόσμο που κάνει ναούς· έναν κόσμο καθαρά εμπορικό. Πως δεν του άρεσε ποτέ η επονομαζόμενη βυζαντινή ζωγραφική. Την έβρισε μια αντιγραφική διαδικασία που στην καλύτερη περίπτωση θα μπορούσε να θεωρηθεί διακοσμητική. Όχι τέχνη. «Δεν υπάρχει τέχνη όταν ακολουθείς τη λογική της μανιέρας. Υπάρχει δηλαδή ένα ύφος, αλλάζουμε τα μαλλιά και τα ρούχα και πασαλείβουμε τετραγωνικά για τετραφωνικά με πλαστικό χρώμα. Εμένα η αντίληψη μου είναι τελείως διαφορετική». Οι άνθρωποι στην «Έξοδο» του δώσανε την ευκαιρία να εκφραστεί όπως ήθελε. Άλλο το μέγεθος. Όταν αυτό συμβαίνει στον Καθεδρικό μιας χώρας – ο Αρχιεπίσκοπος μετά το παρεκκλήσι του είχε ζητήσει να μπει στον Καθεδρικό – είναι συγκλονιστικό. Έχει μια πολύ συγκεκριμένη αντίληψη για την κλίμακα ο Παπανικολάου. «Η κλίμακα του ανθρώπου είναι αυτή που βγαίνει στο παρεκκλήσι. Στον Καθεδρικό τα πράγματα είναι στην νιοστή. Έχεις ένα Χριστό που είναι 3,44 μέτρα όσο το ύψος δηλαδή δύο ανθρώπων. Δεν ήθελα ποτέ να μπω στον Καθεδρικό. Ο Αρχιεπίσκοπος μου έλεγε ότι πρέπει να το κάνω. Δεν ξέρω γιατί το έκανα. Καταλάβαινα ότι αυτό θα ήταν ο τάφος μου… ή κάτι πάρα πολύ σπουδαίο».

Με κοιτάει, «όταν θα έρθεις στα Τίρανα, θα συνειδητοποιήσεις ότι το παρεκκλήσι δεν είναι τίποτα άλλο εκτός από ένα εργαστήρι έρευνας». Ένας χώρος, μου εξηγεί, όπου τίποτα δεν είναι δεδομένο, όπου όλα ανά πάσα ώρα και στιγμή αναπλάθονται, αναπροσαρμόζονται, λειτουργώντας είτε προσθετικά είτε αφαιρετικά. «Και αυτό δεν συμβαίνει στα «ένδοξα Παρίσια», συμβαίνει σε μια χώρα την οποία μέχρι προχθές δεν την ήξερε κανείς».
Μου το είχε πει όταν κανονίζαμε να συναντηθούμε και να μιλήσουμε… «Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: αυτοί που έχουν μπει στο παρεκκλήσι και αυτοί που όχι». Αρχίζω και το κατανοώ. Κυρίως ότι πρέπει να μπω. Άμεσα.
Ο πρώτος άνθρωπος που επιτρέπει να μπει στο παρεκκλήσι είναι ένας συνάδερφός του από τη Σχολή Καλών Τεχνών, καθηγητής multimedia και videoart, o Vladimir Myrtezai. Αυτός είναι που γράφει την πρώτη ανάλυση για το παρεκκλήσι. Χρησιμοποιεί για πρώτη φορά ένα όρο που καθιερώνεται… χιλιοστομετρική ανάλυση του τετραγωνικού. «Όταν αυτό γράφτηκε χρειάστηκαν περίπου δύο μήνες για να μεταφραστεί στα ελληνικά».
Πώς να κατανοήσεις τι είναι αυτό ενώ δεν μπορείς καν να το μεταφράσεις; Ο Παπανικολάου προσπαθεί, να μου το εξηγήσει. «Αυτός ο κόσμος μέσα στο παρεκκλήσι είναι κτισμένος με δισεκατομμύρια πινελιές. Δεν αντιγράφεται. Εγώ ποτέ δεν θα μπορέσω να ξανακάνω ένα τέτοιο έργο· για αυτό το παρεκκλήσι είναι ένα έργο σταθμός».

Ενώ ο Καθεδρικός στα Τίρανα είναι καθημερινά ανοιχτός και επισκέψιμος από την ανατολή μέχρι τη δύση – είναι ο νούμερο ένα επισκέψιμος τόπος στην Αλβανία – το Παρεκκλήσι παραμένει κλειδωμένο. Ανοίγει μόνο σε ειδικές περιπτώσεις. Και γιατί δεν έχει γίνει η πρώτη παγκόσμια παρουσίαση του έργου, και γιατί παραμένουν ανολοκλήρωτες λεπτομέρειες, και γιατί δεν έχει φωτογραφηθεί να βγει ο τόμος. Και γιατί δεν έχει θωρακιστεί με ειδικούς κανονισμούς λειτουργίας για να μπορέσει να ανοίξει για το κοινό. «Είναι κάτι υπερευαίσθητο, για αυτό και ιδιαίτερο. Όταν με ρωτήσαν πόσοι άνθρωποι μπορούν να είναι μέσα ταυτόχρονα, απάντησα ένας. Γιατί ένας ακόμη, εκτός από το θεατή, θα είναι μέρος της εγκατάστασης» μου λέει και ο πόθος μου να μπω αυξάνει. «Πρέπει να έρθεις» μου ξαναλέει. «Για να καταλάβεις· όλα αυτά που συζητάμε τώρα».
Παύση.
Από πίσω ακούγεται μια παρέα ηλικιωμένων που τραγουδά, μέλη μιας χορωδίας· είναι από την αρχή στο χώρο, εκείνοι και μεις.
Είναι περίεργη η ατμόσφαιρα.
Συνέχεια μπαίνει στο παρεκκλήσι και κάτι κάνει μου λέει. «Δεν υπάρχει ένα σημείο που λες φτάνει, τέλος· βάζω τελεία;»… τον ρωτάω. «Δεν έχω φτάσει ακόμα εκεί». «Πως το αντέχεις; Δεν σε κατατρώει;»… «Έχω περάσει στην απάθεια. Ζούσα σε μια κατάσταση απόλυτης εγρήγορσης όσο ζούσε ο Αρχιεπίσκοπος γιατί ήθελα να το δει εκείνος. Ξέρεις είναι ένα έργο που θα μπορούσε να γίνει 7 αιώνες πριν· τότε που οι μεγάλοι τεχνίτες κάναν σε ολόκληρη τη ζωή τους δύο έργα».
«Ζω σε ένα δικό μου σύμπαν. Ίσως για αυτό δεν τελειώνει ποτέ κάτι, συνεχώς βλέπω το παραπέρα. Αυτό από μόνο του δεν λέει τίποτα. Το θέμα είναι να υπάρχει δίπλα ένας τεράστιος Αναστάσιος που θα σου δώσει το περιθώριο να συμβαίνει αυτό. Να αποδομείς και να ανασυνθέτεις. Και γι΄ αυτό αυτή η συγκυρία μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι είναι τεράστια. Και γι΄ αυτό το παρεκκλήσι είναι αυτό που συζητάμε τώρα».

Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος, τα Νόμπελ και ο Μίκης Θεοδωράκης…
Αρχίζει να μου μιλά για τη λέξη «αέναος», τη σύνθετη που βγαίνει από το αεί και το αρχαίο ρήμα νάω που σημάνει ρέω. «Ο ασταμάτητος, ο ατελεύτητος, ο συνεχής. Αυτό ήταν για μένα ο Αναστάσιος. Το Αναστάσιο τον ανακαλύπτεις».
Με κοιτάζει· «κράτα το αυτό που θα σου πω τώρα» μου λέει. Περιμένω.
«Από ένα σημείο και μετά εγώ δεν ζωγράφιζα, ένιωθα πως μελετάω τον Αναστάσιο· πως σκέφτεται, πως λειτουργεί, πως αντιδρά. Ένα από τα μεγαλύτερα σχολεία στη ζωή μου».
Και αρχίζει να μου μιλά για εκείνον. Αλλιώς τώρα.
Μου λέει πως ο Αρχιεπίσκοπος ξεκινάει από το 2ο Αρρένων της Κυψέλης στην εποχή μετά τον πόλεμο. Είναι συμμαθητής με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο και τον Χρήστο Γιανναρά. Αργότερα στην ίδια παρέα είναι ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο Αλέκος Φασιανός. Μέσα από αυτή την παρέα, την εποχή των μεγάλων αναζητήσεων και των μεγάλων ζυμώσεων, αρχίζει και κάνει πράγματα. «Τότε, όπως έλεγε ο Αναστάσιος, υπάρχουν δύο δρόμοι· ο δρόμος της Αριστεράς που υπάρχουν όλες οι μεγάλες αλήθειες που μας συγκινούν ή ο δικός μου».
Σε διάφορες συνεντεύξεις του αναφερόταν σε εκείνες τις εποχές και σε προσωπικότητες που πάντα ήθελε να γνωρίσει, αλλά που δεν συναντήθηκαν ποτέ, όπως ο Λεωνίδας Κύρκος, ο Μίκης Θεοδωράκης. «Και έχω κάνει σκοπό της ζωής μου να γίνει η συνάντηση των δύο τιτάνων. Και όχι μόνο, των δύο Νόμπελ που δεν ήρθαν ποτέ». Και μου διηγείται ανοίγοντας παρένθεση…
Όταν ο Αρχιεπίσκοπος ανεβαίνει στα Τίρανα, ξεκινάει ο μεγάλος πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία και οι Κοσοβάροι Αλβανοί που εκτοπίστηκαν κατεβαίνουν στην Αλβανία, αλλά οι Αλβανοί δεν τους θέλουν. Τότε ο Αρχιεπίσκοπος στήνει πάνω από 2.000 ξύλινα σπιτάκια και φιλοξενεί πάνω από 2.500 οικογένειες δίνοντας τους δουλειά για δύο ολόκληρα χρόνια. Για αυτή του δράση προτείνεται για το Νόμπελ Ειρήνης. Προεξέχοντες είναι ακαδημαϊκοί και από την Ελλάδα και την Αλβανία και της πρωτοβουλίας ηγείται ο Νίκος Κωνσταντόπουλος. Την ίδια χρονιά προωθεί το Νόμπελ Ειρήνης του Μίκη Θεοδωράκη ο Γιώργος Λιάνης. Κάποια στιγμή μαθαίνονται οι δύο διεργασίες που αδυνατίζουν τελικά τις υποψηφιότητες. «Μέσα από αυτή τη συγκυρία ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος και ο Μίκης Θεοδωράκης είναι τα Νόμπελ που δεν ήρθαν ποτέ στην Ελλάδα».
Κλείνει την παρένθεση και επανέρχεται στο όνειρό του και φέρει σε επαφή τους δύο τους. Κάνει τρεις προσπάθειες. Την πρώτη φορά ο Αρχιεπίσκοπος είναι στην Καλαμάτα και φεύγει εκτάκτως για τα Τίρανα χωρίς τελικά να μείνει στην Αθήνα. Τη δεύτερη φορά που έχει κανονιστεί συνάντηση ακυρώνεται τελευταία στιγμή γιατί ο Μίκης ανεβάζει πυρετό. Ο Παπανικολάου τρελαίνεται· ξανά. Τους ξανατηλεφωνούν όμως και ζητούν κάποιος να πάει να παραλάβει κάτι που ο Θεοδωράκης έχει ετοιμάσει για τον Αρχιεπίσκοπο. Είναι τα δύο βιβλία του, ένας μπλε τόμος και ένας κόκκινος. «Στον έναν γράφει «Στον Μακαριότατο Αρχιεπίσκοπο Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας» Στον άλλο γράφει «Στον Αναστάσιο της καρδιά μας»…
Ένα χρόνο τελικά συναντιούνται στο σπίτι του Μίκη στην Αθήνα… «Ανεβαίνουμε στο δώμα που είναι η απόλυτη γωνία με θέα στην Ακρόπολη και μένουμε οι τρεις μας για δυόμιση ώρες. Και εκεί βλέπεις δύο τεράστιες προσωπικότητες, δύο διαφορετικούς κόσμους κι όμως υπάρχει ο απέραντος σεβασμός το ενός προς τον άλλο. Είναι η μεγαλύτερη εμπειρία της ζωής μου, αυτή η συνάντηση».
Και η ιστορία έχει συνέχεια. Ο αρχιεπίσκοπος σε εκείνη τη συνάντηση δείχνει στον Θεοδωράκη, σε ένα βιβλίο, το αμφιθέατρο που είναι κάτω από τον Καθεδρικό στα Τίρανα και του ζητά να πάει να παίξει. Να γίνει μια μεγάλη συναυλία. Και έγινε. Οργανώθηκε το 2017 προς τιμήν της επετείου των 30 χρόνων του Αναστάσιου ως Αρχιεπισκόπου στα Τίρανα. «Είναι η μεγαλύτερη στιγμή πολιτισμού της Αλβανίας των νεότερων χρόνων». Την προηγούμενη μέρα της συναυλίας ηθοποιοί, Έλληνες και Αλβανοί, απαγγέλουν μέσα στο Παρεκκλήσι ποίηση που έχει μελοποιήσει ο Θοδωράκης. «Μέσα είμαι μόνο εγώ και το γεγονός προβάλλεται έξω σε γιγαντοοθόνες. Δέος».
Τον παρατηρώ. Κι άλλο.
«Είσαι θρήσκος;» τον ρωτάω. «Το θρήσκος δεν μου αρέσει. Είμαι ένας άνθρωπος που νιώθει βαθύ ενδιαφέρον για την ορθόδοξη κουλτούρα, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τη σύγχρονη κοινωνία».
Σε αυτό το σημείο αρχίζει και μου μιλά για την κλίμακα, την έχει ζωγραφίσει και στο παρεκκλήσι, σαν να κάνει ελεύθερο συνειρμό. «Η κλίμακα είναι μια αναφορά στην Κλίμακα του Ιωάννη που στην ουσία περιγράφει τα διάφορα στάδια της πνευματικής ζωής που ανεβαίνει ένας μοναχός για να φτάσει στη θέωση. Υπάρχουν κάποιες εξαιρετικές τοιχογραφίες του 16ου αιώνα που μοναχοί ανεβαίνουν αυτή την κλίμακα· στη δικιά μου την κλίμακα δεν έχω μοναχούς αλλά ανθρώπους. Ανθρώπους μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι, που ζήσαν πριν και μετά το Χριστό, εκεί εγώ βλέπω τον Σωκράτη και τον Γκάντι, βλέπω διάφορα… Το παρεκκλήσι είναι μια ιστορία όπου από τη μια πλευρά υπάρχει μια Κλίμακα και από την άλλη πλευρά στην οροφή υπάρχει ένα Big Bang. Αν έρθεις στο παρεκκλήσι θα δεις ότι σε αυτή την κλίμακα δεν υπάρχουν μόνο άνθρωποι που ανεβαίνουν, υπάρχουν και αυτοί που πέφτουν. Η πτώση προσωπικά με συγκλονίζει. Αν σηκωθείς πάντα μπορείς να ξανά-ανεβείς».
…

ΥΣ. Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο είναι του Λαρισαίου φωτογράφου Γιώργου Μποντικούλη. Τις τράβηξε πριν από αρκετά χρόνια όταν πήγε στα Τίρανα με τον Γιάννη Πέτρου να δουν τον φίλο τους. «Τότε ο Χρήστος είχε μόλις ξεκινήσει» μου λέει ο Γιάννης. «Αυτές οι φωτογραφίες έχουν συλλεκτική και ιστορική σημασία. Καταγράφουν ένα πρώιμο στάδιο, τότε που υπήρχαν σκαλωσιές γιατί ο Χρήστος είχε ξεκινήσει από την οροφή. Δεν πρόκειται ποτέ να ξαναμπούν σκαλωσιές και να βγούνε τέτοιες λήψεις».
Για μένα είναι η απόδειξη ότι το παρεκκλήσι είναι ένα εργαστήρι έρευνας. Καταγράφουν ένα στάδιο. Πριν αποδομηθεί και αναπλαστεί στο πέρασμα του χρόνου. Ξανά και ξανά. Πολύ πριν ο Χρήστος βάλει τελειά. Αν βάλει…
Τους ευχαριστώ· τον Γιώργο Μποντικούλη που τις παραχώρησε, τον Γιάννη Πέτρου που τις βρήκε και μου τις έστειλε χθες βράδυ τα μεσάνυχτα. Και τον Χρήστο Παπανικολάου γιατί με έκανε να θέλω διακαώς να μπω στο παρεκκλήσι. Και για το ξαφνικό της συνέντευξης. Μεταμεσονύκτια κατέληξε και αυτή.
Άλλωστε, ο Χρήστος τα βράδια ενεργοποιείται, τότε δουλεύει περισσότερο… είναι ο Κουασιμόδος του Καθεδρικού. Στα Τίρανα. Και όταν πονά. Τότε δημιουργεί και περιμένει την κάθαρση. «Ο Αναστάσιος έβλεπε πάντα Ανάσταση, εγώ έβλεπα πάντα Σταύρωση». Τέλος.
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις





