ΘΕΣΣΑΛΙΑ

Η άποψη του ειδικού: Προσοχή στη κατανάλωση οστρακοειδών-Τι άλλαξε στους μεζέδες των τσιπουράδικων

Η Καθαρά Δευτέρα και η έναρξη της Σαρακοστής βάζουν στο μενού αρκετών (αν όχι των περισσότερων) τα οστρακοειδή, σε διάφορες μορφές και συνταγές, θέλοντας να εμπλουτίσουν τις γευστικές τους απολαύσεις, με τους ειδικούς ωστόσο να τονίζουν ότι η κατανάλωση οστρακοειδών θα πρέπει να γίνεται πολύ προσεκτικά, ενώ υπάρχουν και είδη των οποίων η αλίευση απαγορεύεται δια ροπάλου!

Αυτό τονίζει και στο «Magnesianews» o ιχθυολόγος και υποψήφιος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Δημήτρης Πάφρας, υπογραμμίζοντας τον βασικό ρόλο των οστρακοειδών στο θαλάσσιο περιβάλλον, που είναι το φιλτράρισμα των υδάτων.

«Τα οστρακοειδή αποτελούν διαχρονικά βασικό στοιχείο της μεσογειακής διατροφής, την ίδια στιγμή όμως διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην ισορροπία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων. Πρόκειται για οργανισμούς που φιλτράρουν το νερό, συμβάλλοντας στη βελτίωση της ποιότητάς του και στη σταθερότητα των παράκτιων βιοκοινοτήτων. Η σημασία τους για το περιβάλλον καθιστά εξίσου σημαντική και τη σωστή ενημέρωση των καταναλωτών» σημειώνει, φέρνοντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τις πετροσωλήνες.

Πρόκειται για ένα όστρακο η αλιεία του οποίου απαγορεύεται, με τον κο Πάφρα να σημειώνει ότι πρόκειται για ένα οστρακοειδές που η αλίευσή του από τη μία συνεπάγεται καταστροφή θαλάσσιων βράχων στους οποίους αναπτύσσεται και επιβιώνει, και από την άλλη είναι ένα είδος με μεγάλη διάρκεια ζωής, αφού μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 80 χρόνια. «Αυτό σημαίνει ότι κάνει μεγάλη βιοσυσσώρευση, είτε πρόκειται για βαρέα μέταλλα ή ακόμη και για καρκινικές ουσίες» επισημαίνει.

Από την άλλη, δια ροπάλου (σε όλη τη Μεσόγειο και όχι μόνο στην Ελλάδα) απαγορεύεται η αλίευση και κατανάλωση της πίννας. «Αυτό το μεγάλο σε μέγεθος οστρακοειδές δεν έχει ανακάμψει ακόμη από την επίθεση που δέχθηκε μαζικά από παράσιτο πριν από λίγα χρόνια. Μιλώντας με αλιείς δεν έχουν ακόμη υπάρξει σαφείς αναφορές για εμφάνιση κάποιου τέτοιου οστράκου στις περιοχές που κινούμαστε (Ευβοϊκός-Παγασητικός) και φυσικά δεν επιτρέπεται η αλίευσή της» υπογραμμίζει επίσης.

Παράλληλα, ακόμη και τα είδη που αλιεύονται, πρέπει να τηρούν σε πολλές περιπτώσεις συγκεκριμένους όρους. Αρκετά οστρακοειδή δεν επιτρέπεται ν’ αλιεύονται μία σημαντική περίοδο του χρόνου, τα περισσότερα από την 1η Απριλίου μέχρι και τα τέλη του καλοκαιριού, ενώ κάποια άλλα είναι όπως προαναφέραμε απολύτως προστατευόμενα.

Αλλαγή συνηθειών και γεύσεων λόγω κόστους!

Ο Δημήτρης Πάφρας τα τελευταία χρόνια μελετά παράλληλα και την ανάπτυξη ενός ξενικού οστρακοειδούς στα ελληνικά νερά, του μαργαριτοφόρου Pinctada radiata, το οποίο είναι βρώσιμο και κάνει την εμφάνισή του πια και στα ελληνικά τσιπουράδικα, αντικαθιστώντας άλλα είδη, λόγω κόστους!

Γνωστό πλέον στην Ελλάδα και ως «καλόχτενο», «στρειδόχτενο» ή «τηγανάκι», σερβίρεται αντί των κυδωνιών ή των γυαλιστερών πλέον. «Το είδα πρόσφατα να σερβίρεται στον Βόλο και μοιάζει αναμενόμενο, αφού η τιμή χονδρικής πώλησης είναι στα 5-7 ευρώ, ενώ τα κυδώνια και οι γυαλιστερές είναι στα 15-17 ευρώ το κιλό!» σημειώνει ο κ. Πάφρας.

Όπως τονίζει εξάλλου, τα αποθέματα στις ελληνικές θάλασσες έχουν μειωθεί αρκετά και σε πολλές περιοχές, που δεν είναι ελεγμένες για την ποιότητα των νερών σε τακτική βάση δεν επιτρέπεται γενικότερα η αλίευση. «Θα πρέπει να ελέγχεται η ποιότητα των νερών για 2-3 χρόνια, αλλά ο περισσότερος κόσμος δεν ξέρει από που μπορεί να προέρχονται κάποια είδη» τονίζει ο κ. Πάφρας, αναφερόμενος από εκεί και πέρα στις οργανωμένες εκτροφές.

Συγκεκριμένα τονίζει ότι: «Τα εμπορικά όστρακα — όπως μύδια, κυδώνια, γυαλιστερές και στρείδια — πρέπει να διακινούνται αποκλειστικά μέσω εγκεκριμένων εγκαταστάσεων και να φέρουν σήμανση προέλευσης και υγειονομικού ελέγχου. Η κατανάλωση προϊόντων άγνωστης ή ανεξέλεγκτης προέλευσης ενέχει σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία, καθώς τα οστρακοειδή μπορούν να συσσωρεύσουν μικροβιολογικούς ρύπους ή θαλάσσιες βιοτοξίνες.

Η οργανωμένη οστρακοκαλλιέργεια λειτουργεί σε καθορισμένες θαλάσσιες ζώνες που παρακολουθούνται συστηματικά από τις αρμόδιες κτηνιατρικές και υγειονομικές αρχές. Η ποιότητα των υδάτων ελέγχεται τακτικά με δειγματοληψίες για μικροβιολογικούς δείκτες, όπως το βακτήριο Escherichia coli, για παρουσία τοξινών φυτοπλαγκτού και για βασικές φυσικοχημικές παραμέτρους. Οι περιοχές παραγωγής ταξινομούνται σε κατηγορίες καταλληλότητας (Α, Β ή Γ), σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, ενώ όπου απαιτείται εφαρμόζεται διαδικασία εξυγίανσης (depuration) σε ειδικές εγκαταστάσεις πριν τα προϊόντα διατεθούν στην αγορά με πλήρη ιχνηλασιμότητα».

Γενικά πάντως χρειάζεται και η προσοχή των καταναλωτών. «Αν έχει ένα όστρακο περίεργη οσμή, αν μένει κλειστό μετά από άχνισμα ή μαγείρεμα, αν δεν κουνιέται όταν ρίχνουμε λεμόνι ενώ είναι υποτίθεται ζωντανό, δεν το καταναλώνουμε. Δεν παίζεις με τα όστρακα. Υπάρχουν αναφορές στο εξωτερικό για πολύ σοβαρά περιστατικά που προέκυψαν σε βάρος της ανθρώπινης υγείας μετά από κατανάλωση οστρακοειδών» καταλήγει ο ειδικός ιχθυολόγος.

Πηγή: magnesianews.gr

 

Ακολουθήστε το onlarissa.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις
Ετικέτες